Απόφαση 2165/2019 ΣτΕ , Ε’ Τμήμα, υπόθεση Ρέματος Ποδονίφτη

Με πολλή χαρά , σας ενημερώνω ότι κερδίσαμε την υπόθεση του Ρέματος του Ποδονίφτη και συγκεκριμένα  ακυρώθηκε  από το Συμβούλιο Επικρατείας η  έγκριση μελέτης  για πλήρη σκυροδέτηση  (με τσιμέντο) της κοίτης και των πρανών  του ρέματος στο τμήμα αυτού, 770 μέτρων,  μεταξύ Νέας Ιωνίας και  Νέας Χαλκηδόνας, που έχει παραμείνει ακόμη στην φυσική του μορφή, καθώς τα τμήματα πάνω και κάτω από αυτό έχουν από παλιότερα σκυροδετηθεί. Στην δίκη αυτή  κατέθεσα αίτηση ακύρωσης  και εκπροσώπησα στο Δικαστήριο  πολίτες των παραρεμάτιων Δήμων Αθηναίων και Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας καθώς και τον Σύλλογο  «ΡΟΗ , πολίτες για την προστασία των ρεμάτων». Επίσης, στην δίκη αυτήν συμμετείχαν με δικές τους αιτήσεις ακύρωσης  οι Δήμοι Αθηναίων και Νέας Φιλαδέλφειας- Νέας Χαλκηδόνας, που εκπροσωπήθηκαν από άλλους συναδέλφους. Εκδόθηκε η απόφαση 2165/2019 του  Συμβουλίου της Επικρατείας  (Ε’ Τμήμα) , της οποίας δεν γνωρίζουμε ακόμη το πλήρες σκεπτικό αλλά μόνο την περίληψη,  η οποία    δημοσιεύθηκε την 6/11/2019. Η απόφαση αυτή έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακύρωσης  και ακύρωσε  την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων για το Ρέμα Ποδονίφτη  (το επίδικο τμήμα του παντοτε).  Από την ανάγνωση της περίληψης προκύπτει ότι η σκυροδέτηση του ρέματος, η οποία εγκρίθηκε  ως λύση  βάσει σχετικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων από την διοίκηση ,και η οποία είχε απορριφθεί  παντελώς από τις ίδιες τις  αρμόδιες  υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (Διεύθυνση Δασών, Διεύθυνση Υδάτων κλπ) , τους Δήμους Αθηναίων και Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας και άλλες διοικητικές αρχές και υπηρεσίες, αποτελεί αντιπεριβαλλοντική λύση, πολύ βλαπτική  για το ρέμα, την χλωρίδα και την πανίδα του, αλλά και δυσχεραντική της απορρροής τμήματος  των υδάτων δια των υδροφόρων οριζόντων ,  και   ότι η διοίκηση δεν μελέτησε επαρκώς άλλες προτεινόμενες λύσεις για την αντιπλημμυρική προστασία στην περιοχή του ρέματος. Η εκτίμηση αυτή αποτέλεσε βασικό ακυρωτικό λόγο της  αίτησής μας.    Αισθανόμαστε μεγάλη χαρά που, στο μέτρο των δυνάμεών μας, συμβάλαμε  στην πολύ θετική έκβαση αυτής της δίκης, σε συνέχεια και άλλων θετικών αποφάσεων για την προστασία των υδατορεμάτων  ( οι 1126/2004 και 1915/2017 ΣτΕ  Ε’ Τμήμα, σχετικά με την προστασία τμημάτων του Ρέματος της Πικροδάφνης) επί αιτήσεων ακύρωσης που έχουμε  την τελευταία εικοσαετία συντάξει, καταθέσει και εκδικάσει. Και που δόθηκε χρόνος παράτασης ζωής για το εξαιρετικής ομορφιάς τμήμα του ρέματος, που παραμένει στην φυσική  του κατάσταση. Και αυτό σε μια εποχή που δεν είναι το γενικό κλίμα ιδιαίτερα ευνοϊκό για την προστασία του περιβάλλοντος. Όταν θα έχουμε όλη την απόφαση στην διάθεσή μας, θα σας ενημερώσουμε πιο αναλυτικά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (ΣΟΑ) ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (ΣΟΑ) ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ

Σήμερα, 30 Απριλίου 2018, η Ευρωβουλευτής κ. Σοφία Σακοράφα, μέλη της πρωτοβουλίας Νομικών και Δικηγόρων για την υπεράσπιση της περιουσίας του Ελληνικού λαού (αντί – ΤΑΙΠΕΔ) και Πολίτες του Λεκανοπεδίου της Αθήνας, υπερασπιζόμενοι τα αυτονόητα, τα οποία συστηματικά καταπατούνται και παραβιάζονται από τη μνημονιακή κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, εξουσιοδότησαν τον Δικηγόρο κ. Δ. Μπελαντή να συντάξει και να καταθέσει αίτηση ακύρωσης του π.δ. (ΦΕΚ 35/ΑΑΠ/2018), το οποίο εγκρίνει το Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) για το Ελληνικό. Ειδικότερα, διατεινόμαστε ότι το σχέδιο αυτό:

  1. Επιβάλλεται με επιμονή και εκβιαστικά από τους δανειστές καταπατώντας ευθέως τη βούληση του Ελληνικού λαού (παραβιάζοντας τη λαϊκή κυριαρχία), ο οποίος στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 είχε πει όχι, σε ποσοστό 61,3%, μεταξύ άλλων και στην πώληση του Ελληνικού με «μη αναστρέψιμα βήματα», όπως ανέφερε το κείμενο που τέθηκε υπό κρίση κατά το Δημοψήφισμα.

 

  1. Καταπατά την Οδηγία 2001/42/ΕΚ, επειδή δεν συντάχθηκε η απαιτούμενη ΣΜΠΕ και δεν διενεργήθηκε διαβούλευση με τους πολίτες έγκαιρα και προληπτικά και σε εκείνο το αναγκαίο και προηγούμενο στάδιο (χωρίς τετελεσμένα που εκβιάζουν τη διοίκηση κ.α. και ρήτρες υπέρ του αγοραστή) δηλαδή πριν από την ψήφιση του Νόμου 4062/2012 ή έστω πριν από την υπογραφή και κύρωση της σύμβασης με τον Αγοραστή με τον Ν. 4422/2016. Δεδομένου ότι ο Ν. 4062/12 καθόριζε ήδη τις βασικές πολεοδομικές και χωροταξικές παραμέτρους για την έκταση αυτή καθώς και τις χρήσεις γης και τους Συντελεστές Δόμησης, κατά παρέκκλιση του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας (ΡΣΑ 1985) και άλλων γενικότερων νομοθετημάτων που ίσχυαν τότε.

 

  1. Παραβιάζει τη Διεθνή Συνθήκη του Άαρχους για τη συνεχή και έγκαιρη ενημέρωση, καθώς και τη συμμετοχή των Πολιτών στις αποφάσεις που αφορούν σχέδια, προγράμματα, έργα κ.α. τα οποία έχουν ή ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο Περιβάλλον.

 

  1. Παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβασης της Φλωρεντίας για το Τοπίο, η οποία προβλέπει μέτρα προστασίας του φυσικού και ανθρωπογενούς τοπίου, δεδομένου ότι το ΣΟΑ προβλέπει την εγκατάσταση, λίγα μόλις μέτρα από την παραλία, μιας νέας πόλης 30.000 -40.000 κατοίκων με έξι (6) ουρανοξύστες «τοπόσημα» ύψους 200 μέτρων και πολλά κτίρια των 16 και πλέον ορόφων, γεγονός που αλλάζει καθοριστικά το ιστορικό τοπίο της Αττικής αλλοιώνοντάς το βάναυσα, αντί να το προστατεύει. Η αγόρευση μάλιστα αυτών των ψηλών κτιρίων σε «τοπόσημα» της Αθήνας αποτελεί «ύβριν» για την Ιστορία της πόλης, καθόσον μάλιστα αντανακλάται στο τοπίο της σε σχέση με το παγκοσμίου φήμης τοπόσημο της Αθήνας, την Ακρόπολη. Έως σήμερα σε ένδειξη σεβασμού σ’ αυτό, το ύψος των κτιρίων της πόλης δεν υπερβαίνει εκείνου του ιερού βράχου της Ακρόπολης με τα αρχαία μνημεία του.

Συνέπειες  από τη θέση του «ενόπλου ανθρωπισμού» :διευρυμένη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  ή νομιμοποίηση του πολέμου ;

Δημήτρης Μπελαντής
Δρ Νομικής – Δικηγόρου
Ημερομηνία: 03-06-2000

Συνέπειες  από τη θέση του «ενόπλου ανθρωπισμού» :διευρυμένη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  ή νομιμοποίηση του πολέμου ;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                 Νομικές όψεις της  διεθνούς επέμβασης στην Γιουγκοσλαβία

Η  πρόσφατη (1999) επέμβαση του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία παρέκαμψε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και την διεθνή νομιμότητα,οριζόμενη από τον Καταστατικό Χάρτη ΟΗΕ και τις κυρίαρχες ερμηνευτικές παραδοχές των τελευταίων δεκαετιών.

 

Αυτή η  «ρήξη με την νομιμότητα» διέθετε πάντως ισχυρά νομιμοποιητικά επιχειρήματα . Η πρόταξη του άμεσου και επιτακτικού κινδύνου μιάς γενικευμένης «ανθρωπιστικής καταστροφής»,η οποία συνίστατο  στην πολιτική «εθνοκάθαρσης» του γιουγκοσλαβικού κράτους κατά των αλβανόφωνων κατοίκων του Κοσσυφοπεδίου,συνεπαγόταν , κατά τους  παρεμβαίνοντες,την λήψη άμεσων στρατιωτικών μέτρων κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας,όπως οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί,προκειμένου να συμμορφωθεί το κράτος αυτό στο σχέδιο συμφωνίας του Ραμπουιγιέ και να τερματισθεί η πολιτική εθνοκαθάρσεων. Η παράκαμψη του Συμβουλίου Ασφαλείας ήταν προιόν της «ανάγκης», καθώς η δύσκαμπτη εξαιτίας του μηχανισμού του veto λειτουργία του κινδύνευε να οδηγήσει σε παράλυση καθιστώντας βέβαιη  την ολοκλήρωση της «εθνοκάθαρσης»  των αλβανοφώνων  και της ανοιχτής παραβίασης των ατομικών και συλλογικών τους δικαιωμάτων1.   Η αντιμετώπιση αυτή  του ζητήματος ανάγεται σε μία ευρύτερης σημασίας θέση : η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου αντιστοιχεί  σε ένα οικουμενικό σύστημα αρχών και αξιών μη περιοριζόμενο από την παραδοσιακή έννοια της κυριαρχίας. Αλλά, ακόμη περισσότερο, η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου παράγει μία νομιμοποίηση  «ουσιαστικού» χαρακτήρα,η οποία τείνει να υπερκεράσει την υπάρχουσα  διεθνή νομιμότητα και την προκαλεί να «συμμορφωθεί» προς την πραγματικότητα .

 

Στο  πρώτο κεφάλαιο αυτής της μελέτης  θα διερευνήσουμε τα ερωτήματα που θέτει η επέμβαση στην Γιουγκοσλαβία υπό το πρίσμα του ισχύοντος  διεθνούς και εσωτερικού δημοσίου δικαίου , ιδίως των περιορισμών που τίθενται στη χρήση στρατιωτικής βίας γιά την επίλυση των διεθνών διαφορών αλλά και της ένταξης της προστασίας της ειρήνης στην ελληνική συνταγματική τάξη. .Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο προβληματισμός αν η επέμβαση του ΝΑΤΟ αποτελεί πράγματι «τομή» σε σχέση με την διεθνοδικαιική πραγματικότητα ή αν έχουν προηγηθεί εξελίξεις παγιωτικές ή πάντως ενισχυτικές των θέσεων  του «ενόπλου ανθρωπισμού»  και τροποποιητικές της νομιμότητας.

Κυρίαρχο πρόβλημα του δευτέρου κεφαλαίου είναι οι μορφές  νομιμοποίησης  των διεθνών ενόπλων επεμβάσεων  και ιδίως η άνοδος των αντιλήψεων ενός ενιαίου διεθνούς δικαιικού χώρου  προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.Αυτές οι αντιλήψεις θέτουν σειρά  προβλημάτων όπως :α) πως  θεμελιώνεται η διευρυνόμενη επέκταση του «δικαιώματος  επέμβασης»  στις σύγχρονες συνθήκες διεθνούς προστασίας των  ανθρωπίνων δικαιωμάτων (συντ.:α.δ.  β) ποιά η σχέση της “ανθρωπιστικής επέμβασης” με μεταβολές στην  νομιμοποίηση της κυριαρχίας γ)  πως νομιμοποιείται ο “διεθνής εγγυητής” των α δικαιωμάτων και πως αρθρώνεται η σχέση νομιμοποίησης-νομιμότητας της διεθνούς επέμβασης δ) υπάρχουν και κατά ποιά έννοια “οικουμενικά” δικαιώματα ; ε)το πρόβλημα του υποκειμένου των δικαιωμάτων αλλά και του  “υπευθύνου” υποκειμένου γιά την παραβίαση των δικαιωμάτων.

Η μελέτη  αυτή κινούμενη στα όρια μεταξύ του διεθνούς δημοσίου δικαίου και του εσωτερικού δημοσίου δικαίου (συνταγματικού δικαίου) αποτελεί πρωτίστως μία ερμηνευτική προσέγγιση του θετικού δικαίου,από το οποίο και εκκινεί και το οποίο κατ’αρχήν ορίζει ως θεμέλιο της νομιμότητας.Υπό αυτήν την έννοια  η επιτυχία ή αποτυχία του τεθειμένου δικαίου να προασπίσει κατά την εφαρμογή του τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες/δικαιοκρατικές αξίες μελετάται υπό το πρίσμα της εσωτερίκευσης αυτών των «αξιών» εντός του θετικού δικαίου και  όχι μιάς αφηρημένης τους διαπραγμάτευσης.Από την άλλη πλευρά η πραγμάτευση  των συνεπειών στο ισχύον δίκαιο από αναπτύξεις διεθνών πολιτικών στρατηγικών υπό εξέλιξη θα παρέμενε ατελής αλλά και ατελέσφορη,αν σε  παραλείπονταν σε ορισμένα σημεία διαστάσεις κοινωνικοπολιτικής ανάλυσης αλλά και πολιτικής φιλοσοφίας, τα οποία θεμελιώνουν σε ένα βαθύτερο επίπεδο εκείνες τις αντιλήψεις οι οποίες συγκροτούν ένα «επεκτεινόμενο δικαίωμα ένοπλης ανθρωπιστικής επέμβασης» αλλά και αυτές που το αμφισβητούν.

 

 

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η άρνηση της χρήσης βίας  κατά το διεθνές και εσωτερικό δημόσιο δίκαιο

 

 

1.Η εξάντληση των μορφών  νόμιμης ένοπλης σύγκρουσης κατά τον Χάρτη Ο.Η.Ε:η εκδοχή της άμυνας (άρθρο 51 ΚΧ ΟΗΕ)  , η εκδοχή τηςδιεθνούς διαφύλαξης της ειρήνης (7ο Κεφάλαιο ΚΧ ΟΗΕ) ,οι μεταλλαγές τους.

 

Η συγκρότηση των Ηνωμένων Εθνών  το 1945,κατά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου,σηματοδότησε μία ευρύτερη διεθνή συναίνεση προς την κατεύθυνση της απόρριψης της χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις.Η εμπειρία ιδίως των πολιτικών των φασιστικών καθεστώτων  έδειξε  τους  κινδύνους των επιθετικών κρατικών στρατηγικών της διαρκούς επέκτασης και του «ζωτικού χώρου».Η «απόφαση»  γιά μία διαρκή και σταθερή επιλογή προάσπισης της ειρήνης εκφράσθηκε κυρίως διά της  ένταξης στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών  της  θεμελιώδους αρχής κατά την οποία  «πάντα τα μέλη θα απέχωσι εις τας διεθνείς αυτών σχέσεις της απειλής ή χρήσεως βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητος ή της  πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους ή καθ’οιονδήποτε άλλον τρόπον ασυμβίβαστον προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών»(άρθρο 2 παρ. 4  ΚΧ ΟΗΕ).Η αρχή αυτή καθιστά κανόνα την ειρηνική και εξαίρεση την βίαιη επίλυση των διεθνών διαφορών και απονομιμοποιεί την βία ως μέσο επίλυσης διαφορών,υπό την έννοια βασικά της  ένοπλης  εκδήλωσής της 2.     Στο πλαίσιο αυτής της γενικής αρχής η θεωρία του Διεθνούς Δικαίου ορίζει κατ’ αρχήν με τρόπο εξαντλητικό και περιοριστικό τις περιπτώσεις προσφυγής στην ένοπλη βία ,οι οποίες τίθενται εντός του πλαισίου της διεθνούς νομιμότητας .Η περιοριστική οριοθέτηση των «εξαιρέσεων» λειτουργεί εγγυητικά γιά την διεθνή ειρήνη.Από την άλλη όμως πλευρά η ίδια η θεσμοθέτηση των εξαιρέσεων αποτελεί  παραχώρηση στην οπτική του πολέμου και της ένοπλης βίας ως φαινομένων «πραγματικών»,μη εύκολα υποκειμένων σε μία αυστηρή νομική τυποποίηση  και μη καταργουμένων διά των διακηρύξεων,.Οι «εξαιρέσεις»  αυτές είναι οι ακόλουθες :  1) η περίπτωση της νόμιμης άμυνας  ενός κράτους κατά ένοπλης επίθεσης  κατά το άρθρο 51 ΚΧ ΟΗΕ, 2) η περίπτωση της ανάληψης ένοπλης δράσης έπειτα από απόφαση  του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ γιά την αποκατάσταση της «διεθνούς ασφαλείας και ειρήνης» κατά τους ορισμούς του Εβδόμου Κεφαλαίου του ΚΧ ΟΗΕ, 3) η περίπτωση χρήσης βίας από το Συμβούλιο Ασφαλείας γιά να επιτευχθεί εξαναγκαστικά η συμμόρφωση Κράτους προς απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου κατά το άρθρο 94 παρ. 2 ΚΧ ΟΗΕ και τέλος  4)οι περιπτώσεις που προβλέπονται από τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 106 και 107 ΚΧ ΟΗΕ 3.  Γιά τις ανάγκες αυτής της μελέτης θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε μόνο στις κύριες περιπτώσεις διεθνώς νόμιμης ένοπλης βίας ,την πρώτη και την δεύτερη.

 

Η νόμιμη άμυνα  ενός κράτους κατά ένοπλης επίθεσης εμφανίζεται κατ’ αρχήν ως μία σχετικά σαφής περίπτωση:προυποθέτει έναν επιτιθέμενο και έναν αμυνόμενο,κατά τρόπο εξαιρετικά όμοιο προς την εννοιολογία του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου 4 .Στο πλαίσιο  των παραστάσεων των συντακτών του ΚΧ ΟΗΕ αλλά και των  ερμηνευτών του της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου η σχέση επίθεσης και άμυνας αφορά βασικά κυρίαρχα κράτη στο πλαίσιο της βίαιης εξέλιξης μιάς διακρατικής διαφοράς. Με δεδομένο το εσωτερικό κρατικό μονοπώλιο βίας η άμυνα θα στρεφόταν λοιπόν κατά βάση κατά ένοπλης επίθεσης άλλου κράτους σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας του αμυνομένου κράτους αλλά και της «εξωτερικής» κυριαρχίας του  υπό την έννοια της προστασίας της επικράτειάς του.Στον βαθμό που η  διεθνής νόμιμη άμυνα θα οργανωθεί στο πλαίσιο  του άρθρου 51 ΚΧ ΟΗΕ  και άρα θα αποτελεί θετικοποιημένο δικαίωμα  ,θα περιβάλλεται αναγκαστικά από τους περιορισμούς και τις εγγυήσεις  αυτής της διάταξης ,ιδίως  τις εγγυήσεις της αμεσότητας,της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας5 .

 

Ομως ο πυρήνας αυτός της σαφήνειας ήδη από την σύνταξη του ΚΧ  εμπεριέχει στοιχεία άμβλυνσης/αναίρεσης των καθαρών περιγραμμάτων  αναγόμενα στο χαρακτήρα των διεθνών ρυθμίσεων ως προιόντων συμβιβασμού.Ο Χάρτης αναφέρεται σε «ατομική άμυνα» και σε «συλλογική άμυνα»6 .Αν η ατομική άμυνα ως «φυσικό δικαίωμα»  απορρέει από την προστασία της κυριαρχίας έναντι των  επιτιθεμένων κρατών,η νομιμοποίηση της εμπλοκής τρίτων κρατών γιά την προστασία του αμυνομένου  διαθέτει λιγότερο ασφαλή νομιμοποίηση.Η συμμετοχή  σε ένα αμυντικό σύμφωνο αποτελεί ένα κριτήριο,στον βαθμό μάλιστα που ο ΚΧ ΟΗΕ αναγνωρίζει τις «περιφερειακές οργανώσεις» ως παράγοντες του διεθνούς συστήματος ασφαλείας (άρθρο 53 ΚΧ ΟΗΕ), πέραν  τούτου όμως  η αδιάκριτη επίκληση  των δεσμών αλληλεγγύης προς τον «αμυνόμενο» ήδη δημιουργεί ένα πλαίσιο επεμβάσεων των τρίτων επικίνδυνο γιά τη διεθνή ειρήνη.Η διεύρυνση των εμπλεκομένων μερών οδηγεί συχνά σε επίταση της σύγχυσης ως προς τους ρόλους του «επιτιθέμενου» και του «αμυνόμενου»7.Αυτή η ασάφεια ενισχύεται από το γεγονός ότι η νόμιμη άμυνα του άρθρου 51 ΚΧ , ακόμη και αν δε γίνει δεκτή η θέση ότι η συνθήκη της «άμυνας» διαπιστώνεται κατά δεσμευτικό τρόπο από το Σ.Α. ,προυποθέτει μία διαδικασία γνωστοποίησης της «άμυνας « προς το Σ.Α. προκειμένου αυτό να λάβει από ένα σημείο και εξής τα αναγκαία μέτρα. Η μη τήρηση αυτών των διαδικασιών γιά όσους επικαλέσθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες το επιχείρημα της άμυνας δείχνει και τους κινδύνους της αυθαίρετης χρήσης του από έναν στα πλαίσια της «συλλογικής άμυνας» απεριόριστο αριθμό «διεθνών παικτών»8 . Η κατάσταση αυτή ,εκτός από την διακινδύνευση της διεθνούς ειρήνης, θέτει  σοβαρά προβλήματα από την οπτική και της αρχής της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών μελών κατά το άρθρο 2 παρ. 7 ΚΧ ΟΗΕ.

 

Ακόμη περισσότερο αποδυναμώνεται  η περιοριστική οργάνωση της διεθνούς νόμιμης άμυνας, από τη στιγμή που εντάσσεται στην έννοια της «άμυνας» το όλο πλέγμα των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων».Ως  “ανθρωπιστική επέμβαση” νοείται η στρατιωτική βίαιη επέμβαση ενός κράτους στην επικράτεια άλλου κράτους γιά την αποτροπή της προσβολής ή της επιδείνωσης της προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  των πολιτών είτε του κράτους επέμβασης είτε του κράτους υποδοχής της επέμβασης είτε τρίτου κράτους9.Oι μορφές  «ανθρωπιστικής επέμβασης» έχουν προσλάβει στην πρακτική τους επιχειρηματολόγηση μία αυξημένη συχνότητα και ποικιλομορφία κατά τις τελευταίες  δεκαετίες : από την  «αυστηρά ανθρωπιστική» διάσωση ομήρων  σε  αεροπειρατίες ή πράξεις απαγωγής    (π.χ.  Εντεμπε 1975)  ή την  επέμβαση κρατών με   αυστηρά  πολιτικές  επιδιώξεις,οι οποίες όμως διακηρυκτικά συναρτώνται  με την προστασία πολιτών του κράτους υποδοχής της επέμβασης ,των  ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων τους  ή  ενδεχομένως σε περίπτωση ύπαρξης μειονότητας των μειονοτικών τους (συλλογικών)    δικαιωμάτων.Ετσι,οι επεμβάσεις των ΗΠΑ στην Γρενάδα το έτος 1983 κατά της  αριστερής  κυβέρνησής της ή στον Παναμά το έτος 1989 κατά του δικτάτορα Νοριέγκα επιχειρηματολογήθηκαν ως πράξεις νόμιμης άμυνας  κατά κυβερνήσεων καταπιεστικών γιά τους πολίτες τους  .Κατά την θεώρηση αυτήν  το κράτος της επέμβασης λειτουργεί ως φορέας άμυνας των καταπιεζομένων πολιτών  και ταυτόχρονα ως φορέας υπεράσπισης της διεθνούς ειρήνης δεδομένου ότι  οι  μη δημοκρατικές διακυβερνήσεις δημιουργώντας εσωτερική ένταση και κατ’ επέκταση κινδύνους διεθνούς «ανάφλεξης» θέτουν σε κίνδυνο την διεθνή ειρήνη 10.Ηδη αυτή η προβληματική διαστέλλει εξαιρετικά το πεδίο  στρατιωτικής επέμβασης  από κράτη-μέλη πέραν του μηχανισμού και των οργάνων των Ηνωμένων Εθνών και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους καταχρήσεων άσκησης στρατιωτικής βίας,καθώς το επιχείρημα της “ανθρωπιστικής επέμβασης” μπορεί να προταθεί υπό αυθαίρετα διαφορετικές συνθήκες..Η δεκαετία του 1990 εξελίσσει την θέση της «ανθρωπιστικής επέμβασης»  προς την γενικότερου ηθικοπολιτικού περιεχομένου τοποθέτηση της «διεθνούς δημοκρατικής κοινότητας», η προάσπιση της οποίας ανατίθεται σε κράτη με «αναμφισβήτητη» αναγνώριση και ισχύ των δημοκρατικών κανόνων.Οπως θα καταδειχθεί κατωτέρω,η ενάσκηση της εγγυητικής λειτουργίας υπέρ των δημοκρατικών κανόνων στο κράτος υποδοχής ,όταν δεν πλαισιώνεται από το επιχείρημα της άμυνας,είναι δυνατό να αναχθεί στο επιχείρημα της «εξουσιοδότησης» από το Συμβούλιο Ασφαλείας (συντ. :Σ.Α.).

 

Παρατηρούμε λοιπόν μία μετάθεση ως προς την προσέγγιση της “άμυνας” του άρθρου 51ΚΧ .Η έννοια δεν αναφέρεται πλέον  μόνον  στην προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας  κατά επιτιθεμένου κράτους.Κατά μία  ενδυναμούμενη διαρκώς άποψη  η συλλογική άμυνα  (ρητή αναφορά σε αυτήν στην απόφαση 661/1990 Σ.Α.. ,κατάληψη Κουβέιτ από Ιράκ) αφορά και την επέμβαση τρίτων κρατών σε ενδοκρατικές κατ’ αρχήν υποθέσεις και συγκρούσεις  γιά  “αν θρωπιστικούς” λόγους . Η μετάθεση αυτή υποστηρίζεται ότι ακολουθεί  την πολύπλοκη εξέλιξη της διεθνούς άσκησης βίας :η διεθνής  βία και οι στρατιωτικές συγκρούσεις δεν εκδηλώνονται πλέον κυρίως μεταξύ κυρίαρχων και ανεξάρτητων κρατών  αλλά μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων  εντός των κυρίαρχων κρατών ,οι οποίες συχνά θέτουν σε κίνδυνο τα δικαιώματα των πολιτών  αυτών των κρατών11.

 

Σημαντικές όμως μεταλλαγές γνωρίζει και η ερμηνεία και εφαρμογή του μηχανισμού  ανάληψης στρατιωτικής δράσης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ  γιά την αποκατάσταση της διεθνούς ασφαλείας και  ειρήνης σύμφωνα προς το κανονιστικό πλαίσιο του 7ου Κεφαλαίου ΚΧ ΟΗΕ. Οι ουσιαστικές προυποθέσεις της ανάληψης στρατιωτικής δράσης  αναφέρονται  περιοριστικά κατά το άρθρο 39 ΚΧ: α) στην  “επίθετική πράξη” ,δηλ. “στην χρήση ένοπλης δύναμης από ένα κράτος κατά της κυριαρχίας ,εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας άλλου κράτους ή κατά  τρόπο ασυμβίβαστο προς τον Χάρτη Η.Ε.”12 β) στην “διατάραξη της ειρήνης “ και  γ) στην “απειλή κατά της ειρήνης”.  Ολες αυτές οι περιπτώσεις περιλαμβάνουν δράση στρεφόμενη κατά διεθνώς προστατευομένων αγαθών και συμφερόντων και πρώτιστα κατά της ειρήνης , όχι όμως κατά τρόπο ομοιογενή. Ενώ η “επιθετική πράξη “  διαθετει  σαφές κανονιστικό περίγραμμα  (κράτος κατά κράτους),  η εφαρμογή  κυρίως των άλλων δύο περιπτώσεων προυποθέτει μία “γνωσιακή προσέγγιση”  κατανόησης της ειδικής πολιτικής πραγματικότητας  μέσα στην οποία δρουν τα διεθνή υποκείμενα προκειμένου  να δράσει τελικά το Σ.Α.  κατά τα νομίμως οριζόμενα. Πέρα λοιπόν από τον κανονιστικό πυρήνα της “επιθετικής πράξης” υπάρχει μία περιφέρεια “απειλών  κατά της ειρήνης” γνωσιακά προσδιοριζόμενη και πολιτικά συγκροτούμενη13. Το Συμβούλιο Ασφαλείας , υπεύθυνο γιά την προάσπιση της διεθνούς ειρήνης κατά το άρθρο 24 παρ. 1 ΚΧ,  κλιμακώνει την  δράση του  από την πρόσκληση των ενδιαφερομένων μερών σε συμμόρφωση  (αρ. 40 ΚΧ) ως την λήψη μη βιαίων μέτρων βασικά οικονομικού καταναγκασμού (αρ. 41 ΚΧ)  και τέλος  την  με απόφαση/δεσμευτική πράξη του ανάληψη στρατιωτικής δράσης από το πλαίσιο των άρθρων 42,43 επ., 48 ΚΧ.,με επίκεντρο το άρθρο 42 14.

Ο μηχανισμός του άρθρου 42 ΚΧ και γενικότερα της ανάληψης στρατιωτικής δράσης από το Σ.Α. κατά το 7ο Κεφάλαιο του ΚΧ περιέπεσε σε παράλυση κατά τις δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου. Η άσκηση του δικαιώματος του veto  από τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν επέτρεψε την ενεργοποίησή του κατά την εκδήλωση διεθνών κρίσεων  με αποτέλεσμα την υποκατάστασή του κυρίως  από τους  μηχανισμούς  ειρήνευσης  αλλά και επιβολής των αντιτιθέμενων Υπερδυνάμεων15.Η άρση των αντιθέσεων  αυτής της περιόδου σήμανε μία γενικευμένη αισιοδοξία γιά την ενδυνάμωση του πρωταγωνιστικού ρόλου του ΟΗΕ στην διασφάλιση της ειρήνης   ( η οποία καταγράφηκε και στην Εκθεση  του ΓΓ ΟΗΕ   Μπούτρος  Μπούτρος Γκάλι   έτους  1992      ) αλλά και μία υλική πολυπραγμοσύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας στις  διαδοχικές διεθνείς κρίσεις της δεκαετίας 1990 .Παρ’όλα αυτά η ενεργοποίηση του 7ου Κεφαλαίου του ΚΧ ΟΗΕ με αποφάσεις του Σ.Α. παρουσίασε ορισμένα χαρακτηριστικά αντιφατικά και σε τελική ανάλυση προβληματικά :

 

Α) Επιλεκτικότητα των πεδίων παρέμβασης . Παρά το ότι οι παρεμβάσεις του Σ.Α. κατά τη δεκαετία 1990 συνοδεύθηκαν από την ρητορική σύνδεση της ειρήνης  με τα  ανθρώπινα δικαιώματα και γενικότερα με οικουμενικές αξίες , η επιλογή της παρέμβασης ή της  μη παρέμβασης συνοδεύθηκε από την προσαρμογή σε αυστηρά πολιτικές σκοπιμότητες  . Αντίθετα λ.χ. προς τις διαδοχικές παρεμβάσεις μεταξύ 1991 και 1998 στο χώρο της  τέως Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας (είτε με την μορφή εκκλήσεων είτε με την μορφή σχηματισμού ειρηνευτικής δύναμης (UNPROFOR είτε με την μορφή της λήψης οικονομικών  μέτρων  κυρίως κατά της (Νέας) Γιουγκοσλαβίας ) ,έναν χώρο ανάδειξης γεωπολιτικών στρατηγικών , στην περίπτωση των πολυάνθρωπων σφαγών στο  μετασοβιετικό Αφγανιστάν μετά το 1989 δεν επιδείχθηκε η ανάλογη ενεργοποίηση 16 .

 

Β)  Επανερμηνεία των εννοιών “απειλή” και “διατάραξη της ειρήνης” με έμφαση στην αποσύνδεσή τους  από την αρχή της “μη  επέμβασης”.Ετσι, ορισμένα ζητήματα, παραδοσιακά οριζόμενα ως  «εσωτερικά» ή «ενδοκρατικά» ,παύουν να θεωρούνται ανεπίδεκτα εξωτερικής επέμβασης  σύμφωνα προς την αρχή της «μη επέμβασης» (άρθρο 2 παρ. 7 Κ.Χ.) και καθίστανται ζητήμα «διεθνούς ενδιαφέροντος». Ο περιορισμός αυτός της αρχής της «μη επέμβασης»  εκδηλώνεται αρχικά σχετικά με τα ζητήματα αποικιακής καταπίεσης και φυλετικού βίαιου διαχωρισμού  (“apartheid”) .Θεωρείται δηλάδή  ότι σε περιπτώσεις όπου παραβιάζεται η αρχή της αυτοδιάθεσης και του  «εθνικού αυτοκαθορισμού»  επιτρέπεται η παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας υπέρ του καταπιεζομένου έθνους/μειονότητας κλπ.17 .Στις περιπτώσεις αυτές αναγνωρίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1960 η δυνατότητα επιβολής τουλάχιστον οικονομικών κυρώσεων.

Ακόμη,όλο και συχνότερα γίνεται δεκτό ότι η προστασία της παροχής υλικής  ανθρωπιστικής βοήθειας σε περίπτωση  εσωτερικών κρίσεων (π.χ. Σομαλία 1992,Βοσνία 1992-1995) ή η αποτροπή παραβιάσεων των α.δ. και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου θα πρέπει να στηριχθεί στην ανθρωπιστική επέμβαση ως εφαρμογή του 7ου Κεφαλαίου ΚΧ ΟΗΕ και όχι στην ειρηνευτική αποστολή/επέμβαση ως εφαρμογή του 6ου Κεφαλαίου ΟΗΕ.Πρόκειται δηλαδή γιά μία στρατηγική διαστολής του πεδίου εφαρμογής των μέτρων του 7ου Κεφαλαίου ΚΧ ΟΗΕ (Αλμπάνης 2001,von Hippel 2000).

 

Κατά την τρέχουσα δεκαετία   αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο η άποψη ότι όπου συντρέχει παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και γενικότερα δεν τηρούνται οι δημοκρατικές  και δικαιοκρατικές πολιτειακές αρχές διακυβεύεται η διεθνής ειρήνη κατά συλλογι στική παρόμοια  προς την επέκταση της  “συλλογικής άμυνας” και συντρέχουν οι προυποθέσεις επέμβασης του Συμβουλίου Ασφαλείας   ή εξουσιοδότησης από το Σ.Α. σε επέμβαση . Η υπόθεση της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ και του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών στην Αιτή το 1994 γιά την ανατροπή του δικτάτορα Centras και την αποκατάσταση της δημοκρατικής διακυβέρνησης του Προέδρου  Aristide  αποτελεί  τομή ως προς την εφαρμογή της αντίληψης ότι  “Ζούμε στην “εποχή της διεθνούς επιβολής της δημοκρατίας “ και ότι “ η διεθνής ειρήνη ταυτίζεται πλέον με την επέμβαση γιά την επιβολή ενός δημοκρατικού καθεστώτος” (Falk 1995 ). Στην περίπτωση αυτήν δεν προτάθηκε  η εκδοχή μιάς «συλλογικής άμυνας», αλλά ελήφθη  απόφαση του Σ.Α. (841/1993 ) γιά την επιβολή οικονομικού αποκλεισμού (ebargo) κατά του   Centras,στη συνέχεια δε εξουσιοδοτήθηκαν τα αμερικανικά κράτη γιά τον σχηματισμό πολυμερούς στρατιωτικής δύναμης (ARICOM) με σκοπό την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Αιτή.  (απόφαση 917/1993 Σ.Α )18. Τίθεται λοιπόν σε εφαρμογή  η άποψη κατά την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας καθίσταται (σε τελική ανάλυση) ένοπλος εγγυητής  των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ενδοκρατικές συγκρούσεις.

 

Αξίζει ακόμη να σημειωθούν οι αποφάσεις  1160 της 31-3-1998 και 1199 της 23-9-1998 Σ.Α. ΟΗΕ σχετικά με την κρίση στο Κοσσυφοπεδιο . Αυτές επιβάλλουν οικονομικό αποκλεισμό κατά της (Νέας) Γιουγκοσλαβίας (αλλά και γενικό ebargo όπλων ) με σκοπό  την άρση της πολιτικής εθνικής καταπίεσης κατά των αλβανοφώνων του Κοσσυφοπεδίου.Οι αποφάσεις αυτές αντιμετωπίσθηκαν και ως έμμεσο έρεισμα της στρατιωτικής επέμβασης του ΝΑΤΟ κατά της Νέας Γιουγκοσλαβίας .

 

Γ) Σύγχυση /Χαλάρωση των εννοιολογικών ορίων μεταξύ της (συλλογικής ) άμυνας του άρθρου 51 ΚΧ και του μηχανισμού στρατιωτικής δράσης με απόφαση του ΣΑ κατά το άρθρο 42 ΚΧ.

 

H άμυνα των κρατών-μελών κατά το άρθρο 51ΚΧ ανήκει  συστηματικά στο 7ο Κεφάλαιο του Κ.Χ.Πλην όμως ,αναλυτικά και εννοιολογικά διακρίνεται πλήρως από την ανάληψη στρατιωτικής δράσης από το Σ.Α. με βασική θεμελίωση  στο άρθρο 42 ΚΧ.Αυτή  είναι δυνατόν να επιτελεσθεί άμεσα από στρατιωτικές δυνάμεις   τεθειμένες στη διάθεση του ΣΑ κατά τις  ρυθμίσεις του άρθρου 43 ΚΧ –οι οποίες όμως προυποθέτουν τη συγκρότηση της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΣΑ (άρθρα 46 επ ΚΧ.) και τη διάθεση στρατευμάτων από τα κράτη-μέλη γιά τον σχηματισμό δύναμης επέμβασης του ΟΗΕ (απολύτως διακριτής από τις ειρηνευτικές δυνάμεις) 19-ή κατ’ εντολήν του ΣΑ από κράτη-μέλη  κατόπιν σχετικής απόφασής του. Στον βαθμό που, κατά μία άποψη, μπορεί να γίνει δεκτή η ανάληψη δράσης από το ΣΑ χωρίς δυνάμεις του ίδιου του ΣΑ κατά το άρθρο 43 ΚΧ, θα πρόκειται γιά εντολή του Σ.Α  σε κράτη-μέλη  (ή και σε περιφερειακούς οργανισμούς κατά την έννοια του άρθρου 53 ΚΧ)  να αναλάβουν δράση με τις δικές τους δυνάμεις  πάντοτε όμως στο πλαίσιο της απόφασης του ΣΑ, στα χρονικά της όρια και υπό τον οργανωτικό και επιχειρησιακό έλεγχο του οργάνου αυτού.Η θεμελίωση της εντολής αυτής θα εκκινεί είτε από τον συνδυασμό του 42 παρ. 1 με το 42 παρ. 2 ΚΧ  (αν θεωρηθεί ότι η παρ. 2 καλύπτει την ανάληψη στρατιωτικής δράσης  από κράτη-μέλη και όχι άμεσα από δυνάμεις του ΣΑ ) είτε από τον συνδυασμό  του άρθρου 42  με το άρθρο 48 παρ. 1 ΚΧ  (“Η προς εκτέλεσιν των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας απαιτουμένη ενέργεια διά την διατήρησιν της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας θα γίνεται υφ’όλων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών ή τινών εξ αυτών ,ως ήθελεν αποφασίσει το Συμβούλιον Ασφαλείας”).Η πάλι θα εκκινεί, αν πρόκειται γιά εντολή προς περιφερειακές διεθνείς οργανώσεις (π.χ.αμυντικά σύμφωνα ) από τον συνδυασμό  του άρθρου 48 παρ. 2 (αναφορά στις «διεθνείς οργανώσεις» ) με το άρθρο 53 ΚΧ (συνεργασια του ΣΑ με τους περιφερειακούς οργανισμούς γιά τη διατήρηση της διεθνούς ασφαλείας και ειρήνης) 20.

 

Το ποιοτικά νέο στοιχείο που εισάγει η συζήτηση γιά το νομικό πλαίσιο του πολέμου του Κόλπου  (1991)  αφορά την δυνατότητα δράσης κράτους-μέλους ή συνασπισμού κρατών  κατόπιν εξουσιοδότησης του ΣΑ -και όχι εντολής- σε συλλογική άμυνα. Η άποψη αυτή,με ισχυρή υποστήριξη,αποδυναμώνει το απόλυτο και στατικό όριο μεταξύ “άμυνας” και “ανάληψης δράσης από το ΣΑ”.  Ο συνδυασμός του άρθρου 42 ΚΧ με την «άμυνα» του άρθρου 51 ΚΧ  στηρίζεται σε έναν συλλογισμό μείζονος/ελάσσονος .Αν η απόφαση του ΣΑ  συνεπάγεται την «εντολή» ως ενεργοποίηση  κράτους υπό τον έλεγχο του ιδίου (“mandatory action”) ως μείζον, μπορεί να αναγνωσθεί σε αυτήν και το έλασσον της «εξουσιοδότησης» (“authorised action”)   21 .Στην περίπτωση αυτή, όπως σαφώς προκύπτει και από την αναλογική χρήση των εννοιών του ιδιωτικού δικαίου «εντολή» και «εξουσιοδότηση», ο εξουσιοδοτούμενος αμυνόμενος  αντίθετα από τον εντολοδόχο,δεν δεσμεύεται από έναν καθορισμένο τρόπο εκτελέσεως αλλά επιλέγει τα μέσα και τον τρόπο εκπροσώπησης του «εξουσιοδοτούντος» (του ΣΑ) (“leaving the choice of means to the states” “choice of means,timing,command and control”), παρά το ότι υποστηρίζεται ότι και στην περίπτωση αυτήν μπορεί το ΣΑ να διατάξει τον τερματισμό των εχθροπραξιών,άν το κρίνει σκόπιμο.Η απόφαση 678/1990 ΣΑ,αναφέροντας ως θεμέλιο στρατιωτικής δράσης το 7ο Κεφάλαιο ΚΧ και όχι ειδικά τοάρθρο 42 ΚΧ, αποτέλεσε την αφετηρία γιά τη θεωρία της “εξουσιοδότησης” σε συλλογική άμυνα  σε συνδυασμό και με το επιχείρημα ότι μέχρι την ανάληψη στρατιωτικής δράσης  (κατά το άρθρο 51ΚΧ) κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα στην άμυνα.

 

Οι συνέπειες της “εξουσιοδότησης σε συλλογική άμυνα” είναι σημαντικές: Κατ’ αρχήν ,η διαπίστωση από το ΣΑ των προυποθέσεων άμυνας και η εξουσιοδότηση σε αυτήν ,παρά το ότι κατ’ αρχήν δεν προυποτίθεται αυτή η διαπίστωση γιά την άσκησή της,παρέχει ευρύτερη νομιμοποίηση στη “συλλογική άμυνα” εκ μέρους τρίτων κρατών 22.Από την άλλη πλευρά, απεμπλέκει το 7ο Κεφάλαιο ΚΧ και ειδικά τις διατάξεις άρθρου 42 από την συγκρότηση στρατιωτικού μηχανισμού του ΣΑ αλλά και τη στρατιωτική δράση  των «κρατών-μελών»από την εποπτεία και τον πολιτικό έλεγχο του οργάνου αυτού23..

 

   Δ) Απώλεια του πολιτικού ελέγχου του ΣΑ στην διαδικασία “αποκατάστασης της διεθνούς ασφαλείας και ειρήνης” .

 

   Η παραπάνω εμπειρία του πολέμου του Κόλπου –όχι μόνο η ερμηνεία της απόφασης αλλά και η πραγματική πλήρης ανεξαρτησία της “Συμμαχίας” από το Σ.Α.- αναδεικνύει  την γενικότερη τάση απώλειας πολιτικού ελέγχου του ΣΑ στη διαδικασία διεθνούς στρατιωτικής δράσης “γιά την ειρήνη” κατά την δεκαετία του 1990.Η εμπειρία της Αιτής του 1994 έδειξε προς την ίδια κατεύθυνση (ανάθεση στον ΟΑΣ). Αλλά και κατά την πρώτη γιουγκοσλαυική κρίση (1991-1995),  μετά την  ουσιαστική αποτυχία της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (UNIPROFOR)  η πρωτοβουλία περνά στο ΝΑΤΟ : με την απόφαση 816/1993 ΣΑ εξουσιοδοτείται το ΝΑΤΟ σε χρήση βίας γιά την επιβολή απαγόρευσης πτήσεων πάνω από την Βοσνία24.Επίσης,μετά την συνθήκη του Dayton εγκαθίσταται πλέον ειρηνευτική δύναμη του ΝΑΤΟ (IFOR).Παρατηρούμε λοιπόν την μετάθεση της ευθύνης γιά τη διαδικασία αποκατάστασης της ειρήνης από τον ανύπαρκτο στρατιωτικό μηχανισμό του ΟΗΕ στους  στρατιωτικούς μηχανισμούς των ηγεμονικών κρατών (κυρίως ΗΠΑ,Μεγάλη Βρεττανία κλπ) αλλά και στα περιφερειακά αμυντικά σύμφωνα ιδίως το ΝΑΤΟ, του οποίου ο ρόλος αναβαθμίζεται εξαιρετικά στη δεκαετία του 1990. Η απώλεια ελέγχου από το ΣΑ σε συνθήκες όμως  όπου  η δράση  υπόκειται ακόμη  σε αποφάσεις του οδηγεί στην αντίφαση η υπαρκτή πλέον θεσμική συμφωνία γιά δράση (βάσει της απόφασης του ΣΑ) να υλοποιείται κατά τρόπο απολύτως ανεξέλεγκτο από την διεθνή κοινότητα και υπαγόμενο στην πολιτική σκοπιμότητα των ηγεμονικών κρατών25.

 

Ε) Η συζήτηση στο Διεθνές Δίκαιο

 

Oι εξελίξεις αυτές ως προς την πρακτική του Σ.Α. του ΟΗΕ αντανακλούν και την εντεινόμενη απόκλιση κατά τις δεκαετίες 1970,1980 και 1990 μεταξύ των εκπροσώπων της επιστήμης του Διεθνούς Δικαίου ως προς το αν είναι διεθνώς νόμιμο ένα “δικαίωμα

στην ανθρωπιστική επέμβαση”. Στο σημείο αυτό μπορούν να παρατηρηθούν τα ακόλουθα :

 

1)  Η νομική τοποθέτηση ως προς το ζήτημα αυτό προυποθέτει ουσιαστικά και μία ηθικοπολιτική τοποθέτηση ως προς την στάθμιση αξιών μεταξύ της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των κρατών και της προστασίας των α.δ.Γιά ορισμένους από τους συγγραφείς, η επιλογή αυτής της τοποθέτησης συνδέεται με αξιολογήσεις και ηθικοπολιτικές στάσεις στο πεδίο της πολιτικής ηθικής και του φυσικού δικαίου (ιδίως σε F.Teson 1988).Οψεις αυτής της συζήτησης θα αναλυθούν στο δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης αυτής..

 

  • Στο πεδίο του θετικού δικαίου, η μεγάλη πλειονότητα των νομικών συγγραφέων θεωρεί την “ανθρωπιστική επέμβαση” ως σαφώς αντιτιθέμενη στην προαναφερόμενη αρχή του άρθρου 2 (4) ΚΧ ΟΗΕ ,της απαγόρευσης χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις26. Θεωρείται δηλαδή ότι η ανθρωπιστική επέμβαση αποτελεί μορφή βίας αίρουσα  την

κυριαρχία ενός κράτους είτε υπό την έννοια της εδαφικής ακεραιότητος αυτού (π.χ. όταν ευνοεί την αυτονομία μιάς περιοχής εντός του κράτους,πολύ περισσότερο την απόσχιση/ανεξαρτησία της ) είτε υπό την έννοια της πολιτικής του ανεξαρτησίας (του εσωτερικού του αυτοκαθορισμού) σε συνδυασμό και με την αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους (2 (7) ΚΧ ΟΗΕ). Η απόλυτη απαγόρευση εκκινεί και από την “ωφελιμιστική” αποτροπή των επιθετικών πολέμων στο όνομα της α.ε., όπως αυτή έχει διακηρυχθεί από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης 27.

 

  • Οι υπέρ των α.ε. συγγραφείς επισημαίνουν την πολλαπλότητα του σκοπού της παράνομης βίας στις διεθνείς σχέσεις (“κατά της εδαφικής ακεραιότητος ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οιουδήποτε Κράτους ή καθ’οιονδήποτε άλλον τρόπο ασυμβιβαστον προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών” ).Στον βαθμό που οι σκοποί των ΗΕ (άρθρο 1 ΚΧ ΟΗΕ) δεν περιορίζονται μόνο στην “διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας” (παρ. 1 άρθρου 1) , αλλά επεκτείνονται και στον “σεβασμό προς τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίας” (παρ. 3 άρθρου 1) καθώς και στην σύμφωνη προς τις αρχές της “δικαιοσύνης” επίλυση των διεθνών διαφορών ( ομοίως παρ. 1 άρθρου 1) , τίθεται ακριβώς το πρόβλημα αν η α.ε. αποτελεί παράνομη βία στρεφόμενη κατά της “διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας”  και της κυριαρχίας των κρατών ή  νόμιμη εξαίρεση από την ρήτρα του 2 (4) , αποσκοπούσα υπό εξαιρετικές συνθήκες (π.χ. μαζική και έντονη παραβίαση των α.δ. ) στην προστασία ενός θεμελιώδους σκοπού των Η.Ε. ( ιδίως Teson 1988 ).Κατά τους συγγραφείς αυτούς, δεν τίθεται λοιπόν μία άκαμπτη και ρητή απαγόρευση της α.ε. από τον ΚΧ ΟΗΕ αλλά το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς συγκεκριμένη στάθμιση μεταξύ ισοδυνάμων σκοπών και αξιών εντός του κανονιστικού πλαισίου του ΚΧ.  Η στάθμιση αυτή καθορίζεται από τις εκάστοτε συνθήκες (π.χ. την ένταση των παραβιάσεων,η οποία μπορεί να οδηγεί σε παραμερισμό της επιταγής γιά προστασία της ειρήνης) αλλά και από την ηθικοπολιτική θεώρηση (αναγόμενη στο φυσικό δίκαιο)  του εκάστοτε ερμηνευτή του ΚΧ ΟΗΕ.

 

  • Ομοίως, οι συγγραφείς, οι οποίοι υπερασπίζονται την α.ε. ως “θεσμό” προτείνουν την παγίωσή της ως εθιμικού κανόνα διά της αναδυόμενης πρακτικής των κρατών και της μακροχρόνιας άσκησης αυτής.. Με δεδομένη την μη αξιολογική ιεράρχηση των σκοπών  από το ίδιο το κείμενο του ΚΧ ΟΗΕ, τίθεται πρόβλημα πρακτικής εναρμόνισης τους.Στον βαθμό που το ΣΑ δεν κατανοεί μία συγκυρία βαρειάς παραβίασης των α.δ.  ως αντικείμενη στην “διεθνη ειρήνη και ασφάλεια” και δεν λαμβάνει μέτρα είτε στο πλαίσιο του 6ου και του 7ου Κεφαλαίου ΚΧ ΟΗΕ είτε του άρθρου 51 ΚΧ ΟΗΕ , δημιουργείται “κενό” ως προς την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.Στην περίπτωση αυτήν, η κρατική πρακτική του επεμβαίνοντος κράτους, ακόμη και αν θεωρηθεί κατ’ αρχήν “μη νόμιμη”, τείνει διά της επαναλήψεως να δημιουργήσει εθιμικό δίκαιο, το οποίο “εξειδικεύει” την στάθμιση του ΚΧ . Αλλά και ανατρέπει την ερμηνευτική θεώρηση της απόλυτης απαγόρευσης, εφ’όσον δεν ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί του ΣΑ 28 .
  • Το παραπάνω σκεπτικό δεν έγινε δεκτό από το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (I.C.J.)

στην υπόθεση Corfu Channel Case( 9.4.1949) , η οποία θεώρησε τις αδυναμίες εφαρμογής του διεθνούς δικαίου ως μη επαρκή λόγο παραβίασης της κυριαρχίας ενός κράτους μονομερώς από ένα άλλο. Σε παρόμοια κατεύθυνση, το ΔΔΔ  στην υπόθεση

”  Military and Paramilitary Activities In and Against  Nicaragua” της 27-6-1986 έκρινε ότι η μη τήρηση ενός κανόνος διεθνούς δικαίου, συμβατικού ή εθιμικού,  από ένα κράτος

 δεν θεμελιώνει το δικαίωμα άλλου κράτους να παραβιάσει άλλον κανόνα (είτε συμβατικό εμπεριεχόμενο στην ίδια διεθνή συμφωνία είτε εθιμικό) κατά του πρώτου κράτουςΑναλογικά, αν τα ΗΕ δεν μπορούν να εφαρμόσουν τον συμβατικό ή εθιμικό κανόνα της διατήρησης της ειρήνης, τα κράτη δεν μπορούν να παρακάμψουν την προστασία ή της ειρήνης ή της κρατικής κυριαρχίας με σκοπό την επιβολή αυτού του κανόνα ,γιατί ακόμη και στην περίπτωση αυτήν η ειρήνη πρέπει να προστατευθεί στην βάση της εθιμικής απαγόρευσης της χρήσης βίας.

Σε αντίθεση με αυτό το σκεπτικό, υποστηρίζεται ότι η μη τήρηση του ΔΔ από την πλευρά των εγγυητικών θεσμών αυτού (ΣΑ ΟΗΕ,ΓΣ ΟΗΕ) ενεργοποιεί  εθιμικούς κανόνες προστασίας της ειρήνης και της ασφαλείας αλλά και των άλλων σκοπών του ΚΧ ΟΗΕ από την πλευρά των κρατών-μελών , οι οποίοι δεν έχουν καταργηθεί με την θέσπιση του ΚΧ ΟΗΕ και εξακολουθούν να ισχύουν (Teson 1988 σελ. 139-142)..

 

  • Οι συγγραφείς υπέρ της α.ε. επιμένουν στην κάμψη του παρανόμου χαρακτήρα της κάμψης της κρατικής κυριαρχίας , όπως αυτή έχει εκφρασθεί με τις αποφάσεις των οργάνων των ΗΕ κατά των “αποικιακών καθεστώτων” (δίκαιος ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος εναντίον τους) και κατά των “ρατσιστικών” καθεστώτων (βλ. παραπάνω).
  • Οι συγγραφείς υπέρ της α.ε. προτείνουν τελικώς μία ιεράρχηση εντός του πλαισίου αξιών του ΚΧ ΟΗΕ , η οποία προνομοποιεί την προστασία των α.δ. και της ελευθερίας έναντι της κρατικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.Ετσι, η κυριαρχία δεν νοείται ως ο ανώτατος κανόνας και αξία εντός του πλαισίου αυτού αλλά ως κανόνας,ο οποίος ισχύει υπό την προυπόθεση της ελευθερίας και της προστασίας των α.δ., άρα όχι ως η κυριαρχία ακόμη και ενός δεσποτικού καθεστώτος αλλά μόνον ως η κυριαρχία ενός φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού κράτους. Δίδοντας αυτό το περιεχόμενο στην πολιτική φιλοσοφία του ΚΧ αυτοί οι συγγραφείς δικαιώνουν τις επεμβάσεις των “φιλελεύθερων” και “προδημοκρατικών” κρατών, ή πάντως όσων ορίζονται ως τέτοια 29.

 

 

 

 

Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος  γνωρίζει μία αυξημένη δραστηριότητα του ΟΗΕ και του ΣΑ και ένα αναβαθμισμένο ενδιαφέρον γιά την ειρήνη στο πλαίσιο της σύνδεσής της με «οικουμενικές» δημοκρατικές αρχές και αξίες.Ομως το πρόγραμμα της «διεθνούς ειρήνης» οικειοποιούμενο στην υλοποίησή του από τους μηχανισμούς των ηγεμονικών κρατών  όχι μόνο μετατρέπεται σε ένα πρόγραμμα «στρεβλό» και «ημιτελές»  (κατά την γνωστή έκφραση  των Adorno-Horkheimer γιά τον Διαφωτισμό) αλλά κινδυνεύει να τραπεί στο αντίθετό του:στην επέκταση του πολέμου στο όνομα της «ειρήνης». Από την άλλη πλευρά το έννομο αγαθό της «διεθνούς ειρήνης»  επανακαθορίζεται  με δεδομένη την ερμηνευτική τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου της «άμυνας των κρατών» και της «ανάληψης στρατιωτικής δράσης του ΣΑ».   Η έμφαση στην προστασία της ειρήνης οχι μόνο απεξαρτάται από την εδαφική ακεραιότητα και την μη μεταβολή των συνόρων αλλά και μετατοπίζεται στην κατ’ εξοχήν σχετικοποίηση  της αρχής της μη επέμβασης: όπου κινδυνεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ,η διεθνής κοινότητα  μπορεί να παραμερίσει την αρχή της «μη επέμβασης» γιά να προασπίσε τα δικαιώματα καιι την ειρήνη. Παρά την διαφορετική θεμελίωση της νομιμότητας της επέμβασης ο βασικός στόχος πλέον των επεμβάσεων αντιστοιχεί στις συγκρούσεις γιά την δημοκρατική διακυβέρνηση  (Falk 1995,Glennon 1999 ). Oμως η τάση  περιορισμού και συρρίκνωσης της αρχής της «μη επέμβασης»30 και  άρα του εθνικού/κρατικού πολιτικού αυτοκαθορισμού οδηγεί σε σημαντικές  τροποποιήσεις της εννοίας της  «κυριαρχίας»31.

 

Oι μεταλλαγές αυτές υπήρξαν συνέπεια των τροποποιημένων αξιολογικών συναινέσεων κατά την τρέχουσα περίοδο. Στον βαθμό που οι κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου είναι εξοπλισμένοι με μία  «ιδιόμορφη» κανονιστικότητα ,καθώς η τήρησή τους δεν διασφαλίζεται από  έναν ενιαίο και ομοιογενή κρατικό μηχανισμό καταναγκασμού32, το στοιχείο των διακρατικών «συναινέσεων» καθίσταται καθοριστικό γιά τους όρους ισχύος και επιβολής τους.Οι όροι αυτοί αποτελούν συνάρτηση  όχι μόνο τους περιεχομένου των κανόνων αλλά και της  διαρκούς «γνωσιακής» προσαρμογής των διεθνών  υποκειμένων (διεθνών οργανισμών και κρατών) στις πραγματικές συνθήκες οι οποίες καθιστούν δυνατή ή μη, σκόπιμη ή μη την επιβολή τους, μεταβάλλουν την  «κατανόησή» τους και ενδεχομένως σε περιπτώσεις βαθειάς αναντιστοιχίας  των πραγματικών συσχετισμών ισχύος με το δικαιικό πλαίσιο προετοιμάζουν την μεταβολή του τελευταίου. Οι εκάστοτε πολιτικές συναινέσεις μεταξύ των κρατών καταλήγουν σε ορισμένες κυρίαρχες  σταθμίσεις και αξιολογήσεις.Υπό αυτήν την έννοια  η  μεταπολεμική περίοδος ( του Ψυχρού Πολέμου) χαρακτηρίσθηκε από μία αξιολογική συναίνεση εδραιωμένη  στο απαραβίαστο των συνόρων,στη  «μη επέμβαση»  ακόμη και σε περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων ,στην παραδοσιακή έννοια της «κυριαρχίας»,όπως ίσχυσε στην Ευρώπη μετά τη συνθήκη της Βεστφαλίας (1648). Η ύπαρξη των «δύο κόσμων» (Ανατολής και Δύσης)  απέκλειε τις δυνατότητες μιάς  κοινής επέμβασης στις διεθνείς κρίσεις και υπονόμευε την όποια συναντίληψη γιά την ισχύ ή την παραβίαση των  δικαιωμάτων.Η ανατροπή αυτής της πραγματικότητας  (1989), η «αξιακή» ενοποίηση του πλανήτη  αλλά  και η ένταση των διαδικασιών αλληλεξάρτησης κάθε μορφής  (η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση»)33 θέτουν  ιδεολογικά το πρόβλημα  μιάς ενιαίας στάσης  της διεθνούς κοινότητας   στις «κρίσεις κατά της ειρήνης» πέραν των ορίων της κυριαρχίας.Σε μία πρώτη φάση  (σχηματικά  από το 1985 ως την δεύτερη γιουγκοσλαβική κρίση)  ο μηχανισμός του διεθνούς δικαίου γνωρίζει προσαρμογές ,ώστε να ανταποκριθεί στην νέα πραγματικότητα ,με κυρίαρχα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά. Σε μία δεύτερη φάση η νομιμοποίηση της «ενιαίας  στρατιωτικής δράσης γιά την ειρήνη» επιζητώντας την ευλυγισία και την αποδέσμευση από την παλαία «περιοριστική» νομιμότητα συγκρούεται ευθέως με αυτήν.Πρόκειται γιά τη συγκυρία της δεύτερης γιουγκοσλαβικής κρίσης.

 

 

Το δικαίωμα στην “ανθρωπιστική επέμβαση” θεμελιώνεται κατ’ αρχήν  στις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την πλευρά ενός εθνικού κράτους. Στην περίπτωση ειδικότερα της Γιουγκοσλαβίας στο πλαίσιο της κρίσης στο Κοσσυφοπέδιο (1989-1999, ιδίως όμως κατά την διετία 1998-1999 ) η γιουγκοσλαβική κρατική εξουσία κατηγορήθηκε από τους φορείς της διεθνούς κοινότητας   γιά τις ακόλουθες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και του διεθνούς  ανθρωπιστικού δικαίου σε βάρος των Αλβανών Κοσοβάρων34  :

 

– Διάπραξη “εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητος” . Η έννοια των “εγκλημάτων κατά της ανθρωποτητος”  ως κατηγορία του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου διαπλάσθηκε στο πλαίσιο της δίωξης των εθνικοσοσιαλιστών ηγετών μετά τον Β’ ΠΠ ,προκειμένου να καλύψει τα κενά δικαίου γιά την ποινική δίωξη πράξεων, οι οποίες έχουν τελεσθεί κατά αμάχων πληθυσμών όχι αναγκαστικά στο πλαίσιο μιάς ένοπλης σύγκρουσης αλλά ενδεχομένως και πριν από αυτήν ή άσχετα προς αυτήν (και στον βαθμό που οι Συμβάσεις της Χάγης του 1907 και της Γενεύης του 1929 κάλυπταν βασικά εγκλήματα πολέμου,εντοπισμένα   στο πλαίσιο μιάς διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης ). Τα “εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας” ορίσθηκαν από τον Καταστατικό Χάρτη του Διεθνούς Στρατοδικείου της Νυρεμβέργης και αναφέρονταν σε : θανάτωση, εξολόθρευση, εκτόπιση και άλλες απάνθρωπες πράξεις στρεφόμενες κατά αμάχου πληθυσμού ,πριν ή κατά την διάρκεια του πολέμου, ή διωγμούς πολιτικούς, θρησκευτικού ή ρατσιστικού χαρακτήρα 35 . Στην περίπτωση ιδίως της Γιουγκοσλαβίας, το αρμόδιο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ( συσταθέν με το Ψήφισμα 780/1992 του Συμβουλίου Ασφαλείας Ο.Η.Ε.)  περιέλαβε στο άρθρο 5 του Καταστατικού του Χάρτη τα ” Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητος” ορίζοντάς τα κατά σχετικά στενότερο τρόπο

ως α) πράξεις χαρακτηρισμένες ως “απάνθρωπες” β) πράξεις στρεφόμενες κατά του αμάχου πληθυσμού και γ) πράξεις ,οι οποίες έχουν λάβει χώρα κατά την διάρκεια ένοπλης σύγκρουσης (Γάγγας 2000).. Στα “εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος” ανήκει οπωσδήποτε και η πρακτική της εθνοκάθαρσης, δηλαδή η εκτόπιση ενός εθνικού πληθυσμού από μία περιοχή ώστε αυτή να καταστεί εθνικώς ομοιογενής και αδιαφοροποίητη.

 

– Διάπραξη “εγκλημάτων πολέμου” , δηλαδή παραβιάσεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο πλαίσιο βασικά διεθνών και δευτερευόντως εσωτερικών ενόπλων συγκρούσεων.

Πρόκειται ενδεχομένως αρχικά γιά προσβολές δικαιωμάτων των αμάχων (θανάτωση κακομεταχείριση, εκτόπιση κλπ)  στο πλαίσιο μιάς εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης -όπως αυτή ανάμεσα στον γιουγκοσλαβικό στρατό και αστυνομία και στους αντάρτες του A.Σ.Κ. στο Κοσσυφοπέδιο, οι οποίες υπάγονται στο πεδίο ισχύος της ΙV Διεθνούς  Σύμβασης της Γενεύης του 1949  και του Ι Πρωτοκόλλου του 1977 (βλ. και υποσ.  ).

Η έκταση της εννοίας του “αμάχου” προσδιορίζεται στο άρθρο 50 του Πρωτοκόλλου Ι του 1977, κατά το οποίο :

 

“1. Αμαχος είναι όποιο πρόσωπο δεν ανήκει στις κατηγορίες του Αρθρου 4Α (1), (2) ,(3) και (β) της Σύμβασης ΙΙΙ του ’49 και του άρθρου 43 του Πρωτοκόλλου (δηλ. όποιος δεν ανήκει στην κατηγορία του “νομίμου μαχητή” ή του “μαχητή” γενικότερα. Σε περίπτωση αμφιβολίας αν ένα πρόσωπο ανήκει στην κατηγορία των αμάχων, θα θεωρείται άμαχος.

 

  1. Ο άμαχος πληθυσμός περιλαμβάνει όλους όσοι είναι άμαχοι.

 

  1. Η παρουσία μεταξύ του αμάχου πληθυσμού ατόμων, που δεν ανταποκρίνονται στον ορισμό του αμάχου, δεν αποστερεί από τον πληθυσμό τον χαρακτηρισμό του αμάχου.”

 

Η προστασία των αμάχων αναφέρεται εννοιολογικά 1) στην προστασία των αμάχων, που βρίσκονται κατά την διάρκεια ενός πολέμου ή μιάς ένοπλης σύγκρουσης στο έδαφος ενός μέρους της σύγκρουσης και δεν είναι υπήκοοί του 2) στην προστασία των αμάχων, που κατοικούν ή διαμένουν σε περιοχές , που βρίσκονται κάτω από εχθρική κατοχή ,και

3) στην προστασία των αμάχων, οι οποίοι, ανεξαρτήτως τπηκοότητος διαμένουν στο έδαφος ενός μέρους της σύγκρουσης 36 .Συνεπώς, εδώ συγκαταλέγεται και η προστασία των αμάχων υπηκόων ενός κράτους απέναντι στις δυνάμεις ασφαλείας του κράτους αυτού κατά την περίοδο μιάς ένοπλης σύγκρουσης εσωτερικού χαρακτήρα (ανταρσία, εμφύλιος πόλεμος κλπ).

   Στην διάρκεια ιδίως της κρίσης των ετών  1998-1999 οι γιουγκοσλαβικές δυνάμεις ασφαλείας κατηγορήθηκαν ότι διέπραξαν δολοφονίες και βιαιοπραγίες σε βάρος του αμάχου Κοσσοβαρικού πληθυσμού, υπηκόων δηλαδή της ΟΔΓ , στο πλαίσιο των επιχειρήσεων κατά του Α.Σ.Κ. Στα περιστατικά αυτά και την πραγματική έκτασή τους,ιδίως την σφαγή του Ρατσάκ (1.1999), θα αναφερθούμε στο Δεύτερο Μέρος.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, προκύπτει ότι η ειδησεογραφία των δυτικών ΜΜΕ διόγκωσε σημαντικά τον αριθμό των πράγματι εκτελεσθέντων ή κακοποιηθέντων αμάχων Κοσσοβάρων 37 .   Πολύ περισσότερο, δεν φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν τόσο εκτεταμένες εκκαθαρίσεις αμάχων, ώστε να συγκροτείται η κατηγορία γιά το έγκλημα της γενοκτονίας κατά την αντίστοιχη Διεθνή Σύμβαση , δηλαδή μαζικές δολοφονίες σε βάρος μιάς εθνικής ομάδας συνδυασμένες με την ειδική πρόθεση καταστροφής όλου ή μέρους των μελών μιάς εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδος, η οποία και διαφοροποιεί την γενοκτονία από την απλή ανθρωποκτονία (έστω κατ’ εξακολούθηση ή συρροή) του κοινού Ποινικού Δικαίου.

 

Η διάπραξη εγκλημάτων πολέμου αναφέρεται και σε εκτελέσεις ή κακομεταχείριση των αιχμαλώτων  μαχητών του Α.Σ.Κ. από τις γιουγκοσλαβικές δυνάμεις ασφαλείας και παραβίαση της αρχής της ανθρώπινης μεταχείρισης .. Ο Α.Σ.Κ. δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στρατός “νομίμων μαχητών” στο πλαίσιο μιάς διεθνούς ή μιάς εξομοιούμενης με διεθνή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης. Οπως είναι γνωστό, η κατ’ αρχήν απαρίθμηση των δικαιούμενων μεταχείρισης αιχμαλώτου πολέμου νομίμων  μαχητών ( Σύμβαση Ι Γενεύης 1949, Σύμβαση ΙΙ Γενεύης 1949, ιδίως όμως το άρθρο 4 Σύμβασης ΙΙΙ Γενεύης 1949 )  έχει τροποποιηθεί ριζικά βάσει του Πρωτοκόλλου Ι του 1977,όπου η έννοια του “νομίμου μαχητή” διατυπώνεται με πολύ λιγότερες προυποθέσεις από το 1949 βάσει των άρθρων 43 και 44 του Πρωτοκόλλου Ι. Η αναδιατύπωση αυτή εγγράφεται στην γενικότερη παραδοχή του Πρωτοκόλλου Ι ,κατά την οποία οι εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις εξομοιώνονται με τις διεθνείς και οι μαχητές αυτών (ιδίως οι αντάρτες) με “νόμιμους μαχητές” της Σύμβασης του 1949, προκειμένου γιά κινήματα εθνικοαπελευθερωτικά/αντιποικιακά  ή κινήματα κατά του ρατσισμού και της φυλετικής καταπίεσης. Στις λοιπές περιπτώσεις εσωτερικών  ενόπλων συγκρούσεων οι “αντάρτες” δεν νοούνται ως νόμιμοι μαχητές και άρα δεν έχουν καθεστώς μεταχείρισης αιχμαλώτων πολέμου,όταν συλληφθούν, αλλά υπόκεινται στην εσωτερική νομοθεσία και αρμοδιότητα του κράτους.

Ενα πρώτο ζήτημα λοιπόν αφορά την φύση του Α.Σ.Κ. ως στρατού “ανταρσίας” ή ως “εθνικοαπελευθερωτικού” στρατού, προκειμένου να διευκρινισθεί το νομικό status

των μαχητών του.

Ακόμη όμως και αν ο Α.Σ.Κ. δεν θεωρηθεί σε καμία περίπτωση εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, αυτό δεν σημαίνει ότι η μεταχείριση των μαχητών του δεν άπτετο καθόλου του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Αυτό συμβαίνει α) τόσο λόγω των ρυθμίσεων του ΙΙ Πρωτοκόλλου Γενεύης του 1977 όσο και β) λόγω του κοινού άρθρου 3 των Συμβάσεων Γενεύης 1949. Το Πρωτόκολλο ΙΙ δέχεται ότι οι ρυθμίσεις του κοινού άρθρου 3 (  ελάχιστη ανθρώπινη μεταχείριση των αιχμαλώτων έστω και κάτω από τα standards του “αιχμαλώτου πολέμου”) επιδέχονται εφαρμογής ακόμη και σε εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις (πλην των εξαιρέσεων του Πρωτοκόλλου Ι γιά τα αντιαποικιακά κινήματα κλπ) ,όταν οι αντιτιθέμενες στο κράτος ” οργανωμένες ένοπλες ομάδες έχουν επαρκή έλεγχο μέρους του εδάφους της επικράτειας ,ώστε να μπορούν πάνω σ’ αυτό να εφαρμόσουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το Πρωτόκολλο ΙΙ”. Αυτή η πραγματικότητα ίσχυσε σε κάθε περίπτωση από το καλοκαίρι του 1998 και εξής γιά τις δυνάμεις του Α.Σ.Κ. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι οι ΗΠΑ, ως το κατ’εξοχήν κράτος,το οποίο υποστήριξε την δρταστηριότητα του Α.Σ.Κ. ουδέποτε έχουν επικυρώσει τις ρυθμίσεις των Πρωτοκόλλων Ι και ΙΙ του 1977.

 

 

2.Γιουγκοσλαβία 1999: Ρήξη με τον Καταστατικό Χάρτη ;

 

   Η επέμβαση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ  στην (Νέα) Γιουγκοσλαβία υπέρ των αλβανοφώνων του Κοσσυφοπέδίου  δεν στηρίχθηκε,όπως είναι γνωστό,σε απόφαση εντολής ή εξουσιοδότησης από το ΣΑ του ΟΗΕ..Αντιθέτως,παρέκαμψε και υποκατέστησε το ΣΑ.Με δεδομένη αυτήν την πραγματικότητα  πρέπει να ερευνηθεί  η τυχόν δυνατότητα «έμμεσης» θεμελίωσης των στρατιωτικών επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ (βασικά βομβαρδισμών ) στην επικράτεια της  Γιουγκοσλαβίας  στο διεθνές δίκαιο .

 

Α.Οπως έχει διευκρινισθεί, απόφαση στρατιωτικής δράσης του ΣΑ ΟΗΕ με ενεργοποίηση του δικού του στρατιωτικού μηχανισμού  (42 σε συνδυασμό με 43 ΚΧ) δεν έχει ποτέ ληφθεί ούτε πραγματοποιηθεί .Συνεπώς,θα μπορούσε μόνον  να ληφθεί απόφαση του ΣΑ, η οποία να επιτάσσει ορισμένα κράτη-μέλη ή ορισμένη ¨”περιφερειακή οργάνωση” να αναλάβει στρατιωτική δράση κατά της Νέας Γιουγκοσλαυίας ως κράτους,το οποίο διά της καταπιεστικής του πολιτικής διαταράσσει την ειρήνη (συνδ. του 42 με το άρθρο 48 ή με το άρθρο 53 ΚΧ ).Στην περίπτωση αυτή η ευθύνη των επιχειρήσεων θα ανήκε στο ίδιο το ΣΑ (εντολή στρατιωτικής δράσης).Καμία απόφαση του ΣΑ δεν ελήφθη με τα χαρακτηριστικά αυτά.

 

Β.Με την έναρξη της κλιμάκωσης της κρίσης στο Κοσσυφοπέδιο και την ένοπλη σύγκρουση δυνάμεων του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου με τις σερβικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις  τον 2. και 3.1998 εκδηλώθηκε μεσολαβητική πρωτοβουλία του ΟΗΕ γιά την επίλυση της κρίσης. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοβουλίας. ελήφθησαν οι  αποφάσεις 1660/3.1998 και 1199/9.1998 οι οποίες καλούσαν στον τερματισμό των εχθροπραξιών,των πράξεων καταπίεσης από την πλευρά των αρχών και των “τρομοκρατικών” πράξεων από την πλευρά του Α.Σ.Κ., απαγόρευαν την πώληση οπλισμού προς την Ο.Δ.της Γιουγκοσλαβίας,περιλαμβανομένου και του Κοσσυφοπεδίου και καλούσαν τα κράτη-μέλη να τηρήσουν τις απαγορεύσεις αυτές.Επρόκειτο δηλαδή γιά τη λήψη “μη βιαίων μέτρων” κατά το άρθρο 41 7ου Κεφαλαίου του ΚΧ.Οι αποφάσεις αυτές απέρριπταν το επιχείρημα της “μη επέμβασης” προκειμένου γιά πράξεις καταπίεσης κατά της αλβανικής μειονότητας  (Gentreau 1999),πλην όμως στις αποφάσεις αυτές δεν εμπεριέχεται «εξουσιοδότηση σε συλλογική άμυνα» (42 σε συνδυασμό με 51 ΚΧ) , ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η συλλογική άμυνα αναφέρεται και στην «ανθρωπιστική επέμβαση» και χωρίς να πρόκειται γιά διακρατική αλλά γιά ενδοκρατική διαφορά..Δεν υπάρχει δηλαδή  ρήτρα,όπως στην περίπτωση της απόφασης 678/1990 γιά τον Κόλπο «χρήσης οποιουδήποτε μέσου γιά την προάσπιση της ειρήνης».Ουτε είναι δυνατό να συναχθεί η ρήτρα αυτή από την λήψη «μη βιαίων μέτρων» κατά της Ο.Δ. Γιουγκοσλαβίας..Στο βαθμό που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις  συνεπάγονται σημαντικές απώλειες ανθρωπίνων ζωών  και μάλιστα αμάχων–ιδίως οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί-δεν είναι δυνατό να θεμελιωθούν σε «έμμεση εξουσιοδότηση» αλλά σε σαφή και ρητή μόνο και μάλιστα «πρόσφατη»,όχι χρονικά απομακρυσμένη από την ανάληψη της δράσης38. Εφ’όσον η επέμβαση επιχειρείται με σκοπό την προστασία πολιτών από καταπιεστικές κρατικές ενέργειες (οι οποίες με ευχέρεια χαρακτηρίζονται ως «έγκλημα πολέμου» ), τα μέσα αυτής πρέπει να  διακρίνονται από εγγυήσεις (υπέρ της προστασίας της ανθρώπινης ζωής) και όχι από την άμετρη και αυθαίρετη χρήση στρατιωτικής βίας .

 

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η “έμμεση εξουσιοδότηση” από αποφάσεις του ΣΑ  λόγω της συνδρομής “ανθρωπιστικού κινδύνου” γιά την αλβανική μειονότητα, θα έπρεπε αυτός να περιγράφεται σαφώς και πάντως να υπερβαίνει τον προσδιορισμό της “χρήσης υπερβολικής αστυνομικής βίας εναντίον αμάχων και ειρηνικών διαδηλωτών στο Κοσσυφοπέδιο”  (απόφαση 1160/1998 ΣΑ) Αλλά και να αναγνωρίζει ρητώς την ύπαρξη συνθηκών νόμιμης άμυνας εκ μέρους τρίτων κρατών λόγω “ανθρωπιστικού κινδύνου”.Και πάλι όμως θα ίσχυαν οι προυποθέσεις των ορίων της  προσφορότητας,της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας (αρχή της αναλογικότητας)  όχι μόνο ως προς το jus in bello    αλλά και γιά το jus ad bellum (πριν αρχίσουν οι επιχειρήσεις).Οπως όμως έχει γίνει γνωστό, δυνατότητα ειρηνικής/διπλωματικής συνεννόησης των ενδιαφερομένων πλευρών υπήρχαν πριν από τη στρατιωτική επέμβαση,οπότε θα τερματιζόταν και οι πράξεις καταπίεσης εκ μέρους των γιουγκοσλαυικών κρατικών αρχών39.

 

Γ. Ενδεχομένως όμως, η επέμβαση του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί “συλλογική άμυνα” από τρίτα ενδιαφερόμενα κράτη χωρίς την εξουσιοδότηση του ΣΑ (51 ΚΧ).  Ο “ανθρωπιστικός κίνδυνος” θα δικαιολογούσε μία μορφή “ανθρωπιστικής επέμβασης”,παρά τη μη διάγνωση συνθηκών “συλλογικής άμυνας” από το ΣΑ.Η θέση αυτή προσκρούει ακριβώς στην ανάγκη στενής οριοθέτησης της συλλογικής άμυνας, όταν  δεν συντρέχει η εγγύηση της διαπίστωσης συνδρομής της από το ΣΑ και της εξουσιοδότησης σε αυτήν (όπως λ.χ. στον Κόλπο ή στην κρίση της Αιτής). Οταν δεν είναι σαφής η θέση του αμυνομένου και του επιτιθεμένου-και σε μία  ενδοκρατική κρίση είναι πάντοτε δυσχερές να προσδιορισθεί- η αυθαίρετη  και καταχρηστική άσκηση της “συλλογικής άμυνας” είναι δυνατό να καλύψει ηγεμονιστικές πρακτικές κάθε μορφής .

 

Δ. Πιό ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιχείρημα της άσκησης στρατιωτικής βίας χωρίς σαφές νομικό έρεισμα αλλά  στη βάση της “ανθρωπιστικής καταστροφής” ως μιάς “κατάστασης ανάγκης” αίρουσας κατ’ αναλογία προς το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο τον άδικο χαρακτήρα της επέμβασης( υποστηρίζεται  και σε Glennon 1999 ως επικουρικό επιχείρημα)..Στην περίπτωση αυτή το “δικαίωμα στην επέμβαση” θα μπορούσε να θεμελιωθεί  σε προηγούμενη πρακτική  των διεθνών υποκειμένων σε ανάλογες περιπτώσεις , σε μορφές δηλαδή σχηματισμού “διεθνούς εθίμου” 40.Oμως το επιχείρημα αυτό εκκινώντας από την παραδοχή του διεθνώς  παρανόμου χαρακτήρα της επέμβασης λαμβάνει ως δεδομένη  τη νομιμοποίηση  του φορέως αυτών των «θετικών πρακτικών» να ενεργεί νομιμοποιώντας εκ των υστέρων τη δράση του βάσει ενός «τεκμηρίου καλής πίστης» , συμμόρφωσης δηλαδή εσωτερικά και διεθνώς με τους δημοκρατικούς κανόνες.Η ταύτιση συνήθως του φορέως των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» με τις ηγεμονικές φιλελεύθερες δημοκρατίες (ιδίως τις ΗΠΑ)  δεν επιβεβαιώνει το «τεκμήριο καλής πίστης» με δεδομένη τη μη τήρηση μιάς ομοιογενούς και συνεκτικής πολιτικής «επεμβάσεων» σε διαφορετικές διεθνείς κρίσεις, αποσυσχετισμένης από στρατηγικά συμφέροντα41 .  Εκτός δε αυτού η προβληματικότητα του «δικαίου της ανάγκης» ενισχύεται από το γεγονός ότι η διεθνής  αυτή πρακτική δεν έχει «διαπιστωθεί» από την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου ή από αποφάσεις των οργάνων των ΗΕ, ούτε όσον αφορά τις προυποθέσεις της  (θα αντιστοιχούσαν αυτές  σε συνθήκες «γενοκτονίας» ή «εθνοκάθαρσης» ή θα αρκούσε μία κατάσταση εθνικής και πολιτικής καταπίεσης; ) ούτε όσον αφορά τα νομιμοποιούμενα κράτη γιά να ασκήσουν το δίκαιο της ανάγκης 42.

 

Από την απόρριψη των θεωρητικών αυτών ενδεχομένων προκύπτει το συμπέρασμα  της  παραβίασης από την πλευρά των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ , τα οποία και συνυπέγραψαν τις  σχετικές αποφάσεις στρατιωτικής δράσης εκείνων των διεθνών κανόνων  (του ΚΧ ΟΗΕ),οι οποίοι οριοθετώντας την άσκηση ένοπλης βίας κατατείνουν στην προστασία της διεθνούς ειρήνης σύμφωνα προς την αρχή του άρθρου 2 παρ. 4 ΚΧ.Επιπλέον όμως ο τρόπος πραγματοποίησης της επέμβασης (πολύμηνοι αεροπορικοί βομβαρδισμοί κατά στρατιωτικών στόχων,πολιτικών στόχων και  και αμάχων 43)  εγείρει ερωτήματα όσον αφορά  την τήρηση από τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ του “ανθρωπιστικού δικαίου του πολέμου” .Το  ανάλογο ερώτημα τέθηκε  και κατά τον Πόλεμο του Κόλπου υπό διαφορετικές όμως προυποθέσεις, αν δηλαδή σε μία νόμιμη διεθνή επέμβαση θα έπρεπε να ισχύουν οι κανόνες του α.δ.π. και υπέρ των πολιτών του κράτους καθ’ ού η επέμβαση.Σύμφωνα και με παλαιότερες θέσεις της επιστήμης του Διεθνούς Δικαίου έγινε δεκτό ότι  και  οι πολίτες του  καθ’ού κράτους απολαμβάνουν τα δικαιώματα  και εγγυήσεις του α.δ.π.  με αποτέλεσμα να πρέπει να αποφεύγονται οι δυσανάλογες  επιθέσεις (αρχή του ηπιοτέρου δυνατού μέσου) και ιδίως οι επιθέσεις κατά αμάχων αν και στην έκθεση του ΓΓ ΟΗΕ υπήρξε παραδοχή της συνδρομής “παραπλεύρων καταστροφών”  (collateral  damage”)κατά αμάχων στο Ιράκ το 199144.   Στην περίπτωση της ΟΔ Γιουγκοσλαυίας το ιδιαίτερα σημαντικό μέγεθος των λεγομένων “παραπλεύρων ζημιών”  , καθώς η πλειοψηφία των νεκρών των βομβαρδισμών αντιστοιχεί σε αμάχους,προσανατολίζει σαφώς υπέρ της ορθότητας της άποψης ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες του ανθρωπιστικού δικαίου του πολέμου,όπως αυτοί προσδιορίζονται κυρίως από τη Συνθήκη της Γενεύης της 12-8-1949 . Δεν τηρήθηκε ιδίως η διάταξη του άρθρου 48 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου  της Συνθήκης (1977), κατά την οποία “Προκειμένου να διασφαλισθεί ο σεβασμός και η προστασία του αμάχου πληθυσμού και των  πολιτικών (“civilian”)  πραγμάτων και εγκαταστάσεων  ,τα μετέχοντα στη σύγκρουση Μέρη θα πρέπει πάντοτε να διακρίνουν μεταξύ αμάχου πληθυσμού και μαχητών και μεταξύ πολιτικών αντικειμένων και στρατιωτικών στόχων και ακολούθως να κατευθύνουν τις επιχειρήσεις τους κατά των στρατιωτικών στόχων”  (Πρωτόκολλο γιά την προστασία των θυμάτων των διεθνών ενόπλων συγκρούσεων) 45. Επίσης,  δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της Συνθήκης της Χάγης γιά την άσκηση εναερίου πολέμου  (“ Hague Rules of Air Warfare 12. 1922-2.1923 ) 46 σχετικά με τηn διάκριση στρατιωτικών και πολιτικών εναερίων στόχων. Aλλά και το Ι Πρωτόκολλο της Συνθήκης  Γενεύης  (1977) ευνοεί ακόμη και σε περιπτώσεις στόχων που εξυπηρετούν τόσο στρατιωτικές όσο και  πολιτικές ανάγκες (π.χ. ηλεκτρικό δίκτυο)  τον προσδιορισμό τους ως πολιτικών. Πέρα από την ίδια την άσκηση επιθετικής στρατιωτικής βίας (“επιθετικού πολέμου”47 ) η συστηματική άσκηση αεροπορικών βομβαρδισμών κατά αμάχων, η καταστροφή της κοινωνικής υποδομής και των πολιτιστικών μνημείων και η εκτεταμένη οικολογική καταστροφή (με την καταστροφή δασών , ποταμών κλπ και τη ριζική επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν πράξεις παραβίασης του δικαίου του πολέμου 48.

 

   Ανακεφαλαιώνοντας, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 1999 :

 

– Συνιστούν παραβίαση της απαγόρευσης ένοπλης βίας στις διεθνείς σχέσεις (άρθρο 2 παρ. 4 ΚΧ ΟΗΕ) και μορφή “επιθετικού πολέμου”. Ο επιθετικός πόλεμος αποτελεί,κατά τον Χάρτη του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης (άρθρο 6),πράξη ,η οποία παραβιάζει το διεθνές δίκαιο

και έγκλημα κατά της ειρήνης.

  • Συνιστούν παραβίαση της προστασίας των αμάχων κατά την IV Σύμβαση της Γενεύης του 1949 και το άρθρο 50 του Πρωτοκόλλου Ι Γενεύης του 1977.
  • Συνιστούν σε σημαντικό βαθμό,από την στιγμή που επλήγησαν πολιτικοί στόχοι και στόχοι αμφισβητούμενης στρατιωτικής χρήσης (και σε T.Judah 2000) , παραβίαση του άρθρου 48 Πρωτοκόλλου Ι 1977 γιά την σαφή διάκριση πολιτικών και στρατιωτικών στόχων.
  • Συνιστούν παραβίαση των κανόνων της Σύμβασης της Χάγης (1923) γιά την διεξαγωγή του εναερίου πολέμου.
  • Στον βαθμό που προκάλεσαν σε σημαντική κλίμακα την θανάτωση αμάχου πληθυσμού, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν “έγκλημα κατά της ανθρωπότητας”,κατά την έννοια του Χάρτη του Δικαστηρίου Νυρεμβέργης.
  • Στον βαθμό που προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές στο φυσικό περιβάλλον

( π.χ. εργοστάσιο  φαρμακευτικών ειδών της Galernica κοντά στο Βελιγράδι,  εργοστάσια χημικών στο Kragujevac ,κ.α., σχετικά και σε M.Parenti 2000)πρέπει να θεωρηθεί ότι παραβίασαν τις προστατευτικές γιά το περιβάλλον Συμβάσεις δικαίου του πολέμου όπως το Πρωτόκολλο Ι 1977 και την Σύμβαση “γιά την απαγόρευση στρατιωτικής ή άλλης πολεμικής χρήσης των τεχνικών τροποποίησης του περιβάλλοντος” ( ΕΝΜΟD 1976). Απολύτως καταστρεπτική γιά το περιβάλλον, τον άνθρωπο και τα οικοσυστήματα της περιοχής υπήρξε και η χρήση του απεμπλουτισμένου ουρανίου (DU) , ως στοιχείου των βομβών του ΝΑΤΟ,βάσει των στοιχείων που δημοσιοποιήθηκαν κατά την διετία 2000-2001.

– Παραβίασαν λόγω της καταστροφής σημαντικών ιστορικών και πολιτιστικών μνημείων της Γιουγκοσλαβίας τις Διεθνείς Συμβάσεις γιά την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

 

Παρά τις παραπάνω  σαφείς  παραβιάσεις η επέμβαση του ΝΑΤΟ αποτελεί μεν ρήξη  με τη διεθνή νομιμότητα  αλλά και συνέχεια μιάς γραμμής νομιμοποίησης της δράσης των διεθνών υποκειμένων.   Ο περιορισμός  του ρόλου του ΟΗΕ στην υλοποίηση  των διεθνών επεμβάσεων,η νομιμοποίηση των επεμβάσεων σε ενδοκρατικές διαφορές στο όνομα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,, η αποσύνδεση της ειρήνης από το απαραβίαστο της κυριαρχίας ως εξελίξεις προηγήθηκαν και εν μέρει προετοίμασαν την επέμβαση του ΝΑΤΟ στην δεύτερη γιουγκοσλαβική κρίση.Αν η “εξουσιοδότηση  σε συλλογική άμυνα” έφθασε την εφαρμογή της νομιμότητας έως το όριο της επέκτασης των διεθνών στρατιωτικών επεμβάσεων,το επιχείρημα της “ανθρωπιστικής καταστροφής” ως “ κατάστασης ανάγκης” επικύρωσε την υλικότητα της δύναμης  των διεθνών επεμβάσεων πέραν της νομιμότητας. Αλλά ταυτόχρονα εγκαθιστώντας εν τοις πράγμασι νέους διακρατικούς θεσμούς επιβολής της ειρήνης (π.χ. ρόλος της Ομάδας G8 στην τελική συμφωνία του 6.1999 ) έθεσε ενδεχομένως και την προοπτική μιάς  «ανερχόμενης» νέας νομιμότητας αντίστοιχης στη νέα ιστορική πραγματικότητα.

 

 

  1. H προστασία της «διεθνούς ειρήνης»: ΚΧ ΟΗΕ ,Διεθνείς Συμβάσεις, ισχύον Σύνταγμα

 

   3.1.Το όλο καταστατικό πλαίσιο  του ΚΧ ΟΗΕ οργανώνεται και ενοποιείται γύρω από την στοχοθεσία  της προστασίας της ειρήνης και της αποτροπής του πολέμου.Ηδη το Προοίμιο του ΚΧ προιδεάζει ιδεολογικά τον αναγνώστη του ως προς  την βιωμένη εμπειρία του πολέμου και την ανάγκη αποτροπής της επανάληψής του.Αρχίζει με την φράση «Οπως σώσωμεν τας επερχομένας γενεάς από την μάστιγα του πολέμου ήτις δις εις το διάστημα μιάς γενεάς επεσσώρευσεν άφατον θλίψιν εις την ανθρωπότητα» (μετάφραση κατά τον κυρωτικό  αναγκαστικό νομο 585/1945).Είναι  χαρακτηριστικό το ότι «η πίστις εις τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου ,εις την αξιοπρέπειαν και την αξίαν του ανθρώπου ,εις την ισότηταν των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών και Εθνών μεγάλων και μικρών» ακολουθεί την «προστασία της ειρήνης», μία λογική σειρά όχι άμοιρη προτεραιοτήτων. Αλλά και πιό κάτω αναφέρεται η επιταγή «Να είμεθα ανεκτικοί και να ζώμεν εν ειρήνη μετ’αλλήλων ως καλοί γείτονες .Να ενώνωμεν τας δυνάμεις μας προς διατήρησιν της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας”.Στο Α’Κεφάλαιο όπου καθορίζονται οι γενικές αρχές του ΟΗΕ προσδιορίζεται ως πρώτος σκοπός του ΟΗΕ κατά το άρθρο 1παρ. 1 “Να διατηρώσι την διεθνή ειρήνην και ασφάλειαν και προς τούτο να λαμβάνωσι τελέσφορα συλλογικά μέτρα διά την πρόληψιν και αποτροπήν των απειλών κατά της ειρήνης και διά την καταστολή επιθετικών ενεργειών ή άλλων διαταράξεων της Ειρήνης ,και να επιτυγχάνωσι,δι’ ειρηνικών μέσων και συμφώνως προς τας αρχάς της δικαιοσύνης και του διεθνούς δικαίου την διευθέτησιν ή διακανονισμόν των διεθνών διαφορών ή καταστάσεων αίτινες θα ηδύναντο να οδηγήσωσι εις την διατάραξιν της ειρήνης”.  Στο άρθρο 2 ΚΧ εκτός από την προαναφερόμενη αρχή της “μη χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις” (2 παρ. 4 ΚΧ) πλην των  εξαιρετικών περιπτώσεων του 7ου Κεφαλαίου διακηρύσσεται η “αρχή της κυριάρχου ισότητος” μεταξύ των κρατών (παρ. 1) αλλά και η αρχή της “μη επέμβασης στα ζητήματα εσωτερικής δικαιοδοσίας κάθε κράτους” ( 2 παρ. 7). Η αρμοδιότητα διατήρησης της  “διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας” ανατίθεται αποκλειστικά στο Συμβούλιο Ασφαλείας (άρθρο 24 παρ. 1),το οποίο πάντως (παρ.2) “εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του θα ενεργή συμφώνως προς τους σκοπούς και τας αρχάς των Ηνωμένων Εθνών”. Επίσης κατά το 6ο Κεφάλαιο ΚΧ (άρθρο 33 επ.) ορίζεται η διαδικασία ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών ,ενώ  στο 7ο Κεφάλαιο ορίζεται η συγκυρία της “απειλής κατα της ειρήνης,διαταράξεως της ειρήνης ή επιθετικής πράξεως” (άρθρο 39) καθώς και  τα μέσα επέμβασης του Σ.Α. γιά την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας , μη βίαια (άρθρα 40-41) ή βίαια (άρθρο 42 επ.).Ορίζεται ακόμη το δικαίωμα των κρατών στην νόμιμη άμυνα (άρθρο 51 ΚΧ). Τέλος,στο 8ο Κεφάλαιο ορίζονται τα σχετικά με τα τοπικά σύμφωνα, “ αι ενέργεiαι των οποίων τυγχάνουν σύμφωνοι προς τους σκοπούς και τας αρχάς των Ηνωμένων Εθνών” (άρθρο 52 παρ. 1 ΚΧ).  Επίσης κατά το άρθρο 55   “ ο καθολικός σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών διά παντας” αποτελεί προυποθεση των “ειρηνικών και φιλικών σχέσεων μεταξύ των Εθνών”. Παρατηρούμε στο πλαίσιο του 2ου άρθρου ΚΧ την συστηματική ενότητα μεταξύ της “διεθνούς ειρήνης” και της κυριαρχίας ως “ίσης” κυριαρχίας αλλά και ειδικότερα ως αρχής “μη επέμβασης”.Η αρχή της προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών “διά πάντας άνευ διακρίσεως φυλής,φύλου,γλώσσης ή θρησκείας” (άρθρο 2 παρ. 3 ΚΧ) κατοχυρώνεται ως ισοδύναμη αρχή προς αυτές, παραμένει όμως το ζήτημα της συγκεκριμένης εναρμόνισης αυτών των αρχών . Κατ’ αρχήν πάντως και γιά μεγάλο διάστημα μετά την σύνταξη του Χάρτη η προστασία των α.δ. εξακολουθεί να νοείται ως ζήτημα “εσωτερικής δικαιοδοσίας”.

 

3.2.Σε συγκλίνουσα κατεύθυνση προς τον Καταστατικό Χάρτη ΟΗΕ το κείμενο της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι (1.8.1975) 49, μη αποτελούν διεθνές συμβατικό κείμενο αλλά προγραμματική Διακήρυξη Αρχών των συμμετεχόντων  κρατών,  αναφέρεται στην  “μη προσφυγή στην απειλή ή στη χρήση βίας” (σημείο 2) σε συνάρτηση με την “κυρίαρχη ισότητα των κρατών” (σημειο 1) ,το “απαραβίαστο των συνόρων “ (σημείο 3), ,τον “ειρηνικό διακανονισμό των διαφορών” (σημείο 5) ,την “εδαφική ακεραιότητα των κρατών” (σημείο 4) την “μη επέμβαση στις  εξωτερικές υποθέσεις” (σημείο 6”, τον “σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου” (σημείο 7) και το “δικαίωμα στην αυτοδιάθεση” μεταξύ ίσων λαών (σημείο 8) . Οι σταθερές της “διεθνούς κυριαρχίας” (εδαφική  ακεραιότητα, ίση κυριαρχία, μη επέμβαση )  νοούνται και ως εγγυήσεις διατήρησης της ειρήνης,έτσι ώστε από την ανάγνωση του κειμένου να μην “επιτρέπεται” να αναδειχθεί –στο πλαίσιο τότε των προσπαθειών ύφεσης- η σχέση έντασης ή αντίθεσης μεταξύ σεβασμού των α.δ. και κυριαρχίας..Εξ άλλου σημαντική παραμένει η σύνδεση στο Προοίμιο της Συμφωνίας της “διεθνούς ειρήνης” με τον σεβασμό και προστασία των α.δ.

 

3.3.Στον βαθμό που η “διεθνής ειρήνη και ασφάλεία” αποτελεί  θεμελιώδη αρχή του ΟΗΕ,  η σύναψη διεθνών συμβάσεων, η οποία θα αντέκειτο στην αρχή αυτή θα προσέκρουε σε “αναγκαστικό κανόνα γενικού διεθνούς δικαίου” . Κατ’ αποτέλεσμα η ΔΣ, η οποία θα αντιστρατευόταν την προστασία της διεθνούς ειρήνης  και ασφαλείας και ειδικότερες εκδηλώσεις της όπως η αρχή του άρθρου 2 παρ. 4ΚΧ ή ο ειρηνικός  διακανονισμός των διεθνών διαφορών, θα ήταν άκυρη κατά τα οριζόμενα στην Διεθνή Σύμβαση της Βιέννης της 23-5-1969  στο πλαίσιο του ΟΗΕ  γιά το “Δίκαιο των Συνθηκών” (κυρωθείσας με το ν.δ. 402/1974 ,ΚΝοΒ 1974 σελ. 489 επ.)  και ειδικότερα το άρθρο 53 εδ. α’ αυτής (“ Ακυρος είναι η συνθήκη ,εφόσον αύτη κατά τον χρόνο της συνομολογήσεώς της συγκρούεται προς αναγκαστικό κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου”).

 

3.4.Αλλά και η νομιμότητα του “επεμβαίνοντος οργανισμού” στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου,του ΝΑΤΟ, δεν αφήνει περιθώρια γιά την άσκηση  χρήσης βίας πέραν των εξαιρετικών περιπτώσεων του ΚΧ και μάλιστα γιά την άσκηση  “επιθετικού πολέμου” . Ο Καταστατικός Χάρτης του ΝΑΤΟ ορίζει το Σύμφωνο ως  έναν συνασπισμό “συλλογικής άμυνας” έναντι τρίτων κρατών. Το Προίμιο της Συνθήκης Βορείου Ατλαντικού της 4-4-1949 ορίζει ότι “Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διαδηλούν εκ νέου την πίστιν των εις τους σκοπούς και τας αρχάς του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών ,ως και της επιθυμίας των να διαβιώσουν εν ειρήνη μεθ’απάντων των λαών και απασών των Κυβερνήσεων”

(κυρωτικός νόμος 1989 /19-2-1952 ). Επίσης,στο άρθρο 1 ορίζεται ότι  “Τα Μέρη αναλαμβάνουν ,ως καθορίζεται εν τω Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ,όπως διακανονίζουν πάσαν διεθνή διαφοράν εις ήν ήθελον ευρεθή εμπεπλεγμένα δι’ ειρηνικων μέσων , κατά τρόπον ώστε η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια και η δικαιοσύνη να μη εκτεθούν εις κινδύνους ,και όπως εις τας διεθνείς αυτών σχέσεις απέχουν της απειλής ή της χρησιμοποιήσεως βίας καθ’οιονδήποτε τρόπον απαδοντα προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών, ενώ το άρθρο 2 αναφέρεται στην “περαιτέρω ανάπτυξιν ειρηνικών και φιλικών διεθνών σχέσεων”. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μεταξύ των σκοπών του ΟΗΕ,προς τους οποίους οφείλει να είναι σύμφωνη η δράση των μερών προεξάρχει η “διεθνής ειρήνη και ασφάλεια” ,κεντρικό νομιμοποιητικό επιχείρημα της περιόδου αυτής , χαρακτηριζόμενης από την πολιτικοιδεολογική διαπάλη των “συστημάτων”.

 

Η ειδικοτερη λειτουργία του ΝΑΤΟ ως αμυντικού συμφώνου διαφαίνεται στην παρ. 1 άρθρου 5 , όπου τα Μέρη συμφωνούν στην υποχρέωση συνδρομής κατά κράτους-μέρους το οποίο δέχεται ένοπλη επίθεση (από τρίτο κράτος) ,στην άσκηση στην περίπτωση αυτήν ατομική ή συλλογικής αυτοάμυνας κατά το άρθρο 51 ΚΧ ΟΗΕ και στην γνωστοποίηση της “ενόπλου επιθέσεως” προς το Σ.Α. ΟΗΕ. Επίσης,δεσμεύονται στην λήξη των μέτρων άμυνας κατά την ανάληψη μέτρων γιά την αποκατάταση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας (παρ. 2). Σκιαγραφείται δηλαδή ένας “αμυντικός” ρόλος στο πλαίσιο των κανόνων του ΚΧ και σε συνεργασία με το Συμβούλιο Ασφαλείας κατά το άρθρο 51 ΚΧ.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι η επέμβαση του ΝΑΤΟ  του 3.1999 εκφεύγει από τα πλαίσια της Συνθήκης. Βορείου Ατλαντικού,δεδομένου ότι δεν αποτελεί άμυνα ατομική ή συλλογική κατά της επίθεσης τρίτου κράτους προς κράτος-μέρος της Συνθήκης , δεν ενασκεί εντολή ή εξουσιοδότηση του Σ.Α. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 53 ΚΧ γιά την συνεργασία Σ.Α. και “τοπικών συμφώνων” και παραβιάζει το παραπάνω κανονιστικό πλαίσιο του ΚΧ ΟΗΕ ,περιλαμβανομένων θεμελιωδών αρχών του γενικού διεθνούς δικαίου.Η στροφή του ΝΑΤΟ προς την τροποποίηση του αμυντικού του δόγματος ( εγκαινιασμένη κατά  την Σύνοδο ΝΑΤΟ 4.1999 )  δεν  θα μπορούσε κατά νομικά έγκυρο τρόπο να τροποποιήσει ή καταργήσει τα όρια και τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη. Ανεξαρτήτως όμως αυτού θα μπορούσε να ενισχύσει μία δυναμική  τροποποίησης ή “παράκαμψης” της διεθνους νομιμότητας.

 

3..5 . Το παραπάνω  διεθνές πλαίσιο ορίζει ένα  κανονιστικό σύστημα προστασίας της διεθνούς ειρήνης ,το οποίο εννοεί κατ’ αρχήν την “διεθνή ειρήνη”  ως μία “αντικειμενική τάξη” αντίστοιχη στο “γενικό συμφέρον” των κρατών μελών και των πολιτών τους,όπως αυτό γινόταν κατανοητό αμέσως μετά τον Β’.Π. Π.Ομως αυτή η “αντικειμενική τάξη”  είναι αλληλένδετη με την διεθνή προστασία των  “υποκειμενικών” α.δ.  . Η  κανονιστική σύνδεση των δύο αυτών τυπικά διακριτών μεταξύ τους σκοπών ( προστασία διεθνούς ειρήνης,προστασί α.δ.) 50  προκύπτει τόσο από την συστηματική κοινή παράθεση των δύο σκοπών στα διεθνή συμβατικά κείμενα  (ΚΧ ΟΗΕ άρθρα 1 παρ. 1, 13,55 και 56 ,Προοίμιο Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ όπου σαφώς αναφέρεται ότι

“ η αναγνώριση της αξιοπρεπείας που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους αποτελεί το θεμέλιο,της ελευθερίας ,της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο”,το Προοίμιο της Τελικής Πράξης Ελσίνκι, το Προοίμιο της Ε.Σ.Δ.Α όπου αναφέρεται ότι “ Επιβεβαιούσαι (οι Συμβαλλόμενες Κυβερνήσεις) την βαθείαν αυτών προσήλωσιν εις τας θεμελιώδεις ταύτας ελευθερίας ,αίτινες αποτελούσι αυτό τούτο το βάθρον της δικαιοσύνης και της ειρήνης εν τω κόσμω και των οποίων η διατήρησις στηρίζεται ουσιαστικώς επί πολιτικού καθεστώτος αληθώς δημοκρατικού αφ’ενός και αφ’ετέρου ,επί κοινής αντιλήψεως και σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου τα οποία διεκδικούν”,  αλλά και το άρθρο 1 παρ. 1 της Συνθήκης γιά την Καταπολέμηση κάθε Μορφής Διακρίσεων όπου οι διακρίσεις ορίζονται ως “απειλή γιά την διεθνή ειρήνη” ).Αλλά και σε πολλά εθνικά συνταγματικά κείμενα (π.χ. άρθρο 1 παρ. 2 γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου51, άρθρο 29 Ιρλανδικού Συντάγματος (αναθεώρηση 1972)  όπου αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και αλληλοτροφοδότηση μεταξύ ειρήνης και προστασίας των α.δ. κατά διττό τρόπο :τόσο με την έννοια ότι η ειρήνη αποτελεί την βέλτιστη συνθήκη γιά την (εθνική και διεθνή “ προστασία των α.δ”. αλλά και αντίστροφα ο σεβασμός και η προστασία των α.δ. δημιουργεί όρους ηθικοπολιτικούς επιβολής μιάς “δίκαιης τάξης”, η οποία τείνει να μειώσει την συλλογική βία και τον πόλεμο.(friedenssichernde Funktion der Menschenrechte ,Delbrueck 1996 ). Η θέση αυτή, παρά την μη επαρκή ενδεχομένως θεμελίωσή της στο σύνολο των κοινωνικών παραμέτρων,οι οποίες προσδιορίζουν το πολεμικό φαινόμενο ,βρήκε μία σημαντική εφαρμογή και στην επέμβαση και πόλεμο στην  Γιουγκοσλαβία την άνοιξη 1999, όταν ,κατά γενική παραδοχή, η έναρξη και παράταση των αεροπορικών βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ δημιουργώντας όρους διεξαγωγής πολέμου επέτεινε σοβαρά τις  προυπάρχουσες παραβιάσεις δικαιωμάτων από τις γιουγκοσλαβικές/σερβικές κρατικές δυνάμεις σε βάρος της αλβανόφωνης μειονότητας.

 

Παρά λοιπόν την ένταση της σύγχρονης συζήτησης,η οποία αναδεικνύει αντιφάσεις μεταξύ της  διεθνούς προστασίας των α.δ. (επίσης θεμελιώδους αρχής του ΚΧ,όπως προκύπτει. από την παρ. 3  άρθρου 2 ΚΧ ( “προάγοντες και ενθαρρύνοντες τον σεβασμόν προς τα δ.α. και τας θεμελιώδεις ελευθερίας διά πάντας άνευ διακρίσεως φυλής,γλώσσης ή θρησκείας”) και  της προσδεδεμένης στην “κυριαρχία” ειρήνης  , προκύπτει λοιπόν μία επιταγή σύνδεσης των δύο αρχών από τον Κ.Χ., τα συμβατικά κείμενα και Διακηρύξεις αλλά και από το γράμμα των εθνικών Συνταγμάτων.

 

3.6.  Οσον αφορά την ελληνική έννομη τάξη,  η αρχή “διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας”  αναγνωρίζεται ρητά  κατά το άρθρο 2 παρ. 2 Συντ.1975/1986 (“ Η Ελλάδα ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου  επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης ,της δικαιοσύνης καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών”) .Η διάταξη αυτή  εξειδικεύει την “εμπέδωση της ειρήνης” ως  έναν από τους κύριους “γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου”, οι οποίοι ισχύουν άμεσα εντός της  εσωτερικής έννομης τάξης χωρίς να απαιτείται διαδικασία κύρωσής  σύμφωνα προς το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ.

Πρόκειται δηλαδή  γιά γενική αρχή του διεθνούς δικαίου ,σχηματισμένη  ως “διεθνές έθιμο”52,  η   οποία πάντως έχει ενταχθεί και στο διεθνές συμβατικό δίκαιο .Η ειδική αναφορά στην αρχή αυτήν , η οποία εμπεριέχει προφανώς και την “μη χρήση βίας ή απειλής βίας στις διεθνείς σχέσεις”, είναι δηλωτική της ιδιαίτερης  σημασίας της εντός των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου και της κεντρικότητάς της στην όλη οργάνωση της διεθνούς έννομης τάξης. Επίσης, με δεδομένο το ότι το διεθνές έθιμο αυτόματα αποκτά τυπική ισχύ υπερνομοθετική αλλά υποσυνταγματική εντός της εσωτερικής έννομη τάξης, η ιδιαίτερη αναγνώριση ορισμένων από τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατά το άρθρο 2 παρ. 2 υποδηλώνει την ιδιαίτερη αξιολόγηση/ιεράρχησή τους από τον συντακτικό νομοθέτη και αναγωγή τους  σε συνταγματικούς κανόνες.Ως προς αυτό συνηγορεί και η  παρατακτική διατύπωση  μεταξύ της  γενικής αναγνώρισης των γενικά αναγνωρισμένων κανόνων του ΔΔ  και της ειδικής πολιτικής απόφασης γιά  την “εμπέδωση της ειρήνης” και των άλλων ειδικότερα αναφερομένων αρχών.Συνεπώς,  οι γενικές αρχές του άρθρου 2 παρ. 2 Συντ. αποτελούν  συνταγματικούς κανόνες υπό την  έννοια ιδίως  “κατευθυντηρίων” διατάξεων,οι οποίες εξειδικεύονται από άλλες συνταγματικές διατάξεις σύμφωνα προς τις οποίες πρέπει να ερμηνεύονται οι (λοιπές) συνταγματικές  διατάξεις  αλλά και η  εσωτερική έννομη τάξη γενικότερα53 .

 

Η ένταξη της “εμπέδωσης της ειρήνης” στην δομή του άρθρου 2 δεν είναι συμπτωματική . Διαπλέκεται στην παρ. 2 με την “εμπέδωση της δικαιοσύνης” , η οποία  προφανώς προυποθέτει την αρχή του κράτους δικαίου και άρα την συνταγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.Επίσης, ακολουθεί την κατοχύρωση κατά την παρ. 1 άρθρου 2 του “σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου” ,η οποία επίσης  προυποθέτει εν όψει του μη υποβιβασμού του ανθρώπου σε αντικείμενο την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων,όπως αυτά προβλέπονται από τις ειδικότερες διατάξεις του Συντάγματος. Κατά έναν έμμεσο λοιπόν τρόπο και χωρίς την άμεση λεκτική διασύνδεση μεταξύ προστασίας της ειρήνης και σεβασμού των α.δ. επιχειρείται  και εδώ η κανονιστική σύνδεση μεταξύ ειρήνης και θεμελιωδών δικαιωμάτων.

 

Αποτέλεσμα της  συνταγματικής προστασίας της ειρήνης και των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών     πρέπει να θεωρηθεί η απαγόρευση του “επιθετικού πολέμου”,όπως αυτός έχει ορισθεί στο Διεθνές Δίκαιο και η  μη συμμετοχή σε διεθνείς  πρακτικές,οι οποίες όχι απλώς σχετικοποιούν αλλά καταργούν ολοσχερώς την διεθνή κυριαρχία άλλων κρατών.Αλλά  και η μη επέκταση της έννοιας της “άμυνας της πατρίδας”  (άρθρο 4 παρ. 6 Συντ.) πέρα από τα όρια που βασικά θέτει η συγκυρία του αμυντικού πολέμου απέναντι σε επίθεση άλλου κράτους 54 .   Επίσης, ένα  σοβαρό ζήτημα ερμηνείας τίθεται εν όψει των επιχειρήσεων προστασίας της ειρήνης ( ή και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε συνάρτηση πάντως με την προστασία της διεθνούς  ειρήνης)  με απόφαση των οργάνων των Η.Ε.. Στην περίπτωση αυτήν ,όπου βέβαίως θα προυποτίθετο η διάγνωση του “κινδύνου γιά την  ειρήνη” από τα όργανα των Η.Ε. , η ένταξη της Ελλάδας στις συμβατικές της υποχρεώσεις  προσαρμογής στις  ρυθμίσεις του 7ου Κεφαλαίου ΚΧ ΟΗΕ θα έπρεπε να σταθμισθεί προς  έναν  “στενό” προσδιορισμό της “άμυνας της πατρίδας”,όπως έχει προκύψει από ένα διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο.Τα ειδικότερα ζητήματα που αναδεικνύονται στην περίπτωση αυτήν αλλά και αυτά, τα οποία προκύπτουν από την διαμόρφωση μιάς “κοινής άμυνας” εντός της Ευρωπαικής Ενωσης εκφεύγουν από τα όρια αυτής της μελέτης.

 

Ως δεδομένο πάντως πρέπει να θεωρηθεί το ασυμβίβαστο μεταξύ της συνταγματικής προστασίας της ειρήνης και  της υπαγωγής   της Ελλάδας σε συμμαχικές  δραστηριότητες ,οι οποίες κινούνται εκτός της  “αποκλειστικότητας” του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ στην διαφύλαξη της ειρήνης και λαμβάνουν χαρακτηριστικά ανάλογα προς αυτά του “επιθετικού πολέμου”.

 

Επίσης, η ένταξη των  ειδικότερων διαδικασιών και εγγυήσεων γιά την  προστασία της  διεθνούς ειρήνης,οπως προβλέπονται στον ΚΧ ΟΗΕ, στο εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ. βάσει του κυρωτικού νόμου  α.ν. 585/1945 είναι αναντίρρητη. Ζήτημα  στάθμισης αυτών των διαδικασιών προς τις συμμαχικές υποχρεώσεις της Ελλλάδας από την Συνθήκη Βορείου Ατλαντικού δεν τίθεται κατ’ αρχήν, αφού αυτές οι υποχρεώσεις ρητά υπόκεινται κατά την Συνθήκη στην τήρηση του δικαίου του ΚΧ και εντός των ορίων του ως γενικού διεθνούς δικαίου,το οποίο υπερτερεί από το τοπικό των τοπικών αμυντικών συμφώνων.

 

 

  ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 

  ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ       “ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ-ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

 

  1. Η μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων .

 

Στο πλαίσιο της θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων αλλά και του Διεθνούς Δικαίου υποστηρίζεται κατά την διαδρομή των τελευταίων ετών  από την πλευρά των ρευμάτων της “αλληλεξάρτησης”  και “διεθνοποίησης” η συρρίκνωση ή πάντως η αποδυνάμωση των λειτουργιών του εθνικού κράτους55.  Αυτή η συζήτηση προβάλλει κυρίως τις “αδύναμες” πολιτικά αλλά και τις δυνάμει  θεσμικά αυταρχικές όψεις του σύγχρονου εθνικού κράτους .Η εντεινόμενη διεθνοποίηση, αλληλεξάρτηση και συσχέτιση των οικονομικών και τεχνολογικών  διαδικασιών  και σε δεύτερο επίπεδο των πολιτικών και πολιτιστικών διαδικασιών  (η λεγόμενη “παγκοσμιοποίηση”)  διαμορφώνει κέντρα εξουσίας (λ.χ. οικονομικούς μηχανισμούς-πολυεθνικές εταιρείες,ρυθμιστικούς  χρηματοδοτικούς  οργανισμούς κ.α.) , τα οποία απειλούν  διαρκώς να παραβιάσουν  τα α.δ.κατά τρόπους αδιαφανείς χωρίς να μπορούν να αντιπαρατεθούν σε αυτά αποτελεσματικά οι εθνικοί εγγυητικοί μηχανισμοί, αναπτυγμένοι κατά παραβιάσεων άλλης ποσοτικής και ποιοτικής κλίμακας.(D.Held 1998, D.Archibugi 1998) .Η συσσώρευση οικονομικής ισχύος σε διεθνή κέντρα οικονομικής εξουσίας  συνοδεύεται από την διάχυση και μετάθεση της ίδιας της πολιτικής εξουσίας  από το έθνος-κράτος τόσο σε υποεθνικούς  (subnational) διοικητικούς μηχανισμούς  (π.χ. περιφέρειες) όσο και σε υπερεθνικούς θεσμούς  (transnational) του τύπου των ολοκληρώσεων  ή των περιφερειακών διεθνών θεσμών. Η πραγματικότητα αυτή μειώνει γενικότερα την ρυθμιστική και κανονιστική ισχύ του παραδοσιακού εθνικού κράτους . Ειδικότερη εκδήλωση στο εθνικό πλαίσιο αυτής της ρυθμιστικής αποδυνάμωσης αποτελεί και η μη αποτελεσματική προστασία πλέον των α.δ. σε εθνική κλίμακα (ιδίως απέναντι στους ισχυρούς φορείς ιδιωτικής εξουσίας).

 

Η αποδυνάμωση του εθνικού κράτους  νοείται συχνά  από τις θεωρίες της “αλληλεξάρτησης” –σε ένα επίπεδο προγενέστερο του κράτους-εγγυητή των α.δ.- ως αποδυνάμωση της ικανότητας εσωτερικής ειρήνευσης  ( άσκησης πολιτειακής εξουσίας και δημόσιας τάξης) στο πλαίσιο της εδαφικής επικράτειας του κράτους..Ως ακραία περίπτωση υποχώρησης της ικανότητας αποτελεσματικής άσκησης  της πολιτειακής εξουσίας  στις λιγότερο «αναπτυγμένες πολιτικά »  κοινωνίες , η διάρρηξη του κρατικού μονοπωλίου βίας  οδηγεί στους «νέους πολέμους», κατά τους οποίους η  διάχυτη εγκληματική βία εμφανίζεται ως «πολιτική», ισχυρές ομάδες παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων ομάδων, η διεθνής νομιμότητα έχει καταργηθεί   και οι διακρίσεις εξωτερικού και εμφυλίου πολέμου ,ειρήνης  και πολέμου, αμάχου και μαχητή , αστυνόμευσης και εθνικής άμυνας παύουν ουσιαστικά να υφίστανται σε μία συνθήκη «γενικευμένης ανομίας» (Kaldor 1998,Kaplan 2001 ).Oι «γκρίζες ζώνες της ακυβερνησίας»  και η μη ισχύς/διαρκής παραβίαση των α.δ. συνδέονται άρρηκτα με την  λειτουργία της πολιτειακής μορφής ,την ύπαρξη ή μη «δημοκρατικής διακυβέρνησης» (‘’democratic governance”)  ,την γνήσια  και ανόθευτη έκφραση   της βούλησης του «λαού» μέσω εκλογών .Υποστηρίζεται η  σχετικά αντιφατική  άποψη ότι παρά την ενίσχυση και αύξηση των δημοκρατικών πολιτειακών μορφών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σε μία σειρά από κοινωνίες το δημοκρατικό πολίτευμα αδυνατεί ενδογενώς και με «εθνικά μέσα» να λειτουργήσει 56.

 

Η τρίτη εκδοχή της ασυμβατότητας του εθνικού κρατικού πλαισίου με την αποτελεσματική προστασία των α.δ. πέρα από την  “ρυθμιστική υποβάθμιση” και την “αδυναμία εσωτερικής ειρήνευσης” αφορά την  “εθνικιστική” παλινδρόμηση του εθνικού κράτους. Η άνοδος της επιταγής ισχύος των δικαιωμάτων στην “αυτοδιάθεση” και στον “συλλογικό αυτοκαθορισμό” , όπως αυτά προβλέπονται από την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του 1948 και ειδικότερες Διεθνείς Συμβάσεις   όπως το Διεθνές Σύμφωνο γιά τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) του 1966(κυρωθέν με τον ν.2462 /126-2-1997 )  σηματοδοτεί όχι κυρίως την ανάδυση του “δικαιώματος απόσχισης” αλλά την ενδυνάμωση της αξίωσης γιά δημοκρατική πολιτική συμμετοχή  εκείνων των εθνικών ομάδων , οι οποίες αποκλείονται ή περιορίζονται ως προς την πολιτική τους συμμετοχή57. Η εμφατική αξιολόγηση αυτής της επιταγής σε μία περίοδο όπου σε πολλές περιοχές του πλανήτη το αίτημα επανακαθορισμού των συνόρων και δημιουργίας νέων εθνικών κρατών καθίσταται ισχυρό οδηγεί συχνά σε σημαντικές εντάσεις μεταξύ της κυριαρχίας ως “εδαφικής ακεραιότητας” ή ως “καθεστώτος μη επέμβασης”  και της άσκησης των δικαιωμάτων συλλογικού αυτοκαθορισμού  και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων58. Το εθνικό κράτος ως φορέας και υπερασπιστής  της κυριαρχιας  λαμβάνει  υπό αυτές τις περιστάσεις θέση “υπεραντίδρασης” και παραβίασης των πολιτικών και πολιτιστικών  δικαιωμάτων των μελών των μειονοτήτων.  Αντίστοιχα, η σχέση έντασης μεταξύ ανερχομένων κινημάτων  “εθνικής αυτοδιάθεσης” και κρατικής υπεραντίδρασης των “πολυεθνικών κρατών” θέτει ζητήματα μεταβολής συνόρων,τα οποία –σε αντίθεση λ.χ. προς την Τελική Πράξη του Ελσίνκι- παύουν να θεωρούνται απαραβίαστα59.Συνεπώς, η κυριαρχία παύει να αποτελεί απαραβίαστο όριο απέναντι στην διεθνή προστασία των α.δ., με ανοιχτό πάντως το ερώτημα αν οι επεμβάσεις πρέπει να έχουν σταθερό νομικό έρεισμα και να μην είναι μονομερείς.60.

 

Ενώ η εθνική προστασία των α.δ. αποδεικνύεται ανεπαρκής έως αδύνατη στο πλαίσιο αυτών των αναλύσεων , η  ισχύουσα διεθνής προστασία κρίνεται επίσης περιορισμένη61.Οσον αφορά τον ΟΗΕ οι  συγκεκριμένες παρεμβάσεις του στο πεδίο της προστασίας των α.δ. θεωρούνται περιορισμένες    και υπονομευμένες από πολιτικά συμφέροντα, τα οποία δρούν ανασχετικά .Κυρίως όμως επικρίνεται η απουσία εποπτικών και δικαιοδοτικών οργάνων του ΟΗΕ , τα οποία  θα έλεγχαν κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό γιά τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ  τον σεβασμό και προστασία των α.δ., όπως αυτά ορίζονται στο διεθνές δίκαιο, υπό την προυπόθεση βεβαίως  της «ανάθεσης» αυτής της αρμοδιότητας από τα εσωτερικά πολιτειακά όργανα62.Επίσης , ενώ χαιρετίζεται η εμπειρία των περιφερειακών διαδικασιών προστασίας των α.δ.  και των θεσμικών τους συγκροτήσεων (π.χ. ΕΣΔΑ στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης ) , επισημαίνεται η μη επαρκής «χωρική» τους ισχύς σε σχέση με την όλη πλανητική κατάσταση των α.δ.

 

Mε δεδομένη την κυριαρχία πλέον της άποψης ότι η προστασία των α.δ. , αν και πρωτίστως εξακολουθεί  ως αντικείμενο ρύθμισης και ιδίως επιβολής να υπάγεται στο  εθνικό κράτος

(Chinkin 1998, Rosenau 1998), δεν αποτελεί πλέον «εσωτερικό ζήτημα» και δεν βρίσκει ως όριο την «μη επέμβαση» ως εκδήλωση του κυρίαρχου κράτους, οι απόψεις της «αλληλεξάρτησης», οι οποίες αναζητούν μορφές διεύρυνσης της διεθνούς προστασίας της α.δ. εντός του «διεθνοποιημένου κόσμου», κινούνται σε δύο  διακριτά επίπεδα . Από την μία πλευρά  αναζητείται μία συστημική διαμόρφωση εισαγωγής αιτημάτων (‘’inputs”) στο θεσμικό σύστημα προστασίας  και ελέγχου των  κρατικών παραβιάσεων των α.δ. σε διεθνή κλίμακα από μη κρατικές θεσμικές συγκροτήσεις , μία διεθνής «κοινωνία των πολιτών « υπό την μορφή των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων  ( άτυπη συνιστώσα της «κοσμοπολιτικής δημοκρατίας»)  (Held-Archibugi –Koehler 1998 op.cit.). Η λειτουργία των ατύπων συνιστωσών ενισχύει  τα αιτήματα προς μία πληρέστερη  θεσμική συγκρότηση της “διεθνούς κοινότητας” , όπου η διαμόρφωση θεσμών αποτελεσματικής προστασίας των α.δ. θα συμβαδίζει με την ενίσχυση μορφών δημοκρατικής αντιπροσώπευσης σε διακρατικό και υπερκρατικό επίπεδο ( θεσμική συνιστώσα της “κοσμοπολιτικής δημοκρατίας”, διαχωρισμός των “πλανητικών” από τα στενά εθνικά πολιτικά ζητήματα , Rosenau 1998) .Οι ιδιαίτερες μορφές ενίσχυσης της διεθνούς προστασίας των α.δ. αναφέρονται α) στην ενίσχυση και  θεσμική ανασυγκρότηση του ρόλου του ΟΗΕ στην προστασία των α.δ. κατά τρόπο περιοριστικό του «εθνικού χώρου» β) στην διεύρυνση της ισχύος των περιφερειακών συμφώνων και γ) στην επέκταση της  συγκρότησης και λειτουργίας των Διεθνών Δικαστηρίων κατά των εγκλημάτων πολέμου και των  σοβαρών διεθνών παραβιάσεων των α.δ..  Κατά τον τρόπο αυτόν , η «κοσμοπολιτική δημοκρατία» αναπτύσσεται ως ένα σύστημα  «ελέγχων και ισορροπιών» (“checks and ballances”) σε διεθνή κλίμακα απέναντι στην εντεινόμενη διεθνοποίηση των παραβιάσεων των α.δ. είτε από διεθνείς ιδιωτικούς φορεις  εξουσίας (πολυεθνικές εταιρείες κ.α.) είτε από ένα αυταρχικό εθνικό κράτος σε συνθήκες κρίσης νομιμότητας63.

 

Παρά το ότι  οι εκπρόσωποι των απόψεων της “αλληλεξάρτησης” συμφωνούν στους παραπάνω άξονες, η συμφωνία τους περιορίζεται , όταν τίθεται πλέον το ζήτημα της αδυναμίας επιβολής των διεθνών μηχανισμών προστασίας των α.δ. και ελέγχου των παραβιάσεων  διαμέσου του μηχανισμού του εθνικού κράτους και αντίθετα της πραγματικής ή εικαζόμενης συστηματικής παραβίασης των α.δ. από τις πρακτικές αυτού του μηχανισμού. Στο σημείο αυτό τοποθετείται το δίλημμα αν η “κοσμοπολιτική δημοκρατία” φθάνει όχι μόνον πέραν του ορίου της “μη επέμβασης”  (ήδη διά των διεθνών οργάνων ελέγχου των παραβιάσεων και προστασίας των α.δ.  , ισχυόντων όμως πάντοτε διά του εσωτερικού δικαίου) αλλά και ως το σημείο κάμψης  του εθνικού κρατικού μονοπωλίου βίας και επιβολής της ισχύος των α.δ. από την “διεθνή κοινότητα”.Αν δηλαδή πέρα από πολιτικό πρόγραμμα συνιστά και εμπόλεμη πρακτική.

 

  1. Η θέση του “δικαιώματος ανθρωπιστικής επέμβασης”.

 

H συνεπέστερη εκδοχή της τήρησης  των αρχών της «κοσμοπολιτικής δημοκρατίας» και της άνευ όρων  διεθνούς  ισχύος  των α.δ. υπό συνθήκες  πολιτικής καταπίεσης εντός του εθνικού κράτους  και από αυτό οδηγεί στο «δικαίωμα ανθρωπιστικής επέμβασης» . Συνεπέστερη, διότι ακριβώς δέχεται ότι η  διεθνής προστασία των α.δ. δεν μπορεί να παραμένει  «ατελής»,χωρίς κυρώσεις απέναντι στις συγκεκριμένες παραβιάσεις και χωρις  έναν ορισμένο μηχανισμό καταναγκαστικής επιβολής τους.  Η τυχόν αντίθεση της άσκησης αυτού του «δικαιώματος» προς την αρχή της «μη βίας» στο Διεθνές Δίκαιο  και τις  προσδιορισμένες εξαιρέσεις της επιχειρείται να υπερκερασθεί  με τις προηγούμενες ερμηνευτικές εκδοχές της «συλλογικής άμυνας» ή της «εξουσιοδότησης» του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Ομως η βίαιη  διεθνής επέμβαση κατά ενός κράτους, το οποίο παραβιάζει τα δικαιώματα πολιτών του , ακριβώς επειδή τροποποιεί καίρια την παραδεδομένη αντίληψη γιά την κυριαρχία ( ως «μη επέμβαση»),δεν είναι δυνατόν να αρκείται σε μία διαδικαστική νομιμοποίηση, χρειάζεται μία πειστικότερη θεμελίωση. Γιά τα «ρεαλιστικά» ρεύματα, τα οποία επικαλούνται περισσότερο τη διακρατική σταθερότητα και γεωπολιτική ασφάλεια και τους κινδύνους γιά αυτήν από την παραβίαση των συλλογικών δικαιωμάτων μιάς ομάδας,  η επέμβαση χωρίς  τις  νομικές προυποθέσεις  του ΚΧ  δεν αποτελεί κατά κυριολεξία παραβίαση αλλά «δυναμική εφαρμογή του ΔΔ» και συγκρότηση στην πράξη μιάς de facto εξαίρεσης του ΚΧ64.Η άποψη αυτή  αντιβαίνει σαφώς στο ισχύον θετικό δίκαιο του ΚΧ, προσπορίζεται όμως με κυνικό τρόπο το επιχείρημα ότι το ιδιότυπο αυτό και ρευστό δίκαιο δεν διαθέτει κανέναν μηχανισμό εφαρμογής του έναντι της υλικής ισχύος.

Πιό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ρεύματα ηθικοπολιτικής  θεμελίωσης της επέμβασης ως μηχανισμού της «κοσμοπολιτικής δημοκρατίας» (σημείο συνάντησης των θεσμοκρατικών με τις φυσικοδικαιικές αντιλήψεις) .Γιά τα ρεύματα  αυτά,  η προστασία των α.δ. από το διεθνές δίκαιο αντανακλά την οικουμενική αποδοχή των δικαιωμάτων ως «αρχών και αξιών» υπερθετικών, με φυσικοδικαιική θεμελίωση.Οι αρχές αυτές  υπηρετούνται μέσα από την θετική οργάνωση των δικαιωμάτων στο Διεθνές Δίκαιο και την ρύθμιση των μηχανισμών προστασίας τους.Στην συγκυρία της κρίσης το  θετικό δίκαιο είτε επιτυγχάνει να οργανώσει την προστασία των α.δ. (Περσικός Κόλπος 1991)είτε υποχωρεί απέναντι στον φορέα ενός  «φυσικού δικαιώματος στην επέμβαση» , το οποίο αποκαθιστά την ανισορροπία δικαίου και ηθικής65.(Γιουγκοσλαβία 1999).Στην περίπτωση αυτήν  η  παραβίαση του διεθνούς δικαίου αποτελεί έλλειμμα διαδικαστικό,όχι όμως έλλειμμα ηθικοπολιτικό.

 

H έννοια της  στρατιωτικής “διεθνούς επέμβασης” στο διεθνές δίκαιο εμπεριέχει πολλές και διαφορετικές υποδιαιρέσεις. Οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση εμπλέκει περισσότερες από μία χώρες ορίζεται ως διεθνής επέμβαση :  αυτή υποδιαιρείται είτε σε στρατιωτικές επεμβάσεις με την στενή έννοια, δηλαδή σε επεμβάσεις με γνώμονα αποκλειστικό και διακηρυγμένο  το  γεωπολιτικό συμφέρον του επεμβαίνοντος, είτε σε θεσμικές  επεμβάσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία της “ασφάλειας και της ειρήνης” κατά το 6ο ή το 7ο Κεφάλαιο του ΚΧ ΟΗΕ ή στην προστασία άλλου εννόμου αγαθού ή αξίας της διεθνούς κοινότητος (π.χ. των ανθρωπίνων δικαιώμάτων) ή στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και αλληλεγγύης  66. Η θεσμική επέμβαση μπορεί να είναι εξωτερική (αφορώσα στην διεθνή συμπεριφορά του κράτους,κατά του οποίου η επέμβαση,π.χ.Ιράκ 1990-1991 ) ή εσωτερική

(αφορώσα στην εσωτερική συμπεριφορά του κράτους, κατά του οποίου η επέμβαση , π.χ.

Γιουγκοσλαβία 1995 ή Αιτή 1994). Επίσης, μπορεί να είναι εξαναγκαστή (forcible)   σε βάρος του κράτους,κατά του οποίου η επέμβαση ή μη εξαναγκαστή ,με την συναίνεσή του.

Η (εσωτερική) θεσμική επέμβαση, η οποία ,βεβαίως, πρέπει να ακολουθεί και την διαδικασία λήψης αποφάσεων του ΚΧ ΟΗΕ (διαφορετικά η διάκρισή της από  την στενότερα στρατιωτική χάνει σε ευκρίνεια), υποδιαιρείται συνήθως  σε ειρηνευτικές αποστολές (εξαναγκαστές ή μη,peace enforcemen ή peace keeping), oι οποίες αποφασίζονται γιά την

“προστασία της ασφάλειας και ειρήνης” σε μία χώρα κατά τις διατάξεις του 6ου Κεφαλαίου ΟΗΕ (π.χ. Σομαλία 1992 στην α’ φάση,Βοσνία 1992-1993 στην α’ φάση, Βοσνία και Κοσσυφοπέδιο στην τελευταία φάση) ή σε “ανθρωπιστικές επεμβάσεις” (“humanitarian intervention” ),συνήθως εξαναγκαστές, oι οποίες πραγματοποιούνται  με απόφαση του ΣΑ, με σκοπό την προστασία των α.δ. σε μία χώρα από σοβαρές παραβιάσεις ή την αποτροπή “ανθρωπιστικών καταστροφών” ή την διασφάλιση παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας  , στο πλαίσιο κατα κανόνα του 7ου Κεφαλαίου του ΚΧ ΟΗΕ, καθώς η “ανθρωπιστική καταστροφή” νοείται εξελικτικά ως απειλή κατά της “διεθνούς ασφαλείας και ειρήνης”. Είναι δηλαδή η “ανθρωπιστική επέμβαση” μία διεθνής στρατιωτική επέμβαση με “θεσμικό” χαρακτήρα και δικαιολόγηση ,πάντοτε εσωτερική και  κατά βάση εξαναγκαστή, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των α.δ., στην αποτροπή “ανθρωπιστικών καταστροφών”, στην διασφάλιση της ανθρωπιστικής βοήθειας ως προυποθέσεις της “διεθνούς ασφαλείας και ειρήνης”. Από την επέμβαση στην Αιτή και μετά (1994) εντάσσεται στο πλαίσιο μιάς εξαιρετικά ευρείας πλέον θεώρησης της α.ε. στην έννοια και η επέμβαση γιά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την ανασυγκρότηση των κρατικών και κοινωνικών  δομών ( έννοια του “nation building”), η “δημοκρατική επέμβαση” και η “επέμβαση δημοσίου συμφέροντος” (Αλμπάνης 2001) .

 

 

Το ζήτημα των  στρατιωτικών “επεμβάσεων” υπέρ των α.δ.δεν είναι βεβαίως απολύτως νέο και καινοφανές..Οπως επισημαίνεται67 , η κεντρικότητα του ζητήματος στην μεταψυχροπολεμική εποχή αποτελεί,εν πολλοίς,  αναβίωση μιάς παλαιότερης αντίληψης γιά τις διεθνείς σχέσεις,η οποία είτε  θεωρούσε την διάδοση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αξιών ως διακύβευμα ,αποδιδόμενο στα ισχυρά δημοκρατικά έθνη (βλ. π.χ. το οραματικό πλαίσιο του W.Wilson μετά τον Α’ Π.Π. γιά τις ΗΠΑ ως φορέα δημοκρατικών επεμβάσεων στην  αμερικανική ήπειρο ή ακόμη και μία ορισμένη ανάγνωση της ίδιας της επέκτασης της γαλλικής επανάστασης έξω από τα σύνορα της Γαλλίας και σε όλη την Ευρώπη) είτε συνέδεε τις ίδιες τις αποικιοκρατικές επεμβάσεις και κατακτήσεις του 19ου αιώνα με έναν “εκπολιτιστικό” και αναμορφωτικό σκοπό υπέρ των κατακτημένων λαών και σε βάρος της “παρακμής” και βαρβαρότητας,η οποία τους διακατείχε.

Πιό συγκεκριμένα, η θεωρία των διεθνών σχέσεων στα ανεπτυγμένα κεφαλαιοκρατικά και αποικιακά κράτη των τελών του 19ου αιώνα και αρχών του 20ου είχε διαμορφώσει γιά πρώτη φορά ένα ερμηνευτικό πλαίσιο αποδοχής και υποστήριξης των στρατιωτικών επεμβάσεων γιά “ανθρωπιστικούς σκοπούς”.Συγκεκριμένα, οι γάλλοι  και βέλγοι διεθνολόγοι ιδίως  ( Gustave Rolin – Jaequemynts ,E.Arntz, A.Rougier ) υποστήριξαν ότι :

  • όταν ένα κράτος παραβιάζει βασικά δικαιώματα του ανθρώπου και αρχές της διεθνούς τάξης όπως το δικαίωμα στην ζωή και στην ελευθερία , αυτή η πραγματικότητα αίρει την κατάσταση ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των κρατών.
  • Στην περίπτωση αυτήν δημιουργείται δικαίωμα των “πολιτισμένων” κρατών να αποκαταστήσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις προυποθέσεις ειρηνικής συνύπαρξης

( ιδίως A.Rougier “La theorie de ‘l intervention d’ humanite” ,Revue Generale de Droit International Public, 1910 ).

  • Hδη κατά την περίοδο αυτήν, σχηματίζεται η άποψη ότι οι “αυθαίρετες” και “ανελεύθερες” ενέργειες ενός κράτους σε βάρος των υπηκόων του δεν μπορούν να θεωρηθούν στην πραγματικότητα πράξεις κυριαρχίας και άρα δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επίκληση της “μη ανάμειξης” 68.
  • Οι θέσεις αυτές θεμελιώνουν σαφώς ένα “προνόμιο” επέμβασης των αποικιοκρατικών κρατών σε βάρος των μη αναπτυγμένων χωρών. Η επέμβαση άλλοτε θεμελιώθηκε στην προστασία των υπηκόων των αναπτυγμένων κρατών από τις “αυθαίρετες” εξουσιαστικές πρακτικές (π.χ. επέμβαση κατά της εξέγερσης των Μπόξερ 1999)  και άλλοτε στην διάσωση των ίδιων των λαών των υπανάπτυκτων κρατών (βλ. και Chomsky 2000).

 

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εμπειρία των ναζιστικών και φασιστικών  επεμβάσεων

υπέρ των “μειονοτικών δικαιωμάτων” των Γερμανών της Ανατολικής Ευρώπης (Σουδητών,Γερμανών του Danzig κλπ)  αλλά και η ενίσχυση των κινημάτων αυτοδιάθεσης και αυτοκαθορισμού στον Τρίτο Κόσμο δημιούργησαν σταδιακά μία ισχυρή διεθνή συνείδηση και πρακτική κατά των “ανθρωπιστικών επεμβάσεων”69-διακρινόμενων από τις ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ- ως πρακτικών,οι οποίες φέρονται να ενέχουν ξένη επιβολή και κηδεμονία.Αυτή η συνείδηση συμβάδιζε άλλωστε και με την παράσταση και κυρίαρχη  ερμηνεία του ΚΧ ως ρυθμιστικού πεδίου εντός μιάς κοινότητας κυρίαρχων κρατών, μη δεκτικών σε επεμβάσεις στα “εσωτερικά τους ζητήματα”.

 

Πλην όμως, η ψυχροπολεμική περίοδος (1945-1989) δεν ήταν μία περίοδος χωρίς διεθνείς στρατιωτικές επεμβάσεις  και με απόλυτο σεβασμό της κρατικής κυριαρχίας στην πράξη.

Ηταν μία περίοδος,κατά την οποία δεν συνέκλιναν οι βουλήσεις των ισχυρών κρατών (φορέων των δύο “συστημάτων” και γεωπολιτικών στρατοπέδων),ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν  επεμβάσεις με την νομιμοποίηση του ΣΑ και με κοινή ηγεμονική συναίνεση. Παρ’όλα αυτά ,εκτός από τις πάρα πολλές έμμεσες και κεκαλυμμένες επεμβάσεις των ηγεμονικών κρατών στις αναπτυσσόμενες και στις μεσαίες χώρες ( τόσο των δυτικών /καπιταλιστικών όσο και του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού”  von Hippel 2000) , συνέβησαν αρκετές ανοιχτές στρατιωτικές επεμβάσεις σε άλλα κράτη : α) από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους   σε χώρες της “δυτικής σφαίρας επιρροής” ή αμφισβητούμενες  ,όταν προέκυπτε κίνδυνος κοινωνικής και στρατιωτικής αποσταθεροποίησης του δυτικού μπλοκ (Κορέα 1950-1952, Βιετνάμ-Λάος-Καμπότζη 1962-1973,Αγιος Δομίνικος 1963,Κούβα 1961-1962, Γρενάδα 1983, Λίβανος 1983, κ.α.) β) από την ΕΣΣΔ και τους συμμάχους της σε χώρες της “σοσιαλιστικής” σφάιρας επιρροής ή σημαντικούς διακυβευόμενους χώρους,όταν προέκυπτε κίνδυνος αποστοίχισής τους ( ΛΔΓ-Βερολίνο 1953,Ουγγαρία 1956,Τσεχοσλοβακία 1968,με ιδιόμορφο τρόπο από το Βιετνάμ στην Καμπότζη και από την Κίνα στο Βιετνάμ το 1979, Αφγανιστάν 1979) γ) από περιφερειακές δυνάμεις σε γειτονικά κράτη ,προς επίλυση διαφορών ή γιά την προστασία “μειονοτήτων”,όπως π.χ. .από την

Ινδία στο Ανατολικό Πακιστάν (1971), από την Γαλλία στην Κεντρική Αφρική το 1979, από την Τανζανία στην Ουγκάντα το 1979,από την Τουρκία στην Κύπρο το 1974  κ.α.)

Χωρίς την επαγωγή στρατιωτικών επεμβάσεων, είναι σχετική με την προβληματική και η όλη δυτική  ρητορική της 10ετίας 1970 κατά της “καταπίεσης των λαών” στο μπλοκ του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού” και υπέρ μιάς δυτικής κινητοποίησης γιά την άρση αυτής της καταπίεσης,συνοδευόμενης και από έναν επανεξοπλισμό της Δύσης (Λεκούρ 1979).

 

Μία ιδιαίτερα σημαντική διαφορά των ψυχροπολεμικών από τις μεταψυχροπολεμικές επεμβάσεις-τις καλούμενες συνήθως και ως “ανθρωπιστικές” έγκειται στο στρατηγικό πεδίο της κάθε περιόδου.Ο ψυχροπολεμικός κόσμος είναι μοιρασμένος,ο μεταψυχροπολεμικός

είναι οικονομικά πιό ενοποιημένος (,πτώση “Υπαρκτού Σοσιαλισμού”,νέα φάση διεθνοποίησης οικονομίας)  και ιδεολογικοπολιτικά σε μεγάλο βαθμό ενιαίος,χάρη στην οικουμενική επικράτηση του “δημοκρατικού καπιταλισμού”. Στον ψυχροπολεμικό κόσμο ένα ηγεμονικό κράτος δεν μπορούσε να επέμβει ανοιχτά στην εχθρική ζώνη επιρροής,στο “άλλο σύστημα”,παρά μόνο διακινδυνεύοντας έναν θερμοπυρηνικό πόλεμο.   Μπορούσε όμως να επέμβει εντός της δικής του σφαίρας και επίσης στις αμφισβητούμενες “γκρίζες ζώνες” του Τρίτου Κόσμου, αν και η μορφή και ένταση  αυτής της επέμβασης εξαρτιόταν σημαντικά από την αντίδραση του αντιπάλου συστήματος.

 

Σήμερα, η επέμβαση είναι υλικά εφικτή σε όλη την έκταση του πλανήτη από την πλευρά των βασικών ηγεμονικών κρατών της Δύσης (ΗΠΑ,Βρετανία,χώρες της ΕΕ, αύριο ίσως και από την Ιαπωνία)  χωρίς να υπάρχει κανένα εξωτερικό γεωπολιτικό όριο70.Τέτοιο όριο βασικά δεν τίθεται στις μείζονες κρίσεις ούτε από περιφερειακές δυνάμεις όπως η Ρωσσικη Ομοσπονδία ή η Κίνα,παρά μόνο ίσως από το πολιτικό και ανθρώπινο κόστος της επέμβασης στο εσωτερικό της επεμβαίνουσας χώρας και των λοιπών δυτικών χωρών(π.χ. το κόστος των “body bags”, των νεκρών στρατιωτών γιά τις ΗΠΑ )..Συντρέχει λοιπόν η δυνατότητα οικουμενικής επιβολής της Δύσης ως υλική βάση των “επεμβάσεων” σε ολόκληρο τον πλανήτη.

H απουσία εξωτερικού ορίου στην κυριαρχία της Δύσης δεν απορέει πάντως μόνο από την πτώση του “σοσιαλιστικού” στρατοπέδου και από την ενοποίηση του πλανήτη υπό το κλασσικο κεφαλαιοκρατικό υπόδειγμα..Σχετίζεται σαφώς και α) με την παρακμή και αποδυνάμωση των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης στον Τρίτο Κόσμο και ιδίως την παρακμή των μαρξιστικών καθεστώτων ή του αραβικού αντιαποικιακού εθνικισμού (Νάσερ,Μπάαθ,Αλγερία κλπ) β) με την τάση στρατηγικής σύγκλισης των συμφερόντων των βασικών ηγεμονικών κεφαλαιοκρατικών  κρατών της Δύσης,παρά τους οικονομικούς τους ανταγωνισμούς,τάση επηρεαζόμενη σαφώς και από τις όψεις διεθνοποίησης της οικονομίας από το 1980 και εξής ( ιδεολογικά προσδιοριζόμενες ως “παγκοσμιοποίηση”). Στις αρχές του 21ου αιώνα ο σύγχρονος  ιμπεριαλισμός παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τις κριτικές αναλύσεις του 1910-1920.

 

Μία δεύτερη σημαντική διαφορά αναδύεται στο πεδίο της νομιμοποίησης των επεμβάσεων ως “ανθρωπιστικών” και συνδέεται άμεσα με την ικανότητα οικουμενικής επιβολής από την πλευρά της Δύσης..Η ταύτιση της οικουμένης με το δυτικό σύστημα κυριαρχίας και επιβολής μετά το 1989 οδηγεί σε μία  “υψηλότερη” τάξη θεμελίωσης από αυτήν της προηγούμενης περιόδου.Ο κυρίαρχος αναλαμβάνει να ειρηνευσει την οικουμένη με βάση ένα ενιαίο πλέον σύστημα αξιών,αντίστοιχο στην υλική του κυριαρχία, και  έχοντας εκτοπίσει το/α αντίπαλο/α σύστημα/τα  αξιών (“ολοκληρωτικό”,”μη φιλελεύθερο”).Ακόμη και εκείνα τα συστήματα αξιών,τα οποία μην έχοντας βρει πεδίο εφαρμογής, χρωματίζονται από την αντίθεσή τους στο “υπάρχον και δεσπόζον” (π.χ. τις θεωρίες του αυτοδιευθυνόμενου σοσιαλισμού).Αντίθετα,κατά την προηγούμενη φάση, οι δυτικές δημοκρατίες,αν και επεμβαίνουν εκκαθολικεύοντας το στρατηγικό τους συμφέρον ως “προστασία της ελευθερίας και των α.δ.”, δεν μπορούν ακόμη να εγγράψουν το “καθολικό” σε μία οικουμενική τάξη,καθώς γίνεται ακόμη δεκτό ότι απέναντι στο δικό τους “καθολικό” αντιτάσσεται (από τον “Υπαρκτό Σοσιαλισμό” αλλά και από ισχυρές δυνάμεις στο εσωτερικό τους) ένα αντίπαλο “καθολικό”,το οποίο οριοθετεί μία “άλλη τάξη πραγμάτων”.Συνεπώς, η επιβολή των “αξιών” της Δύσης όχι μόνον δεν είναι υλικά υλοποιήσιμη σε ένα τμήμα του πλανήτη αλλά και επιδέχεται έναν υπολογίσιμο ακόμη αντίλογο ως προς την πραγματική της ταύτιση με το “συμφέρον” της ανθρωπότητας.

Κρίσιμη λοιπόν διαφορά σε σχέση με τις ψυχροπολεμικές επεμβάσεις συνιστά :

 

  • Η ικανότητα πλανητικής επιβολής της Δύσης,
  • Η προσπαθεια παγίωσης ενός “οικουμενικού” κανονιστικού προτύπου βασισμένου

σε αξίες,κατά τρόπο ώστε οι υλικά κυρίαρχοι να νομιμοποιούνται και ως αυθεντικοί φορείς των αξιών,

  • Η δυνατότητα απαγκίστρωσης από το διεθνές διικαιικό πλαίσιο χωρίς την ανάγκη συναίνεσης ενός “άλλου” συστήματος κυριαρχίας,
  • Η προσπάθεια κάλυψης της αναντιστοιχίας ανάμεσα στο Διεθνές Δίκαιο και τις σύγχρονες απαιτήσεις κυριαρχίας με προσφυγή στην “αυθεντία” των αξιών.

 

Η θέση  του «ενόπλου ανθρωπισμού»  υιοθετεί δύο ειδικότερες θεωρητικές προυποθέσεις.Η πρώτη  συνδέει μονοσήμαντα τον  διεθνή σεβασμό της κρατικής κυριαρχίας  με τον σεβασμό των α.δ.,νοούμενων  ως ηθικοπολιτικών αρχών.Το κράτος,το οποίο παραβιάζει τα α.δ. διά της πρακτικής του, παραιτειται  («εκπίπτει») από την ηθικοπολιτική του νομιμοποίηση ως βάση της κυριαρχίας του71.Από το σημείο αυτό και πέρα δεν δικαιούται να επικαλεσθεί τη μη επέμβαση στις εσωτερικές του υποθέσεις αφού απέτυχε να θεμελιώσει την ικανότητά του να είναι κυρίαρχο.Οι πολίτες αυτού του κράτους συνδέονται με την “διεθνή κοινότητα” και αναζητούν την προστασία της, χωρίς να διαμεσολαβούνται από το παραβατικο εθνικό κράτος ως αποκλειστικό διεθνές υποκείμενο.

    Η δεύτερη προυπόθεση αναγνωρίζει έναν ένοπλο “διεθνή εγγυητή” των α.δ.Ο εγγυητής αυτός είναι ένας διεθνώς νόμιμος  εγγυητής  (ΟΗΕ υπό τις προυποθέσεις του ΚΧ)  ή πάλι ένας de facto εγγυητής , ο οποίος νομιμοποιείται από τον «σκοπό» του ή από  την «πρότερη πρακτική του». Τίθεται το ερώτημα σε αυτό το σημείο του νομιμοποιητικού θεμελίου του διεθνούς εγγυητή  και της «συνέχειας» ή της «τομής» αυτού του θεμελίου  εν σχέσει με τα χαρακτηριστικά νομιμοποίησης του εθνικού εγγυτή των α.δ.

 

 

 

3.Νομιμοποίηση του  «εθνικού» και του «διεθνούς εγγυητή» :  νομική νομιμοποίηση,δημοκρατική νομιμοποίηση,ή  επιλεκτική  «ηθική νομιμοποίηση»;

 

Στο επίπεδο του εθνικού κράτους  «εγγυητής» της ισχύος των α.δ. είναι το ίδιο το σύστημα νομιμού αυτοπεριορισμού του (εθνικού) κράτους ως κράτους δικαίου. H ίδια  η κρατική εξουσία εντός των εδαφικών ορίων της  ορίζει τις μορφές βίας ιδιωτκές ή δημόσιες βάσει του κριτηρίου της νομιμότητας  διατηρώντας το μονοπώλιο νόμιμης βίας και αποκλείοντας/ορίζοντας  τη «μη νόμιμη βία» ως παράνομη και εγκληματική .Η άσκηση του μονοπωλίου νόμιμης βίας αποτελεί αναγκαία προυπόθεση της εσωτερικής ειρήνευσης της κρατικής  επικράτειας 72 .

 

3.1.   Η εγγύηση της ισχύος των α.δ. από το (εθνικό) κράτος εκδηλώνεται πρώτα και κύρια  αρνητικά διά του αυτοπεριορισμού του κράτους κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας και ειδικότερα την άσκηση  «βίας»  (καταναγκασμού) επί του πληθυσμού του στο πλαίσιο της «κυριαρχίας του νόμου» με την μετατροπή της κρατικής εξουσίας  σε εξουσία τυποποιημένη και αυτοπεριοριζόμενη, σε «αρμοδιότητα»73 .   Η δράση των κρατικών οργάνων  υπόκειται και υποτάσσεται αρχικά στον νόμο (κυρίως τον τυπικό νόμο) και διά της ιστορικής εξέλιξης στον συνταγματικό νόμο,στο τυπικό Σύνταγμα ως «θεμελιώδη νόμο» 74. Κατά τον τρόπο αυτόν προκύπτει  ένα κριτήριο συνταγματικής νομιμοποίησης της δράσης των κρατικών οργάνων  διά της υπαγωγής της τόσο της τυπικής  (υπό την έννοια του συνταγματικού καθορισμού της αρμοδιότητας και του τρόπου παραγωγής της)  όσο και της ουσιαστικής (της συμφωνίας ως προς το περιεχόμενο) στον συνταγματικό κανόνα.Ο συνταγματικός αυτοπεριορισμός της κρατικής δράσης (ιδίως της εκτελεστικής εξουσίας )  την νομιμοποιεί, καθώς αυτή εμφανίζεται συμβατή με την  διασφάλιση της πολιτικής ελευθερίας  κατά την ευρεία έννοια περιλαμβάνουσας τόσο την αρνητική ελευθερία έναντι κρατικών επεμβάσεων στην ιδιωτική σφαίρα όσο και την  ελευθερία πολιτικής συμμετοχής  (Μάνεσης 1962,1980), με την προστασία των δημοσίων δικαιωμάτων ως ειδικότερων εκδηλώσεών της  και την οργάνωση των εγγυήσεων ισχύος τους και τυποποιείται ως ένα μέγεθος «μετρήσιμο» και «προβλέψιμο»75. Επομένως, η νομιμοποίηση της κρατικής δράσης δεν αντλείται απλώς από την υποστήριξη αφηρημένων αιωνίων αρχών καθολικής αποδοχής  αλλά από την ιστορικά προσδιορισμένη θετικοποίηση των δικαιωμάτων76 εντός του τυπικού Συντάγματος. Αναγκαίες όψεις/εκδηλώσεις αυτής της θετικοποίησης αποτελούν τόσο τα όρια στους νομοθετικούς και διοικητικούς περιορισμούς της άσκησης των  ατομικών δικαιωμάτων και η προστασία του «πυρήνα» τους ,όσο και το σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

 

Ομως η σχέση μεταξύ νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας και προστασίας των δημοσίων δικαιωμάτων δεν εξαντλείται  στον αρνητικό περιορισμό των κρατικών οργάνων υπέρ της ισχύος των α.δ.Επεκτείνεται σαφώς και στην ενεργητική διάσταση του κρατικού μονοπωλίου βίας ως θεσμικής επιταγής προστασίας της ισχύος των α.δ. τόσο έναντι των ίδιων των κρατικών υπερβάσεων (κυρίως διά των θεσμών «αμοιβαίου ελέγχου») όσο και έναντι των ιδιωτικών φορέων εξουσίας ως  εστιών παραβίασης Η άμεση δέσμευση των κρατικών οργάνων από τους συνταγματικούς κανόνες προστασίας των α.δ. αλλά και η συγκρότηση μιάς «αντικειμενικής», όπως γίνεται δεκτό  φιλελεύθερης και δικαιοκρατικής «τάξης» οδηγεί στην διαμόρφωση καθηκόντων  ενεργητικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων από την πλευρά της κρατικής εξουσίας ,τα οποία συμπληρώνουν  τον αρνητικό αυτοπεριορισμό77.  Οι  «ενεργητικές» εγγυήσεις προστασίας των α.δ. ομοίως  απορρέουν από την θετικοποιημένη προστασία τους  και αποτελούν εκδήλωση της συνταγματικής νομιμοποίησης..   Η συνταγματική λοιπόν οργάνωση και αυτοδέσμευση της  (εθνικής) κρατικής εξουσίας αναδεικνύει δύο εκδοχές της νομιμοποιημένης κρατικής βίας ,μία  εκδοχή αυτοπεριοριστική και μία εκδοχή ενεργητικά εγγυητική. Η θεμελίωση της νομιμοποίησης εναπόκειται στα κρατικά όργανα τα οποία ελέγχουν την συνταγματικότητα της κρατικής δράσης,τα δικαστήρια,ενώ η τελική ενάσκηση της « δικαιοκρατικά νομιμοποιημένης» βίας ανατίθεται στην εκτελεστική εξουσία..

 

3.2. Η νομιμοποίηση της εθνικής κρατικής εξουσίας ως «δικαιοκρατικής εξουσίας»  προυποθέτει έναν καταμερισμό και θεσμικό αμοιβαίο έλεγχο  κατά την άσκηση της  εξουσίας. Η συγκέντρωση των διαφορετικών κρατικών λειτουργιών στο ίδιο όργανο κατανοείται στην φιλελεύθερη παράδοση ως παράγων συνεχών παραβιάσεων των δικαιωμάτων και ως συνθήκη υπονόμευσης και κατάργησης της πολιτικής  ελευθερίας. . Η οργανική έννοια της αρχής διακρίσεως των εξουσιών  αποσκοπεί στην ‘’κατανομήν αυτής (της κρατικής εξουσίας) μεταξύ πλειόνων διακεκριμένων και εν τινι μέτρω ανερξαρτήτων απ’αλλήλων κρατικών  οργάνων ,εις τρόπον ώστε ταύτα να ασκούν ,εν ισοτιμία μεταξύ των ,μέρος μόνον  της κρατικής εξουσίας,ελεγχόμενα και περιοριζόμενα αμοιβαίως διά ποικίλης φύσεως θεσμών «ανασχέσεων και εξισορροπήσεων (checks and ballances)” ( Αρ. Μάνεσης ,Εγγυήσεις τ.Β’).Η κατανομή αυτή λειτουργεί ως τεχνική περιορισμού της κρατικής εξουσίας  .Παρά το ότι η αρχή αυτή έχει υποστεί οξεία κριτική ως προς την ικανότητά της να αναπαριστά την συνταγματική πραγματικότητα αλλά και επιπλέον σήμερα μπορεί να γίνεται λόγος  κυρίως γιά “διασταύρωση των εξουσιών « παρά γιά απόλυτη διάκριση 78, η συνταγματική πρόβλεψη των αμοιβαίων ελέγχων και θεσμών εξισορρόπησης και η πρακτική ενεργοποίησή τους παραμένει κρίσιμη γιά την διασφάλιση της πολιτικής  ελευθερίας .

 

3.3. Τέλος, η νομιμοποίηση της άσκησης του κρατικού καταναγκασμού ως δικαιοκρατικά οριοθετούμενου και εγγυώμενου  τα δημόσια δικαιώματα συνδέεται άμεσα  με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και την δημοκρατική νομιμοποίησή του γενικότερα. Παρά το ότι  η συνταγματική-φιλελεύθερη προάσπιση των α.δ. ιστορικά προυπήρξε  της  επιβολής , παγίωσης και ολοκλήρωσης   της δημοκρατικής αρχής  στην «Δύση» ,σήμερα γίνεται γενικότερα δεκτό ότι  η αποτελεσματική κατοχύρωση και προστασία των  δημοσίων δικαιωμάτων ,ειδικότερα των ατομικών ελευθεριών, διαπλέκεται άρρηκτα και είναι παραπληρωματική  με την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και είναι παραπληρωματική προς την γνήσια και ελεύθερη έκφραση της πολιτικής βούλησης του «λαού»79. Εκτός όμως από την παραπληρωματικότητα ορισμένες ατομικές ελευθερίες , ασκούμενες συλλογικά (π.χ. συνάθροιση, συνεταιρισμός,συλλογική πολιτική έκφραση γνώμης) έχουν αυτόματα και άμεσο  πολιτικό χαρακτήρα και αποτελούν αναγκαία στοιχεία συγκρότησης της δημοκρατικής πολιτειακής μορφή  υπερβαίνοντας την διάκριση «ιδιώτη» και «πολίτη»80. Στον βαθμό που η σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία λειτουργεί ως «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία, προκύπτει  ως αναγκαίος ο δεσμός μεταξύ της εγγύησης   των αδ.από την (εθνική) κρατική εξουσία και της δημοκρατικής-αντιπροσωπευτικής νομιμοποίησης αυτής.Η σχέση αυτή λειτουργεί διαλεκτικά υπό την έννοια ότι όχι μόνον η  ελεύθερη ενάσκηση των α.δ. εγγυάται την γνήσια έκφραση της «λαικής βούλησης» διά της αντιπροσώπευσης αλλά  και ότι η ύπαρξη δημοκρατικής αντιπροσώπευσης  μεταξύ των  «κυβερνώντων» και των «κυβερνωμένων» αποτελεί αναγκαία συνθήκη γιά τον σεβασμό των α.δ.των τελευταίων.Αυτή άλλωστε  η σχέση γίνεται δεκτή και από τις νεότερες προσεγγίσεις στην διεθνή προστασία των α.δ.. όπου η προστασία αυτή νοείται ως όψη και αναγκαίο περιεχόμενο της  αρχής της «δημοκρατικής διακυβέρνησης».

 

Συνεπώς, τα  κρατικά όργανα ,τα οποία εγγυώνται την προστασία των α.δ. συγκεντρώνουν  την κοινωνικοπολιτική συναίνεση (consensus)  ως προς την λειτουργία τους αυτήν ,στον βαθμό που αποτελούν  δομικά στοιχεία ενός συστήματος,το οποίο θεμελιώνεται στην δημοκρατική αντιπροσώπευση και στην άσκηση της  λαικής κυριαρχίας.Εναργέστερα λειτουργεί η δημοκρατική νομιμοποίηση  στην  νομοθετική λειτουργία,καθώς εδώ η ρύθμιση και ο περιορισμος των α.δ. συντελείται  κατά κύριο λόγο από τον νομοθέτη ως «αντιπρόσωπο» του λαού ,γεγονός που συνδέεται με την ανάδειξη του νόμου σε έκφραση του «ορθού λόγου»81.  Ανεξάρτητα από το αν η δημοκρατική νομιμοποίηση αντανακλάται στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα  διά της πλειοψηφικής αρχής  αμεσότερα στην λειτουργία του πλέγματος  κοινοβουλευτική πλειοψηφία-κυβέρνηση αλλά και από το γεγονός  ότι η δικαστική λειτουργία  αποτελεί  πεδίο συνάντησης της δημοκρατικής αρχής και με άλλες αρχές και εγγυήσεις,η δημοκρατική νομιμοποίηση  επικαλύπτει κατ’αρχήν την λειτουργία όλων των συνταγματικών οργάνων, άμεσων και έμμεσων.

 

3.4.Τα παραπάνω κριτήρια «θετικής» νομιμοποίησης  ( νομική/συνταγματική  δικαιοκρατική νομιμοποίηση,αμοιβαίος έλεγχος,δημοκρατική νομιμοποίηση)  αφορούν την κρατική εξουσία του εθνικού κράτους και την δράση των οργάνων του  στα όρια προστασίας και υπέρ της προστασίας των α.δ.Με όλη την σχετικότητα και ιδιομορφία του διεθνούς καθεστώτος προστασίας των α.δ. τίθεται το ερώτημα αν στην περίπτωση της διεθνούς στρατιωτικής επέμβασης υπέρ των α.δ. μπορεί να γίνει λόγος γιά την συνδρομή αναλόγων κριτηρίων.

 

Οσον αφορά το κριτήριο της νομικής/συνταγματικής νομιμοποίησης , είναι προφανές ότι εκτός των ορίων  του εθνικού κράτους δεν υφίσταται κάποιο διεθνές Σύνταγμα. Υφίσταται μία διεθνοδικαιική  νομική οργάνωση θεμελιωμένη στον ΚΧ των ΗΕ και στις υφιστάμενες Διεθνείς Συμβάσεις. Αυτή- πέρα από τις γενικές αρχές του Διεθνους Δικαίου- περιλαμβάνει συμβατικούς κανόνες, οι οποίοι από την κύρωσή τους αποτελούν  εσωτερικό δίκαιο μέ άμεση ισχύ γιά τα κράτη-μέλη των ΗΕ82.Παρά το ότι η τήρηση των κανόνων αυτών επαφίεται σε σημαντικό βαθμό στην διακρατική συναίνεση μεταξύ των κρατών –μελών  αλλά και μεταξύ κρατών-μελων και διεθνών θεσμών , αυτή αποτελεί σε σημαντικό βαθμό κριτήριο συμμόρφωσης προς μία  «οιονεί συντεταγμένη» διεθνή κοινότητα.

Η περίπτωση της επέμβασης στην Γιουγκοσλαβία από έναν στρατιωτικό συνασπισμό των «ηγεμονικών» διεθνώς κρατών (ΝΑΤΟ)  δεν διέθετε το κριτήριο μιάς νομικής (διεθνοδικαιικής) νομιμοποίησης.Παρά τις επιχειρηματολογίες δικαιολόγησής της  η μη πλήρωση του κριτηρίου της νομιμότητας  υπήρξε σχετικά σαφής ,καθώς  η νομιμότητα αυτή στην περίπτωση της διεθνούς επέμβασης ,και παρά την αμφιλεγόμενη ερμηνεία των εξαιρέσεων του ΚΧ, είναι κυρίως μία διαδικαστική νομιμότητα ,προυποθέτει την λήψη απόφασης αρμοδίων οργάνων  σε συνάρτηση και με την διαπίστωση από αυτά των αναγκαίων συνθηκών γιά την επέμβαση.Η μη τήρηση της νομιμότητας σήμανε και την απουσία θεσμών ελέγχου  ,στον βαθμό μάλιστα που η πολιτική ισχύς των κρατών επέμβασης κατέστησε απίθανο ακόμη και τον έλεγχο των παραβιάσεων του ανθρωπιστικού δικαίου του πολέμου.

Αντιθέτως, η ίδια αυτή επέμβαση , αν πραγματοποιείτο με «εντολή» ή «εξουσιοδότηση»  των ΗΕ , θα εμφανιζόταν να εκπληρώνει το κριτήριο της νομικής νομιμοποίησης  (Habermas 1999), θα ήταν διεθνώς νόμιμη.Η προυπόθεση αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να επεκταθεί  και στο κριτήριο των θεσμών “αμοιβαίου ελέγχου”; Θεωρητικά ,η απάντηση θα έπρεπε να είναι καταφατική,δεδομένου ότι η λειτουργία του Σ.Α. και της  ΓΣ ΟΗΕ  θα μπορούσε να οριοθετήσει τις προυποθέσεις, την χρονική διάρκεια, τον τρόπο δράσης και την τήρηση των εγγυήσεων  της αναλογικότητας και των κανόνων του «ανθρωπιστικού δικαίου του πολέμου». Πρακτικά, η περίπτωση του Κόλπου κατέδειξε την αδυναμία ελέγχου του ΣΑ ΟΗΕ επί των εξουσιοδοτουμένων  και την κυρίως «νομιμοποιητική» αλλά όχι  υλικά κανονιστική λειτουργία της διεθνούς νομιμότητας.Σε όμοια συμπεράσματα  οδηγεί  και η εμπειρία της προβληματικής  γά τα α.δ.τήρησης της συμφωνίας 6.1999 γιά το Κοσσυφοπέδιο, η οποία προσέλαβε την μορφή απόφασης του Σ.Α. ΟΗΕ.

 

Η  ανθρωπιστική επέμβαση ενός «ηγεμονικού» κράτους ή συνασπισμού    στο όνομα της «διεθνούς κοινότητας»  έρχεται σε σφοδρή αντίθεση προς το κριτήριο της δημοκρατικής νομιμοποίησης.Ο διεθνής εγγυητής,όταν λειτουργεί εκτός  διεθνούς νομιμότητας ,είναι ένας αυτόκλητος εγγυητής . Δεν υπάρχει διαδικασία αντιπροσώπευσης ή έστω θεσμοθετημένης έκφρασης της λαικής βούλησης μεταξύ του εγγυητή  και των υπέρ ών η επέμβαση.Δεν πρόκειται λοιπόν γιά έναν  μηχανισμό,ο οποιος έχει αντιπροσωπευτικά νομιμοποιηθεί  ως εγγυητής της ισχύος των α.δ.,   αλλά γιά έναν de facto μηχανισμό προστασίας .Η απουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης  αποτελεί ούτως ή άλλως συνέπεια της μη συγκρότησης  ενός  υπερκρατικού πολιτικού μορφώματος. ούτε καν με την έννοια της συγκρότησης αντιπροσωπευτικών οργάνων  εντός περιφερειακών θεσμικών ενοποιήσεων (π.χ. Ευρωπαική Ενωση).Κατά συνέπεια, η αμφισβήτηση των ορίων της  κρατικής κυριαρχίας από την πλευρά  του διεθνούς εγγυητή δεν οδηγεί στην υποκατάσταση της εθνικής δημοκρατικής νομιμοποίησης από μία υπερεθνική δημοκρατική νομιμοποίηση αλλά στην κατάργηση της όποιας δημοκρατικής νομιμοποίησης του εγγυητή.Αν ο δεσμός  αντιπροσώπευσης μεταξύ των  υπέρ ών η επέμβαση και του κράτους τους είναι αδύνατος ή έχει διαρραγεί, αν ο δεσμός με ένα νέο κράτος-έθνος δεν είναι ακόμη υπαρκτός, κανείς μεταβατικός δεσμός αντιπροσώπευσης δεν μπορεί να συσταθεί με τον αυτόκλητο διεθνή εγγυητή.Υπό αυτήν την έννοια  τίθεται επιπλέον το ερώτημα αν η διεθνής επέμβαση  ,με δεδομένη την μη αντιπροσώπευση των υπέρ ών η επέμβαση, όντως είναι σε θέση να υπηρετήσει το δικαίωμά τους ως μειονότητας στην συλλογική  αυτοδιάθεση και αυτοκαθορισμό,

(άρθρο  1 ΔΣΑΠΔ)  , αφού επιβάλλεται εξωγενώς  όχι μόνο επί του κράτους υποδοχής της επέμβασης αλλά και επί αυτών που υποτίθεται ότι «προστατεύει».

Αντίστοιχα, μπορεί να γίνει λόγος γιά μία μορφή δημοκρατικής νομιμοποίησης του διεθνούς εγγυητή,όταν αυτός υπόκειται στους προσδιορισμούς του ΚΧ ΟΗΕ ;   Κατά την γνώμη μας  το κριτήριο της δημοκρατικής νομιμοποίησης  δεν  εκπληρώνεται ικανοποιητικά ούτε κατά την περίπτωση αυτήν.Βεβαίως , η «αντιπροσωπευτικότητα» της διεθνούς κοινότητας από τα όργανα του ΟΗΕ (και ιδίως την Γενική Συνέλευση)  παρέχει ένα κριτήριο δημοκρατικής αντιπροσώπευσης   των  «λαών», η οποία ενδεχομένως θα θεράπευε την αδυναμία αντιπροσώπευσης της εθνικής ομάδας,της οποίας τα δικαιώματα παραβιάζονται..Πλην όμως , δεν μπορεί  πειστικά να γίνει

λόγος γιά δημοκρατική αντιπροσώπευση εντός μιάς αντιφατικής και ετερογενούς ενότητας83,Παρά τις ενδιαφέρουσες σκέψεις γιά την προοπτική μιάς «κοσμοπολιτικής δημοκρατικής κοινότητας» στο μέλλον, η έννοια της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης  εξακολουθεί  να ορίζεται βασικά στο πλαίσιο του εθνικού κράτους .Στον βαθμό που τα ενοποιητικά κοινωνικά και ιστορικά χαρακτηριστικά του εθνικού κράτους  αλλά και οι πραγματικές λειτουργίες του δεν έχουν υποκατασταθεί  από  την πραγματική λειτουργία της δημοκρατίας σε υπερεθνική κλίμακα,η κατασκευή όλο και απώτερων μεταθέσεων της «αντιπροσώπευσης»  σχετικοποιεί αφόρητα αυτήν την έννοια .Ανεξάρτητα μάλιστα από το γεγονός ότι τα κριτήρια συμμετοχής στο Σ.Α. είναι κριτήρια συνεχώς αναδιαπραγματευόμενης πολιτικής ισχύος. Συνεπώς, η νομιμοποίηση διεθνούς επέμβασης του ΟΗΕ αποτελεί κυρίως μία νομική/διαδικαστική νομιμοποίηση χωρίς να συνοδεύεται από την δημοκρατική νομιμοποίηση του εθνικού κρατικού εγγυητή-ακόμη και η απουσία εθνικού δημοκρατικού εγγυητή δεν γεννά αυτομάτως την δημοκρατική νομιμοποίηση της «διεθνούς κοινότητας.» .

Παραμένει ,κατά συνέπεια, δικαιολογημένη η θέση ότι τα κριτήρια  «θετικής» νομιμοποίησης του εγγυητή των α.δ. στην πληρότητά τους είναι δυνατόν να καλυφθούν μόνο από μία (ενδεχομένως αλλά όχι αναγκαστικά υπαρκτή) δικαιοκρατικά και δημοκρατικά νομιμοποιημένη (εθνική) κρατική εξουσία84. Στην περίπτωση μιάς διεθνούς επέμβασης στρατιωτικού χαρακτήρα υπέρ των α.δ.,διεθνώς παράνομης αλλά οριακά ακόμη και διεθνώς νόμιμης, υπερισχύουν κριτήρια νομιμοποίησης  «υπερθετικού δικαίου», κριτήρια ηθικοπολιτικής νομιμοποίησης.

 

 

  1. Προστασία των δικαιωμάτων ή (διεθνής) κυριαρχία ; Μη επεμβατιστές και επεμβατιστές στις διεθνείς σχέσεις

 

Το πρόβλημα της “ανθρωπιστικής επέμβασης” διχάζει την πολιτική σκέψη και την θεωρία των διεθνών σχέσεων. Ως κρίσιμο σημείο αντιπαράθεσης τίθεται η αντίληψη γιά τα όρια της διεθνούς κυριαρχίας των κρατών και  την οργάνωση της διεθνούς κοινότητας . Ξεκινώντας από την παραδοσιακά κρατοκεντρική θεώρηση των διεθνών σχέσεων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (και σε ευρεία ιστορική θεώρηση μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας ) τα μη επεμβατικά ρεύματα προτάσσουν κυρίως δύο ειδών επιχειρήματα  α) επιχειρήματα σχετικά με την προστασία της διεθνούς κυριαρχίας των κρατών ως θέσης αρχής (ηθικοπολιτικά επιχειρήματα)   β) επιχειρήματα υπέρ της μη ανεξέλεγκτης επέκτασης του πολέμου και της χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις (ωφελιμιστικά επιχειρήματα) 85 .

Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής θα σταθούμε ιδίως στις ηθικοπολιτικές  απόψεις του  Michael Walzer κατά της ανθρωπιστικής επέμβασης και υπέρ των “δικαιωμάτων των εθνικών κρατών στην μη επέμβαση”.

 

Από την οπτική γωνία των “επεμβατικών” ρευμάτων ,η εστία της πολεμικής εδράζεται στις διαρκείς παραβιάσεις των ατομικών (και δευτερευόντως συλλογικών) δικαιωμάτων από τις εθνικές κυβερνήσεις  ως έρεισμα γιά μία τροποποιημένη θέση στο Διεθνές Δίκαιο ,η οποία θα αποδίδει προτεραιότητα στα δικαιώματα των ατόμων-πολιτών έναντι των “δικαιωμάτων των κρατών”, ή πάντως θα σέβεται τα “δικαιώματα” των κρατών ,μόνον εφόσον αυτά είναι δικαιοκρατούμενα και φιλελεύθερα κράτη.Ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της θέασης, θα αναπτύξουμε την άποψη του Fernando R.Teson γιά μία δικαιοκρατούμενη διεθνή κοινότητα, στην οποία συμβάλλουν οι  ανθρωπιστικές επεμβάσεις υπέρ των καταπιεζομένων. .

 

Οι θέσεις αυτές δεν είναι στενά νομικές θέσεις αλλά τοποθετήσεις στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και της θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Φιλοδοξούν ακόμη να οικοδομήσουν μία ολική οπτική γιά την ηθική των διεθνών σχέσεων καθώς και την αντίστοιχη θέση αγώνα (“Kampfplatz”) . . Στην πορεία της ανάπτυξής της, αυτή η επιχειρηματολογία διαπλέκεται με τις θέσεις των νομικών και των θεωρητικών του διεθνούς δικαίου  και την αντιπαράθεση επί της ερμηνείας του Καταστατικού  Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Προκύπτουν δηλαδή δύο εναλλακτικές στρατηγικές γιά την αντιμετώπιση εκείνων των πολιτικών κρίσεων, οι οποίες παράγονται από εσωτερικές παραβιάσεις των α.δ. σε κάθε εθνικό κράτος. Μελετώντας σε γενικές γραμμές διαστάσεις που γεννώνται από την αντιπαράθεση επεμβατιστών και μη επεμβατιστών, θα αποπειραθούμε να διατυπώσουμε   μία ιδιαίτερη κριτική θέση επί αυτού του διαλόγου.

 

 

4.1. Οι απόψεις των M.Walzer και F.R.Teson

 

Ξεκινώντας  από την θέση των ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών εντός της διεθνούς κοινότητας ο M.Walzer την εξειδικεύει μέσα από έξι ειδικότερες θέσεις 86:

 

I )         Η διεθνής κοινότητα απαρτίζεται από ανεξάρτητα κράτη

  1. Η διεθνής κοινότητα είναι δικαιικά οργανωμένη κατά τρόπο που διασφαλίζει το δικαίωμα των μελών της (των κρατών) στην εδαφική ακεραιότητα και στην πολιτική κυριαρχία.
  • Κάθε μορφή χρήσης βίας ή απειλής χρήσης βίας από ένα κράτος κατά της πολιτικής κυριαρχίας ή της εδαφικής ακεραιότητας άλλου κράτους συνιστά επιθετική συμπεριφορά (“aggression”) και αποτελεί διεθνώς εγκληματική πράξη.
  1. Η επιθετική συμπεριφορά δικαιολογεί δύο είδη βίαιης απάντησης :

Είτε έναν πόλεμο αμυντικής μορφής από το θύμα της επέμβασης είτε έναν πόλεμο υπέρ της επιβολής του διεθνούς δικαίου από το θύμα και όποιο άλλο μέλος της διεθνούς κοινότητας.

  1. Kανείς άλλος λόγος ,εκτός από την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς,δεν δικαιολογεί τον πόλεμο και την χρήση διεθνούς βίας.
  2. Οταν και εφ’όσον ο επιτιθέμενος έχει απωθηθεί στρατιωτικά, είναι δυνατό να του επιβληθεί κύρωση από την διεθνή κοινότητα .

 

Από αυτές τις θέσεις ο συγγραφέας συνάγει το επιχείρημα της μη επέμβασης στο εσωτερικό άλλου κράτους και γιά “δικές του υποθέσεις”  ως βασική αρχή, ως κανόνα .

Αυτό το επιχείρημα εκφράζεται α) είτε ως απαγόρευση ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις (“domestic affairs“) των άλλων κρατών και ως διάκριση μεταξύ της εσωτερικής  πολιτικής σφαίρας (σχέση κυβέρνησης και κυβερνωμένων) και εξωτερικής πολιτικής σφαίρας (σχέση μεταξύ ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών)  β) είτε ως αρχή  της αντιπροσώπευσης των πολιτών στις διεθνείς σχέσεις  από τις ισχύουσες  εθνικές κυβερνήσεις ,με αποτέλεσμα αυτή η αντιπροσώπευση να ισχύει εφ’όσον και γιά όσο χρόνο οι πολίτες δεν έχουν επαναστατήσει κατά της “μη δίκαιης κυβέρνησης” και δεν την έχουν ακόμη ανατρέψει  γ) είτε ως αρχή της ευρύτατης απαγόρευσης της χρήσης στρατιωτικής βίας στις διεθνείς σχέσεις 87 , της μη δηλαδή αποδοχής  οποιασδήποτε άλλης βίας πλην της αμιγώς αμυντικής. Και οι τρεις αυτές αρχές επικυρώνουν το απαραβίαστο των κρατικών συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας (βλ..και Ελσίνκι 1975 σε Μέρος Ι  ) και την προτεραιότητα της (διεθνούς) κυριαρχίας έναντι άλλων αξιών και εννόμων αγαθών.

Το επιχείρημα ενός κράτους υπέρ της “μη επέμβασης” στις εσωτερικές του υποθέσεις θεμελιώνει μία αξίωση αποχής των άλλων κρατών από αυτές.

 

 

Η θέση αρχής του M.Walzer κατά των “ανθρωπιστικών επεμβάσεων” δεν τον κατατάσσει σε καμία περίπτωση στους ακραίους και απόλυτους μη επεμβατιστές. Αντίθετα, δέχεται ορισμένες σημαντικές εξαιρέσεις  στον κανόνα της μη επέμβασης,οι οποίες κρίνονται συγκεκριμένα σε κάθε ιστορική συγκυρία . Η πρώτη εξαίρεση αφορά την περίπτωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είτε υπό την μορφή της αποικιακής καταπίεσης είτε γενικότερα υπό την μορφή της πάλης γιά την εθνική αυτοδιάθεση ενός καταπιεζόμενου έθνους απέναντι σε  ένα καταπιέζον έθνος  ( όπου αναφέρει ιδίως την περίπτωση της εξέγερσης των Ούγγρων κατά της αυστριακής μοναρχίας των Αψβούργων το 1848,κατά την οποία ο  φιλόσοφος  J..S.Mill συζητούσε το ενδεχόμενο μιάς θεμιτής βρεττανικής επέμβασης υπέρ των Ούγγρων ). Oμως, η θέση του δεν φθάνει ως την εν γένει ανθρωπιστική

υποστήριξη έξωθεν κάθε αποσχιστικού (“secessionist”) κινήματος -υποστηρίζει ότι πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν α) τόσο το αξιολογικό φορτίο της σύγκρουσης (π.χ. δεν θα ήταν θεμιτή στον Αμερικανικό Εμφύλιο η επέμβαση υπέρ του “αποσχιστικού Νότου” λόγω των ιδιαίτερων θέσεων αυτής της απόσχισης ) β) όσο και η υλική/πραγματική ικανότητα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος να αυτοκυβερνηθεί και να υπάρξει μετά την επέμβαση με τις δικές του δυνάμεις88. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά την αντι-επέμβαση (“counterintervention“) , την πραγμάτωση δηλαδή μιάς επέμβασης γιά να ενισχυθεί  εκείνο το μέρος μιάς εμφύλιας σύγκρουσης,το οποίο ήδη έχει δεχθεί εξωτερική επέμβαση σε βάρος του. Η ιδιαίτερη λογική αυτής της εξαίρεσης έγκειται   στην αποκατάσταση του διαταραγμένου αρχικού συσχετισμού  δυνάμεων εξαιτίας της αρχικής επέμβασης. Ουσιαστικά, αυτή η εξαίρεση δεν εισάγει ένα ηθικοπολιτικό επιχείρημα υπέρ του ενισχυόμενου μέρους αλλά απλώς ένα επιχείρημα “αρμονίας των δυνάμεων” και αποκατάστασής της σε βάρος αυτού που έχει επωφεληθεί από την διατάραξη της αρμονίας. . Η τρίτη ,τέλος,και σημαντικότερη εξαίρεση αφορά την μαζική παραβίαση από μία εθνική κυβέρνηση των α.δ. των πολιτών της με ακραίο τρόπο και σε ακραίο βαθμό (” grave violations” ή “gross violations“) . Η παραβίαση αυτή αντιστοιχεί στις περιπτώσεις της γενοκτονίας,, της μαζικής εξανδραπόδισης/υποδούλωσης  ή εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων ή ακόμη εθνικών ή πολιτισμικών μειονοτήτων ,της σοβαρής δηλαδή διακύβευσης της προσωπικης ασφάλειας και ελευθερίας  μαζικών κατηγοριών από τους πολίτες ενός κράτους.  Διασταυρώνονται δηλαδή αυτές οι παραβιάσεις και με παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου των ενόπλων συγκρούσεων ή και με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ,όπως π.χ. το έγκλημα της γενοκτονίας Στην περίπτωση αυτήν υποχωρεί το δικαίωμα του εθνικού κράτους στην “μη επέμβαση” , καθώς εξασθενεί ποιοτικά ο δεσμός αντιπροσώπευσης της εθνικής κυβέρνησης και των πολιτών της ή του “λαού” της κρατικής αυτής υπόστασης και τίθεται σε αμφισβήτηση έτσι η ικανότητα αυτής της πολιτικής κοινότητας να υπάρξει αυτόνομα χωρίς εξωτερική επέμβαση 89 .

 

Οι θέσεις του M.Walzer παρέχουν λοιπόν  ένα έστω περιορισμένο πεδίο γιά την πραγμάτωση των ανθρωπιστικών επεμβάσεων. Αντίθετα, στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου και της πιό παραδοσιακής προσέγγισης στην ερμηνεία του ΚΧ  ΟΗΕ, έχουν αναπτυχθεί πιό απόλυτες μη -επεμβατικές απόψεις,οι οποίες κατά βάση  απορρίπτουν πλήρως το “δικαίωμα στην επέμβαση” εκκινώντας από μία απόλυτη και μη σχετικοποιήσιμη προστασία της διεθνούς κυριαρχίας των κρατών, της εδαφικής ακεραιότητας  και της πολιτικής τους ανεξαρτησίας. 90. Οι απόψεις όμως των συγγραφέων του Διεθνούς Δικαίου παρουσιάζουν το μειονέκτημα ότι αποφεύγουν να τοποθετηθούν κυρίως στην ηθικοπολιτική διάσταση του ζητήματος και εμμένουν στην κανονιστική του ρύθμιση εντός του ΚΧ ΟΗΕ. Αντίθετα, οι απόψεις των πολιτικών φιλοσόφων (και ιδίως του M.Walzer) διατυπώνονται στο έδαφος του “δικαιώματος” των κρατών στην ανεξαρτησία και ακεραιότητά τους.

 

Στον αντίποδα των απόψεων της “μη επέμβασης” οργανώνεται η συνηγορία του δικαιώματος  του συμπαριστάμενου κράτους στην επέμβαση υπέρ των ατόμων που υφίστανται παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους. Η  σχετικά εναργέστερη διατύπωση αυτής της θέσης  έχει προταθεί από την πλευρά του F.R.Teson (Teson 1988,1997) . To “δικαίωμα στην ανθρωπιστική επέμβαση”,κατά τον συγγραφέα,  υπονοεί ορισμένες παραδοχές ,οι οποίες το θεμελιώνουν ηθικοπολιτικά και το αντιπαραθέτουν στην απόλυτη κυριαρχία των κρατών :

 

  1. To “δικαίωμα” των κρατών στην διεθνή κυριαρχία τους δεν είναι αυτόνομο ή αυτοτελές απέναντι στα δικαιώματα των πολιτών τους έναντι αυτών 91. Τα κράτη είναι υπηρέτες και εγγυητές των  δικαιωμάτων των πολιτών τους. Τα δικαιώματα αυτά είναι κατά βάση  δικαιώματα ατόμων (“individuals”) και έχουν φυσικοδικαιική θεμελίωση ( προφανώς, άρα, ισχύουν ανεξάρτητα από το αν και το πως έχουν τεθεί εντός της κάθε κρατικής υπόστασης). Η κρατική αυτόνομη υπόσταση είναι συνάρτηση του σεβασμού των δικαιωμάτων των πολιτών της.

Η διεθνής κυριαρχία του κράτους (όπως άλλωστε και το μονοπώλιο έννομης βίας στο εσωτερικό του) απορρέει  από το “κοινωνικό συμβόλαιο” σύστασης της κρατικής εξουσίας.

Η εκχώρηση της εξουσίας στον “κυρίαρχο” και κατ’επέκταση στους ασκούντες  την εξουσία στο όνομά του επήλθε ακριβώς με σκοπό την σε συνθήκες κοινωνικής συνεργασίας  προστασία των φυσικών δικαιωμάτων των ατόμων και υπό αυτόν τον όρο.

Στον βαθμό λοιπόν που οι κυβερνώντες δεν τηρούν τους όρους του “συμβολαίου” και παραβιάζουν τα δικαιώματα των πολιτών, χάνουν  το “προνόμιο” επίκλησης της κυριαρχίας του κράτους τους ( σχετικά και παραπάνω,  σε κεφάλαιο 2) . Τα  άλλα  κράτη αποκτούν το “δικαίωμα” να συμπαρασταθούν στους καταδιωκόμενους και περιοριζόμενους πολίτες του κυριαρχικά εκπεσόντος κράτους.

 

 

  1. Η “δίκαιη επέμβαση” δεν φθάνει μόνον μέχρι το σημείο της αποκατάστασης των δικαιωμάτων των πολιτών αλλά   ως την ολική επίλυση της “σύγκρουσης”,ως την ανατροπή του τυραννικού κυβερνήτη και του καταπιεστικού καθεστώτος.  Αυτή όμως η θέση του συγγραφέα δεν καλύπτει όλους αναγκαστικά όσους υπερασπίζονται επεμβάσεις κατά της παραβίασης των α.δ. ,καθώς ορισμένοι από αυτούς περιορίζουν την επέμβαση στην αποκατάσταση των ατομικών δικαιωμάτων και ιδίως των δικαιωμάτων στην ζωή, στην σωματική ακεραιότητα και στην προσωπική ασφάλεια92 .

 

  1. Η “δίκαιη επέμβαση” πρέπει να τηρεί ορισμένους κανόνες ελαχιστοποίησης της εμπόλεμης βίας και των ανθρωπίνων απωλειών, από την στιγμή που η άσκηση “δίκαιης βίας” θα εκκινήσει.Πρόκειται εδώ γιά κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο της άσκησης βίας,γιά το jus in bello. Γίνεται αποδεκτό ότι ο “δίκαιος πόλεμος” θα έχει απώλειες από την πλευρά όχι μόνο των επεμβαινόντων αλλά και από την πλευρά των υπέρ ών η επέμβαση πολιτών. Συχνά μαλιστα΄περισσότερες ζωές θα χαθούν με την επέμβαση από ό,τι θα συνέβαινε αν δεν προσβαλλόταν το καταπιεστικό καθεστώς . Προτείνεται λοιπόν ένα κριτήριο αναλογικότητας της χρησιμοποιούμενης βίας , με ποιοτικά όμως και όχι απλώς ποσοτικά κριτήρια.  Ο αριθμός των απωλειών (ακόμη και αμάχων πολιτών από την δυναμική του πολέμου) δεν μπορεί να αποτελεί ένα απόλυτο εμπόδιο,όταν κρίνεται το “συνολικό σύστημα της ελευθερίας” (“total system of liberty” ) έναντι ενός καταπιεστικού και συχνά βάρβαρου στην πρακτική του καθεστώτος. (F.R.Teson 1988, J.T.Johnson 1998 ), ακόμη και αν αυτό δεν διαπράττει γενοκτονίες (όπως το ναζιστικό καθεστώς ή αυτό του Πολ-Ποτ στην Καμπότζη). Οταν το καθεστώς αυτό τείνει στην διαρκή και απόλυτη υποδούλωση ενός πληθυσμού, καμία απώλεια δεν είναι επαρκής γιά να αποτρέψει από μόνη της την επέμβαση 93.

 

Βαρύνουσα σημασία έχει και το είδος των δικαιωμάτων, τα οποία δικαιολογούν μία “δίκαιη επέμβαση”. Ετσι, τα δικαιώματα αποχής του κράτους από την ιδιωτική σφαίρα  (ατομικά δικαιώματα) ή τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής (πολιτικά δικαιώματα) κατ’εξοχήν θεμελιώνουν την αξίωση επέμβασης τρίτων και την υποχώρηση της διεθνούς κυριαρχίας του παραβιάζοντος κράτους. Αντίθετα, τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τέτοιου τύπου εξωτερικές επεμβάσεις . Ο λόγος είναι διπλός, σε κάθε περίπτωση όμως  επικαθορίζεται από την φιλελεύθερη

ιδεολογία :

α) η ελευθερία ως αρχή δικαιοσύνης  έχει προτεραιότητα απέναντι  στην αναδιανεμητική δικαιοσύνη (Rawls 1971).β) Το παραπάνω έχει και την συνέπεια ότι η αρχή της πλειοψηφίας δεν μπορεί να δεσμεύσει την απόλαυση ατομικών δικαιωμάτων ,ενώ μπορεί να καθορίσει την άσκηση της μιάς ή της άλλης κοινωνικής πολιτικής . Συνεπώς, όπου διαφορετικές απόψεις είναι δυνατόν να υποστηριχθούν εντός του δημοκρατικού παιχνιδιού, η επέμβαση είναι απαράδεκτη. Οπου πρόκειται γιά απαραβίαστες απόψεις-άρα εκτός του δημοκρατικού παιχνιδιού-, τίθεται ζήτημα επέμβασης 94( εδώ ισχύουν τα “δικαιώματα” και όχι η πολιτική).

Η θέση αυτή του συγγραφέα υποδηλώνει ρητώς την πολιτική  σχετικότητα της αρχής του κοινωνικού κράτους και την μη ένταξή της στις απαραβίαστες αρχές των πολιτισμένων κρατών.

 

  1. Τα θύματα της καταπίεσης πρέπει να δέχονται την εξωτερική επέμβαση ως μέσο χειραφέτησής τους.

 

Στο σημείο αυτό αντιμετωπίζεται η αντίρρηση κατά την οποία  τμήμα του πληθυσμού είναι δυνατό να αποδέχεται τις παραβιάσεις δικαιωμάτων (δικών του ή άλλων πολιτών του κράτους) και άρα να προσδένεται στο ανελεύθερο καθεστώς, αντιτιθέμενο στην επέμβαση.

Αυτή η πραγματικότητα ενδέχεται να απορρέει  α) είτε από μία πλεονεκτική θέση του συναινούντος τμήματος του πληθυσμού  απέννατι στα θύματα της καταπίεσης (π.χ. Γερμανοί έναντι Γερμανοεβραίων στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία ) β) είτε από μία χειραγωγητική και “υπνωτιστική”  πολιτική του καθεστώτος, η οποία πείθει τμήμα των καταπιεζόμενων και το κρατά σε μία παθητική στάση.

 

Ο F.R.Teson ορθώς εγείρει το επιχείρημα (απρόσβλητο από μία φιλελεύθερη τουλάχιστον οπτική)  ότι σε περίπτωση καταπίεσης ορισμένων ατόμων η αντίθετη γνώμη της πλεοψηφίας του κρατικού πληθυσμού95 δεν είναι κρίσιμη στο ζήτημα της επέμβασης

– δηλαδή η μη καταπιεζόμενη πλειοψηφία δεν έχει δικαίωμα να κρατά σε κατάσταση καταπίεσης τη μειοψηφία διά της συναίνεσής της. Συνεπώς, η απαιτούμενη συναίνεση ξεκινά από τους καταπιεζόμενους και όχι από τους ωφελούμενους από την καταπίεση πολίτες. Οταν αυτή η συναίνεση δεν υπάρχει,τότε πράγματι δεν μιλούμε γιά μία “δίκαια επέμβαση” αλλά γιά μία διακρατική επέμβαση με  δικούς της στρατηγικούς σκοπούς,η οποία απλώς αξιοποιεί την πραγματικότητα της καταπίεσης.

 

Ομως, η ισχύς του επιχειρήματος ξεθωριάζει, όταν η “συναίνεση” των καταπιεζόμενων παύει να αποτελεί δυνητικά έστω αντικείμενο  εμπειρικής διαπίστωσης.. Αυτό συμβαίνει ιδίως,όταν εκείνοι που επιθυμούν να εξεγερθούν και κατά συνέπεια συναινούν στην επέμβαση ταυτίζονται με εκείνους “οι οποίοι θα επιθυμούσαν να εξεγερθούν ,αν ήταν απολύτως αυτόνομοι (“fully autonomous”)  στις επιλογές τους” ( F.R,Teson 1988). Η αυθαιρεσία και ο υποκειμενισμός αυτής της εικαζόμενης συναίνεσης είναι σε θέση να δικαιολογήσει την πλέον αυθαίρετη επιβολή επεκτατικών στρατηγικών στην διεθνή σκηνή. Ποιός εκτιμά και κάτω από ποιές συνθήκες την “πλήρη αυτονομία” κάποιων ατόμων και την δυνατότητά τους να την αποκτήσουν; Και πως αποφεύγεται η αναπαραγωγή μιάς διαρκούς πατρωνείας; μεταξύ ανωρίμων πολιτών του κράτους Α και υπερωρίμων ηγεσιών του κράτους Β ;

 

Η γραμμή ανάλυσης του Teson παριστά ανάγλυφα την ηθικοπολιτική επιχειρηματολογία του φιλελεύθερου ενόπλου επεμβατισμού. Αποτελώντας την πιό ακραία εκδοχή της βασικά διεθνούς και “κοσμοπολιτικής” προστασίας των α.δ. πέρα και εντεύθεν των κρατικών ορίων και μηχανισμών, συγκλίνει με ένα ευρύτερο ρεύμα πολιτικών στοχαστών και νομικών υπέρ των επεμβάσεων,οι οποίοι προηγήθηκαν από την προβληματική της “κοσμοπολιτικής δημοκρατίας” ( ανερχόμενη κατά την δεκαετία του 1990)  και εν τέλει την προετοίμασαν96 .

Η αναλυτικότερη κριτική της παρουσίαση προυποθέτει την μελέτη ορισμένων όψεων της διεθνούς κυριαρχίας των κρατών.

 

 

  • Σύντομη παρέκβαση γιά τις όψεις της διεθνούς κυριαρχίας 97

 

Η διεθνής κυριαρχία των κρατών συμπίπτει σε σημαντικό βαθμό με τον διεθνή αυτοκαθορισμό (“selfdetermination“)  98  των κρατών, σε τελική ανάλυση τον αυτοκαθορισμό  των πολιτών τους.. Αυτός ο αυτοκαθορισμός έχει μία “εξωτερική” διεθνή διάσταση και μία “εσωτερική” διεθνή διάσταση. Οι δύο διαστάσεις αλληλοσυμπληρώνονται, παραμένουν όμως μεθοδολογικά και αναλυτικά διακριτές.

 

   Ο εξωτερικός αυτοκαθορισμός σημαίνει το δικαίωμα σχηματισμού κράτους ανεξάρτητου από άλλα κράτη,εδαφικής επικράτειας μη υποκείμενης στην  επικράτεια άλλων κρατών  και πολιτικής βούλησης μη υποκείμενης στον σχηματισμό πολιτικής βούλησης άλλων κρατικών υποστάσεων.Αυτός ο εξωτερικός αυτοκαθορισμός δεν υφίσταται σε συνθήκες αποικιοποίησης, σε συνθήκες ξένης κατοχής ή κατάκτησης . Δεν υφίσταται επίσης σε περιπτώσεις απόσπασης τμήματος της επικράτειας από άλλο κράτος και αλλαγής/παραβίασης των συνόρων (πιό σύνθετη είναι η περίπτωση της αλλαγής των συνόρων υπό την πίεση ενός κινήματος αυτοκαθορισμού τμήματος του πληθυσμού του κράτους,π.χ. μιάς εθνικής μειονότητας). Κατ’ αρχήν λοιπόν η εξωτερική αυτοδιάθεση ή αυτοκαθορισμός των πολιτών ενός κράτους σημαίνει την μη υπαγωγή τους στην εξουσία άλλου κράτους και την διατήρηση της εξουσίας αυτού του κράτους στην δεδομένη εδαφική επικράτεια (παραδοσιακά εδαφικός προσδιορισμός της κυριαρχίας).

 

Ο εσωτερικός αυτοκαθορισμός  προυποθέτει σαφώς τον εξωτερικό, δεν μπορεί να τεθεί ως ζήτημα ανεξάρτητα από αυτόν. Σημαίνει κατά βάση την ρύθμιση των εσωτερικών υποθέσεων του κράτους ( όπου παραδοσιακά εντασσόταν και η προστασία των α.δ.) στην βάση της εσωτερικής διαδικασίας σχηματισμού της πολιτικής βούλησης σε κάθε κράτος.

Η εσωτερική πολιτική διαδικασία δεν είναι αναγκαστικά μία δημοκρατική πολιτική διαδικασία. Επίσης, και όταν ακόμη λειτουργούν οι δημοκρατικοί πολιτικοί θεσμοί, είναι δυνατόν να μην παράγονται δημοκρατικά και δικαιοκρατικά πολιτικά αποτελέσματα υπέρ των πολιτών του κράτους (π.χ. η περίπτωση ενός αυταρχικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος)99.

Σε κάθε περίπτωση,η αυτοκαθοριζόμενη εντός της κρατικής οντότητας πολιτική διαδικασία υποδηλώνει και αυτοκαθορισμό ως προς την άσκηση του κρατικού μονοπωλίου βίας, ως προς τον τρόπο και την μορφή άσκησης του κρατικού καταναγκασμού.

 

Το πρόβλημα της “ανθρωπιστικής επέμβασης” θίγει κατ’ αρχήν  τον εσωτερικό αυτοκαθορισμό του κράτους  (και των πολιτών του) και όχι τον εξωτερικό. Οταν η επέμβαση τείνει να ενσωματώσει τμήμα του κράτους σε άλλη επικράτεια ή να δημιουργήσει έναν μόνιμο πολιτικό έλεγχο στο κράτος υποδοχής της επέμβασης, τότε κινούμαστε πλέον με σχετική σαφήνεια σε ακραία όρια ή μάλλον σε υπέρβαση των μορφών της “ανθρωπιστικής επέμβασης” (αν και η “υπέρβαση “αυτή πλέον έχει υλικές  μορφές ύπαρξης , δεν είναι θεωρητική). Ηδη πάντως, από την στιγμή που η ανθρωπιστική επέμβαση τελείται ανεξάρτητα από την συναίνεση του κράτους υποδοχής και συνήθως σε ρήξη με αυτό-εδώ και η ποιοτική διαφορά από την παραδοσιακή  “ειρηνευτική δύναμη” του ΟΗΕ-Karin v.Hippel 2000)- αμφισβητεί καίρια τον εσωτερικό αυτοκαθορισμό.

 

Ξεκινώντας από αυτόν τον περιορισμό (της αντινομίας δηλαδή της επέμβασης βασικά με τον εσωτερικό αυτοκαθορισμό) θα αναζητήσουμε απάντηση στο ερώτημα των ορίων σεβασμού του εσωτερικού πολιτικού αυτοκαθορισμού. Γιά να αποκρυσταλλώσουμε το ερώτημα : μας ενδιαφέρει μία ελεύθερη γιά τους πολίτες της  εσωτερική πολιτική διαδικασία ακόμη και με “ξένες πλάτες” ή μία ανεξάρτητη έναντι των τρίτων κρατών  πολιτική διαδικασία, ακόμη και αν δεν είναι ελεύθερη γιά τους πολίτες της ;

 

 

 

 

 

 

  • J.S.Mill : Μία ελευθερία που να αξίζει τον κόπο ;Εσωτερικός  αυτοκαθορισμός και θεωρία της δημοκρατίας

 

“H μόνη δοκιμασία που διαθέτει πραγματική αξία,προκειμένου  να αποδειχθεί ότι ένας λαός μπορεί να έχει γίνει κατάλληλος γιά λαικούς-δημοκρατικούς θεσμούς είναι … η πρόθεση αυτού του λαού να διαθέσει το θάρρος αλλά να αναλάβει τον απαιτούμενο κίνδυνο γιά την ελευθερία του…….Οταν ένας λαός έχει την ατυχία να κυβερνάται από μία κυβέρνηση,υπό την οποία τα συναισθήματα και οι αξίες που απαιτούνται γιά τη διατήρηση της ελευθερίας δεν μπορούν να αναπτυχθούν, συμβαίνει κατ’ εξοχήν στο πλαίσιο ενός επίπονου αγώνα γιά να απελευθερωθούν με τις δικές τους δυνάμεις να αποκτούν αυτές οι αξίες και τα συναισθήματα την καλύτερη δυνατότητα να ξεδιπλωθούν”

 

( J.S.Mill : ” A Few Words on Non-Intervention ” in “3 Dissertations and Discussions” (1867)

London 1983, σελ. 171-176, απόδοση Δ.Μπ. ).

 

4.3.1.  Μη ανάμειξη και δημοκρατική (εσωτερική) κυριαρχία

 

Η προβληματική της επέμβασης εξαρτάται άμεσα από το πρόβλημα του “θύματος της καταπίεσης”, από τον ορισμό του. Αυτό μπορεί να προσλαμβάνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενο της καταπίεσης. Η  διαφορετική ανάγνωση της κάθε μορφής μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς το αίτημα του αυτοκαθορισμού .

 

  Περίπτωση πρώτη : Ενα άτομο (ή ορισμένα άτομα)  δέχεται παραβιάσεις των ατομικών (ή και πολιτικών)  δικαιωμάτων του,είτε ως “φυσικών δικαιωμάτων” είτε ως δικαιωμάτων τεθειμένων από το εσωτερικό δίκαιο και τις διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις του κράτους,π.χ. συλλαμβάνεται και περιορίζεται άνευ νόμου,χωρίς συγκεκριμένη ποινική κατηγορία κλπ .Κατά την πρώτη εκδοχή,η αντίστασή του στις παραβιάσεις αυτές όσο και η διεθνής επέμβαση υπέρ των δικαιωμάτων του είναι δυνατό να αναγνωσθούν ως μία αντίθεση αρνητικού χαρακτήρα ανάμεσα σε αυτόν και στην εθνική κυβέρνηση. Η επέμβαση θα αποσκοπεί λοιπόν στην αποκατάσταση των δικαιωμάτων του  ανεξάρτητα από το όλο πολιτικό πλαίσιο.Η αντίθετα, κατά τη δεύτερη εκδοχή, θα αποσκοπεί στην αποκατάσταση μιάς πολιτειακής οργάνωσης100 που θα εγγυάται τα δικαιώματα των πολιτών, αν η παραβίαση του συγκεκριμένου δικαιώματος αποτελεί σταθερά ενός καθολικά αντιδημοκρατικού και τυραννικού καθεστώτος .Στη δεύτερη περίπτωση,τίθεται πρόβλημα επιβολής μιάς άλλης πολιτικής διαδικασίας από την υφιστάμενη, ενός τουλάχιστον δικαιοκρατικού και φιλελεύθερου (αν όχι και γενικότερα δημοκρατικού) πολιτεύματος.

 

Περίπτωση δεύτερη : Μία ομάδα ( πολιτική, εθνική, φυλετική,πολιτισμική,θρησκευτική  ή όποια άλλη)  εντός του εθνικού κράτους  δέχεται παραβιάσεις ως προς τα δικαιώματα των μελών της είτε υπό την έννοια της διαφύλαξης και προβολής των ιδιαίτερων αντιλήψεων και χαρακτηριστικών τους και της ελευθερίας έκφρασής τους  είτε υπό την έννοια της ισότητας στην απόλαυση των δικαιωμάτων με τους άλλους πολίτες αυτού του κράτους. (π.χ. οι Αλβανοί Κοσοβάροι εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας μετά το 1989). .Η πρώτη εκδοχή προστασίας θα τονίσει τον ελεύθερο χώρο ύπαρξης των ομάδων αυτών (ως “μειονοτήτων”)   και θα επιδιώξει κυρίως να θέσει αρνητικές εγγυήσεις προστασίας του. Αυτή η προσέγγιση, αναπόφευκτα, θα τονίσει και την συνύπαρξη των  διαφορετικών ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων εντός της κρατικής υπόστασης. Η δεύτερη εκδοχή, αντιθέτως, θα αναδείξει το αίτημα της  ίσης συμμετοχής της ομάδας αυτής στην  πολιτική διαδικασία του κράτους, της άρσης του πολιτικού της αποκλεισμού.Στην περίπτωση ειδικότερα του αποκλεισμού των εθνικών  μειονοτήτων το αίτημα αυτό θα αντιστοιχεί είτε στην αποκατάσταση  των ίσων πολιτικών δικαιωμάτων αυτής της μειονότητας  εντός του κράτους είτε στην αυτονομία ή και  απόσχιση και σχηματισμό τελικά  ενός ανεξάρτητου κρατικού σχηματισμού-παρακάτω γιά τα δικαιώματα “συλλογικού αυτοκαθορισμού”. Η εκδοχή αυτή θα οργανώσει λοιπόν και πάλι ένα επιχείρημα που αφορά την εσωτερική πολιτική διαδικασία -είτε ζητώντας τον μετασχηματισμό της ή διεκδικώντας μία ανεξάρτητη από την υφιστάμενη πολιτική διαδικασία.

 

Περίπτωση τρίτη : Ο συνολικός πληθυσμός του εθνικού κράτους, το σύνολο των πολιτών του (ή πάντως η πλειοψηφία τους)   υφίσταται μία συστηματική καταπίεση και παραβίαση των (ατομικών και πολιτικών) δικαιωμάτων του από την πλευρά της κρατικής εξουσίας. ( π.χ. στο πλαίσιο μιάς ανοικτής δικτατορίας ή και ενός ακραία  αυταρχικού αλλά (“κοινοβουλευτικού” καθεστώτος ).  Η δομή του πολιτεύματος αποκλείει τα φιλελεύθερα και δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά και είναι στον πυρήνα της αντιδημοκρατική (ακόμη και αν διατηρεί μορφές κοινοβουλευτικής και αντιπροσωπευτικής λειτουργίας).

 

Η πρώτη εκδοχή θα επιζητήσει μία άλλη πολιτειακή οργάνωση, η οποία θα εγγυάται στον μέγιστο βαθμό τα δικαιώματα όλων  των ατόμων (περιλαμβανομένων πάντως και των πολιτικών-συμμετοχικών δικαιωμάτων) υπό το πρίσμα κυρίως της ατομικής τους καταπίεσης και της ατομικής τους προστασίας. Η δημοκρατία λοιπόν θα τείνει να ανακτηθεί στο έδαφος της εγγύησης του φιλελευθερισμού και στα πλαίσια αυτού.

 

Η δεύτερη εκδοχή θα αντιπροτείνει ως καθοριστικό το στοιχείο του φορέα και της πηγής της “εσωτερικής κυριαρχίας”, την παγίωση δηλαδή ενός πολιτεύματος βασισμένου στον “λαό” και στον αυτοκαθορισμό του και την ανατροπή της “αρχής του ενός” ή της “αρχής των ολίγων”.Εδώ η πολιτική διαδικασία, αν και  κατ’ αρχήν αλληλένδετη με την εγγύηση υπέρ των ατόμων, αποκτά βαρύτητα και κεντρικότητα και παύει να είναι το παρακολούθημα  ή απλώς η εγγύηση της ατομικής ασφάλειας και ευημερίας.

 

Σε  κάθε περίπτωση, το “θύμα της καταπίεσης” συνδέεται με τους κυβερνώντες διαμέσου μιάς εσωτερικής πολιτικής διαδικασίας. Ο αγώνας κατά της καταπίεσης, και στις τρεις προαναφερόμενες περιπτώσεις, δεν νοείται -τουλάχιστον κατά τη δεύτερη εκδοχή- έξω από ένα δεσμό πολιτικής υπαγωγής ή ένα δεσμό πολιτικής εκπροσώπησης. Το καθεστώς,το οποίο οργανώνει την καταπίεση, αμφισβητείται μέσα από την οργανωμένη αντίσταση των καταπιεζομένων (με ή χωρίς διεθνή επέμβαση) , αποδιαρθρώνεται και τείνει να ανατραπεί. Η δε συστηματική αντίσταση των καταπιεζόμενων πολιτών θέτει, έστω έμμεσα, το πρόβλημα και τη δυνατότητα ενός άλλου ( συνήθως ενός δημοκρατικού) καθεστώτος, στον βαθμό που οι καταπιεζόμενοι δεν εκπροσωπούνται πλέον και δεν μπορούν να κυβερνηθούν με τους όρους και τους κανόνες του ανελεύθερου καθεστώτος. .

 

Σύμφωνα με μία φορμαλιστική κατανόηση και  κριτική του σεβασμού του “εσωτερικού αυτοκαθορισμού”, αυτός εντοπίζεται στο “δικαίωμα” κάθε λαού να εντάσσεται απερίσπαστα από ξένες επεμβάσεις και αναμείξεις στην εσωτερική του πολιτική διαδικασία και να επιλύει μόνος του τις αντιφάσεις και προβλήματά της 101 . Το “δικαίωμα” αυτό είναι συνέπεια του “εξωτερικού αυτοκαθορισμού” του κράτους  και ισχύει ανεξάρτητα από την ποιότητα του καθεστώτος.Η δε θεμελίωσή του έχει δύο διαφορετικά ερείσματα : α) την σχετικότητα των πολιτικών αξιών και αρχών οργάνωσης στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων και άρα την “επιλογή” από κάθε λαό της ισχύος αυτών ή εκείνων των πολιτικών αρχών και μορφών εντός του κράτους του. Αυτό το επιχείρημα θα συζητηθεί στο πλαίσιο της συζήτησης γιά την σχετικότητα ή την οικουμενικότητα των πολιτικών αξιών. β) την προτεραιότητα της  ανεξάρτητης εσωτερικής πολιτικής διαδικασίας έναντι  των  παραβιαζόμενων δικαιωμάτων των πολιτών. Κατά την άποψη αυτήν, τα δικαιώματα νοούνται ως πραγματικότητες εντός μιάς πολιτικά ανεξάρτητης κοινότητας. Αν και εφ’όσον η κοινότητα απωλέσει την ανεξαρτησία της μέσα από επεμβάσεις, δεν μπορεί πλέον να γίνει λόγος γιά προστασία των δικαιωμάτων,καθώς αυτά χάνουν το πεδίο της αναφοράς τους (“their location”)  102 . Συνεπώς, αυτή η τυποκρατική οπτική νοεί τον εσωτερικό αυτοκαθορισμό και ως (διεθνή)  ανοχή μιάς αυταρχικής πολιτικής διαδικασίας,, ωσότου και εφ’όσον οι πολίτες με τις δικές τους δυνάμεις βρεθούν σε θέση να ανατρέψουν αυτή τη διαδικασία και εγκαταστήσουν μία άλλη, παρά το ότι  η αυταρχική μορφή είναι ηθικοπολιτικά απορριπτέα.

 

 

Κατά την άποψή μας, , η παραπάνω διάσταση (της προσωρινής  ανοχής όποιας εσωτερικής πολιτικής μορφής)  είναι αναγκαία συνέπεια της θέσης του “εσωτερικού αυτοκαθορισμού”.

Είναι όμως η στατική της διάσταση, η εκδοχή της εκείνη η οποία την χρωματίζει από την οπτική κυρίως των “ανεκτών” εθνικών κυβερνήσεων και όχι από την οπτική των λαών κάθε κράτους. Είναι επίσης η πιό ευάλωτη εκδοχή του εσωτερικού  αυτοκαθορισμού απέναντι  στην κριτική του οικουμενικού φιλελευθερισμού, καθώς νοεί την ανεξαρτησία βασικά ως καθεστωτική (και συχνά ως τυραννική) ανεξαρτησία, ως ανεξαρτησία απέναντι στα αιτήματα ελευθερίας των ίδιων των πολιτών .

 

Πιό ενδιαφέρουσα και  δυναμικότερη εμφανίζεται μία δημοκρατική θεώρηση του εσωτερικού κρατικού αυτοκαθορισμού.Η θεώρηση αυτή εστιάζει στην πάλη των καταπιεζόμενων κατά του καθεστώτος καταπίεσης ως μία πολιτική πάλη γιά τον τόπο της (εσωτερικής) κυριαρχίας. Ως πάλη δηλαδή γιά τον αυτοκαθορισμό των ίδιων των πολιτών

εντός του “δικού” τους  κράτους και ανεξάρτητα κατ’ αρχήν από άλλες διεθνείς οντότητες.

Θέτει δηλαδή το πρόβλημα μιάς νομικοπολιτικής δημοκρατικής θεωρίας.

 

Η (εσωτερική) κρατική κυριαρχία αντιστοιχεί στο όργανο (” κυρίαρχο” ,”ανώτατο  κρατικό όργανο”) εκείνο,του οποίου η θέληση είναι υπέρτατη εντός της κρατικής έννομης τάξης και επιβάλλεται πάντοτε σε τελευταίο βαθμό ( Μάνεσης 1961, 1964). Το όργανο αυτό διαθέτει την υπέρτατη αρμοδιότητα να καθορίζει τόσο τη δική του αρμοδιότητα όσο και την αρμοδιότητα των άλλων κρατικών οργάνων. Στο πλαίσιο μιάς συντεταγμένης έννομης τάξης  θέτει ως φορέας της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας το Σύνταγμα, τους θεμελιώδεις δηλαδή κανόνες συγκρότησης,οργάνωσης και άσκησης της κρατικής εξουσίας και πάντως συγκροτεί σε κάθε περίπτωση την τόπο απώτατου καθορισμού των αρμοδιοτήτων όλων των άλλων οργάνων103  .Με τους  όρους της  πολιτικής θεωρίας-ιδίως  μιάς “ρεαλιστικής” θεώρησης του φαινομένου της εξουσίας – το όργανο αυτό καθορίζει σε τελευταία ανάλυση  την άσκηση του κρατικού μονοπωλίου βίας γιά τη διατήρηση της κρατικής ενότητας  είτε υπό την έννοια του συνταγματικού καθορισμού του κρατικού καταναγκασμού είτε υπό την έννοια -όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν πλέον την τήρηση των συνταγματικών κανόνων- της  απεριόριστης άσκησης της κρατικής βίας 104.

 

Η εσωτερική κυριαρχία έχει δημοκρατικό χαρακτήρα, όταν και εφ’όσον κυρίαρχος είναι ο “Λαός”,το σύνολο δηλαδή των “ανηκόντων σε ένα κράτος ανθρώπων,συνδεομένων με τον δεσμό της ιθαγενείας” (Μάνεσης 1964). Στην περίπτωση αυτήν,οπότε και ισχύει η δημοκρατική αρχή επί της  κρατικής οργάνωσης,  άρχοντες και αρχόμενοι τείνουν (κατά τρόπο θεωρητικό ) να ταυτισθούν και η βούληση του “λαού” γίνεται υπέρτατη κρατική βούληση. Στην περίπτωση αυτήν ισχύουν συνθήκες πολιτικής ελευθερίας  όχι μόνο με την έννοια της αποχής της κρατικής εξουσίας από την “ιδιωτική σφαίρα” αλλά και με την έννοια της  ενεργητικής συμμετοχής των πολιτών στη συγκρότηση του “λαού” ως συλλογικής πολιτικής βούλησης  ( είτε κατά τη θέσπιση του Συντάγματος είτε κατά τη διαρκή συμμετοχή των πολιτών στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος-ως εκλογικό σώμα και όχι μόνον)105, του συλλογικού τους αυτοκαθορισμού .

Ηδη το ζήτημα του συλλογικού πολιτικού αυτοκαθορισμού στη δημοκρατία εγείρει ένα σταυρικό ζήτημα στην ιστορία και στη θεωρία της φιλελεύθερης δημοκρατίας των τελευταίων δύο αιώνων : αυτό της διχοτομικής  σχέσης  μεταξύ του “πολίτη” και του

ιδιώτη- “ατόμου” (Buerger-Bourgeois),μιάς ταυτότητας δηλαδή συλλογικού σχηματισμού της κρατικής σφαίρας και μιάς ταυτότητας εξωτερικής και απειλούμενης-προστατευόμενης από την κρατική σφαίρα  .Η διευκρίνηση -στα όρια αυτής της μελέτης- όψεων αυτής της αντινομίας μπορεί να συμβάλει ως μία οπτική θεωρίας της δημοκρατικής πολιτικής κυριαρχίας  σε μία σταθερότερη θεμελίωση του “εσωτερικού αυτοκαθορισμού” απέναντι

στις φιλελεύθερες-επεμβατικές θεωρήσεις.

 

 

4.3.2. Η (αστική) δημοκρατία μεταξύ “λαού” και “ατόμων”

 

O κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής  έχει ως συστατικό υλικό της πολιτικοιδεολογικής του σφαίρας την γέννηση του ατόμου.Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αλλά και η ανταλλαγή των καπιταλιστικών εμπορευμάτων πραγματοποιούνται-από την παγίωσή τους και εξής-  από “γυμνά άτομα”, δηλαδή από φορείς κοινωνικών σχέσεων,οι οποίοι δεν προσδιορίζονται πλέον από θεσμικές ταξικές ιδιότητες ,όπως κυρίως συνέβαινε με τις “θεσμοποιημένες” τάξεις (“Staende”) της εποχής του φεουδαλισμού. Καθώς οι φορείς αυτοί αποκόπτονται από τους παλαιούς δεσμούς, συμπράττουν μεταξύ τους και συλλειτουργούν, αλλά και ανταγωνίζονται μεταξύ τους, εντός του κεφαλαιοκρατικού καταμερισμού εργασίας χωρίς τυπικούς πολιτικοθεσμικούς προσδιορισμούς  αναγόμενους σε ένα εξωοικονομικό status και σε συνθήκες που κατατείνουν,  με την πρόοδο των φιλελεύθερων ιδεών, στην αναγνώριση των ατόμων ως νομικά ίσων και ελεύθερων . Διαμορφώνεται έτσι με αφετηρία τα πεδία παραγωγής-ανταλλαγής- η ιδιωτική κοινωνία ή “κοινωνία των πολιτών” (“civil society”)    ως σφαίρα των ελεύθερων και ίσων ατόμων, χωρίς κατ’ αρχήν προσδιορισμούς ,αλλά και χωρίς θεσμοποιημένες σχέσεις κυριαρχίας.Η πραγματικότητα αυτή εγγράφεται στη συνείδηση των φορέων της παραγωγής ως  “οικονομική απομόνωση” αλλά και ως ανταγωνισμός εντός της κοινωνίας των ελεύθερων και ίσων ατόμων, τα οποία διεκδικούν το ένα έναντι του  άλλου αλληλοσπαρασσόμενα ιδιωτικά συμφέροντα 106 .

 

Η δημόσια σφαίρα της αστικής κοινωνίας , η “πολιτική κοινωνία”, οργανώνεται ως το πεδίο ενότητας  των “ατόμων”, οριοθέτησης μέσω κανόνων του ανταγωνισμού τους και σχηματισμού της “γενικής βούλησης”. Στον βαθμό που η αστική κοινωνία των “ατόμων” κατορθώνει να  λειτουργήσει στα πεδία της παραγωγής και ανταλλαγής  στην βάση του

οικονομικού καταναγκασμού του εργαζόμενου/εκμεταλλευόμενου ( της θεμελιώδους οικονομικής του ανάγκης ) , η πολιτικοστρατιωτική επιβολή και η ιδεολογική κυριαρχία, το διευρυμένο αστικό κράτος ως μηχανισμός, ορθώνεται υπεράνω της αστικής κοινωνίας

ως  σχετικά αυτόνομο απέναντί της ,εγγυώμενο τους εξωτερικούς όρους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής,ανταλλαγής και αναπαραγωγής 107 . Η σχετική αυτονομία του πολιτικού “όλου” απέναντι στους ιδιώτες/άτομα αποτελεί βασική συνθήκη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, καθώς  κατατείνει α) στην πολιτική ενοποίηση των αστών ως “ατόμων” ή ως μερίδων  σε μία ηγεμονική  στρατηγική κατεύθυνση, η οποία πάνω από τα μερικά αστικά συμφέροντα θέτει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του συλλογικού κεφαλαίου β) στην πολιτική ενοποίηση  των ανταγωνιστικών τάξεων (αλλά και των ενδιάμεσων τάξεων και στρωμάτων) γύρω από την στρατηγική ενότητα του λαού/έθνους, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση η αστική ηγεμονική ενότητα. Στην θετική πολιτικοποίηση των κεφαλαιοκρατών και την αρνητική πολιτικοποίηση/αποπολιτικοποίηση σε σχέση με τα αυτόνομα συμφέροντά τους των εργατών. Οι ηγεμονικές αυτές στρατηγικές εθνικής/κρατικής ενοποίησης σηματοδοτούν και την ανάδυση του εθνικού αστικού κράτους ως μίας διακριτής και σχετικά αυτόνομης σφαίρας σε σχέση με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή.

 

Η φαντασιακή αντιπροσώπευση των “ατόμων” στην διαμόρφωση της πολιτικής ενότητας τους καθιστά ήδη “πολίτες” και μετόχους της αστικής πολιτικής κοινότητας. Το σύνολο των θεωριών του κοινωνικού συμβολαίου θεωρεί ότι τα συμφέροντα των ιδιωτών κατά την διαδικασία της πολιτικής τους εναρμόνισης και συνδυασμένης διασφάλισης αντιπροσωπεύονται από τον κυρίαρχο. Είναι παρόντα στις “αποφάσεις” του ακόμη και όταν οι “πολίτες” δε μετέχουν στην χάραξη αυτών των αποφάσεων.  Είναι όμως οι  δημοκρατικές ή πάντως οι αντιπροσωπευτικές εκδοχές του συμβολαίου αυτές που συγκροτούν έναν ενεργητικό “λαό” , ένα σώμα ενεργών πολιτών,το οποίο  μετέχει διά των αντιπροσώπων του στον σχηματισμό  του νομοθετικού οργάνου και στην λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Στον βαθμό που η αρχική τιμοκρατική αντιπροσώπευση (ψήφος των ιδιοκτητριών τάξεων)  μετασχηματίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου σε  καθολική αντιπροσώπευση και παγιώνεται η μαζική δημοκρατία, το σώμα των “παθητικών πολιτών” (των φορέων ατομικών δικαιωμάτων” τείνει να ταυτισθεί με την ενότητα των “ενεργών πολιτών”,τον “λαό” ως έμπρακτα ασκούντα την κυριαρχία του μέσα από τους εκλεγόμενους αντιπροσώπους του. Παρά τις σημαντικές   μεταθέσεις  της πραγματικής  εξουσίας μακρυά από τους τόπους της αντιπροσώπευσης και ιδίως από τους ίδιους τους αντιπροσωπευόμενους

στην σύγχρονη μαζική δημοκρατία 108 ,η καθολική ψηφοφορία συμβαδίζει με  ένα πλέγμα πολιτικών δικαιωμάτων συλλογικής υφής ( διαδήλωση, συνεταιρισμός,πολιτική οργάνωση), τα οποία εμπεδώνουν μία ενεργητική έννοια του πολίτη με περιεχόμενο όχι μόνο εκλογικό/συμμετοχικό αλλά καλύπτον και ορισμένες αμεσοδημοκρατικές εκδηλώσεις κατατείνουσες στον “προσχηματισμό” της πολιτικής βούλησης 109 . Παρά το ότι η μαζική δημοκρατία είναι μία δημοκρατία αντιπροσώπων και όχι άμεσα συμμετεχόντων πολιτών, η πρακτική του 20ου αιώνα – σε συνδυασμό και με την εξέλιξη του κοινωνικού κράτους- καθολικοποιεί σχετικά   την έννοια του πολίτη και την απεικονίζει με πολύ πιό ενεργητικά χαρακτηριστικά από ό,τι τα καθεστώτα του τιμοκρατικού συνταγματισμού του 18ου και εν μέρει του 19ου αιώνα.

 

Παρ’όλα αυτά η φιλελεύθερη δημοκρατία, σε όλη της την εξέλιξη,χαρακτηρίζεται από μία διαρκή ένταση ανάμεσα στα “άτομα” και στον “λαό”, στους ιδιώτες και στην κοινότητα. .

H ανάπτυξη της ταξικής πάλης στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού,ιδίως κατά την διαμόρφωση του “κευνσιανού” κοινωνικού συμβολαίου και στη διάρκεια αυτού του συμβολαίου, σήμανε την άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων ως στοιχείο ενδυνάμωσης της δημοκρατικής συμμετοχής αλλά εν μέρει και αμφισβήτησης του ανττιπροσωπευτικού/φιλελεύθερου χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας. Το στοιχείο της μαζικής διαμαρτυρίας και κινητοποίησης, φθάνοντας στο απώγειό του κατά την κρίση του 1968 ιδίως στην Γαλλία και Ιταλία, “υπερφορτώνει” και αμφισβητεί την ίδια την σχέση κοινοβουλευτικής  αντιπροσώπευσης ,καταγραφόμενο ως τάση “ακυβερνησίας”110.

Ξεπερνώντας τις περιόδους κρίσης, η άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων οργάνωσης και διαμαρτυρίας (διαδήλωση, συνεταιρισμός, συλλογική πολιτική έκφραση, απεργία ) τείνει να ενσωματωθεί στην κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική ομαλότητα, διατηρώντας μία σχέση υπαγωγής στην βούληση των “αντιπροσώπων”   και της δι’ αυτών νομιμοποιούμενης εκτελεστικής εξουσίας. Παρ’όλα’ αυτά σε περιόδους κλονισμού της νομιμοποίησης των κυβερνώντων η μαζική δράση επαναθέτει όχι μόνο το ζήτημα της “γνησιότητας” της αντιπροσώπευσης αλλά και της τάσης αποδέσμευσης του αστικού κράτους από τον έλεγχο ακόμη και αυτών των “αντιπροσώπων” (Feragioli 1985): ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους και τους συναινούντες “πολίτες” δύσκολα  αποκαθίσταται η ενότητα και ομοιογένεια του πολιτικού σώματος και πάντως όχι διά των αντιπροσώπων τους .

 

Η ομαλή συνθήκη τόσο της παλαιότερης φιλελεύθερης δημοκρατίας (του 19ου αιώνα) όσο και της μαζικής δημοκρατίας του 20ου αιώνα υπάγει πολιτικά και ιδεολογικά την συγκρότηση του “λαού” υπό την προτεραιότητα των φιλελεύθερων και δικαιοκρατικών εγγυήσεων, υπό την προστασία δηλαδή του “ατόμου”. Σε αντίθεση προς την λογική της άμεσης-ριζοσπαστικής δημοκρατικής συμμετοχής η φιλελεύθερη δημοκρατία τείνει πρωτογενώς να εγγυηθεί τα δικαιώματα του “ατόμου” ως δικαιώματα αποχής/ μη επέμβασης έναντι της κρατικής εξουσίας με επίκεντρο το δικαίωμα στην ιδιοκτησία  και στην προσωπική ασφάλεια.Τα ενεργητικά δικαιώματα υποτάσσονται στα αρνητικά. Πρότυπο ιστορικό του “ατόμου” είναι ο αστός ιδιοκτήτης με δεδομένη την εγωιστική και προσηλωμένη στο ιδιοκτησιακό του συμφέρον στρατηγική : αν παλαιότερα

τα δικαιώματά του απειλούνταν από την απολυταρχική εξουσία, σήμερα προασπίζονται τόσο έναντι του συγκεντρωτισμού της αστικής εξουσίας όσο-πολύ περισσότερο- και απέναντι σε μία ριζοσπαστική κοινωνικά επανοριοθέτηση της εξουσίας προς αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις111.

Η υπεροχή αυτή του “αστού-ατόμου” εντός της φιλελεύθερης δημοκρατίας αναδύεται ιδίως μέσα από το σύστημα  προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων αλλά και γενικότερα την  οργάνωση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Η οργάνωση αυτή υπακούει σε μία διπλή και αλληλοσυγκρουόμενη διαλεκτική : από την μία πλευρά τα ατομικά δικαιώματα είναι παραπληρωματικά προς τα συμμετοχικά-πολιτικά και αλληλεπιδρούν προς αυτά (Μάνεσης 1982),η πολιτική δημοκρατία τα προυποθέτει. Στον βαθμό λοιπόν που η άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων κατατείνει σε μία ριζοσπαστική εκδοχή πολιτικής συμμετοχής με αντικαπιταλιστικές συνδηλώσεις και την ενισχύει,πρυτανεύει συστημικά η τάση περιορισμού τους. Στον βαθμό που τα ατομικά δικαιώματα υποδηλώνουν την προστασία του “ιδιώτη” απέναντι στην κοινότητα και σε στόχους  υπαγωγής των συμφερόντων του στην κοινότητα, το πολιτικό σύστημα τείνει στην θωράκιση και ενδυνάμωσή τους. Στην περίπτωση αυτήν, οι εγγυήσεις  καθίστανται όπλο ή ανάσχεση  απέναντι στην αμεσοδημοκρατική εκδοχή της λαικής κυριαρχίας, την αποτρέπουν, ανάσχουν και αποσοβούν ως ιστορικό ενδεχόμενο. Εφ’όσον η πλειοψηφία επιζητήσει την μετατροπή της από φορέα νομιμοποίησης σε δύναμη ενεργητικής άσκησης της κυριαρχίας112,  το σύστημα των εγγυήσεων και της αντιπροσώπευσης αντιπροτείνεται ως αντίβαρο στην “τυρανία” και τον κίνδυνο του “αμεσοδημοκρατικού ολοκληρωτισμού”113.

 

Συνεπώς, ο “λαός” εντός της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποτελεί μία απολύτως οριοθετημένη έννοια  (υπάρχων διά των “αντιπροσώπων” του)  ή,εναλλακτικά, μία  δυνάμει

αρνητική και κρισιογόνα δύναμη σε αντιπαράθεση με την θεσμισμένη εξουσία.

Η εξαιρετική στιγμή του άμεσου “αυτοκαθορισμού” της πολιτικής κοινότητας συνιστά μία de facto συκοφαντημένη στιγμή. Στην πολιτική παράδοση του αστικού φιλελευθερισμού,σύγχρονου ή παλαιότερου, η δυνατότητα της άμεσης δημοκρατίας ταυτίζεται με την περίοδο της γαλλικής Τρομοκρατίας και του γαλλικού γιακωβινισμού,με το “τρομερό” 1793114, ή με την κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης στην Ρωσία των μπολσεβίκων ως προπομπό του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Η τάση κατάργησης της αντιπροσώπευσης και η επιβολή της επιτακτικής εντολής στους αντιπροσώπους στην θέση της ελεύθερης αντιπροσώπευσης του έθνους από αυτούς σηματοδοτεί την αρχή της τυραννίας της πλειοψηφίας : κατάργηση της  διαφοράς,της ιδιατερότητας του “ατόμου”, του ιδιωτικού του χώρου και των ατομικών του δικαιωμάτων, αδυναμία σύστασης πλουραλιστικών πολιτικών, ομογενοποίηση, χειραγώγηση του ατόμου από την κοινότητα.(Κολέττι 1975).

Επομένως, η ολοκλήρωση της δημοκρατίας μέσα από την υπέρβαση της διαμεσολάβησης και των “τεχνικών της πολιτικής” καταργεί στο όνομα της “ελευθερίας” τις ελευθερίες και οδηγεί μεταβατικά στην τυραννία  των συμβουλίων και τελικά στην τυραννία μιάς ολιγαρχίας ή ενός προσώπου (σταλινισμός).

Η αρνητικότητα αυτή απέναντι στην αμεσολάβητη παρουσία του “λαού” και στην άμεση και συλλογική έκφραση της βούλησης της πλειοψηφίας του αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κατά την περίοδο της μαζικής δημοκρατίας και μετά την επιβολή της καθολικής ψηφοφορίας στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.Αποτυπώνεται,παρά την επέκταση των συλλογικών δικαιωμάτων και μορφών δράσης (σε συνδυασμό και με την ανάδυση του κοινωνικού κράτους), στην μετάθεση της εξουσίας σε όλο και πιό διαμεσολαβημένες κρατικές μορφές, στην ανάπτυξη της γραφειοκρατικής υλικότητας του κράτους και της όλο και μεγαλύτερης απόστασης των εκλογέων από τα κέντρα εξουσίας. Στο

φιλοσοφικό επίπεδο, αυτή η αρνητικότητα  εκφράζεται είτε μέσα από την ανάδειξη των “ολοκληρωτικών τάσεων” του μαρξιστικού ή όποιου άλλου κονστρουκτιβισμού

(Πόππερ 1991) είτε μέσα από την ανάπτυξη των αντιλήψεων γιά τα “δύο άκρα

του ολοκληρωτισμού” τα οποία αντιμάχονται την φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία αντιπαραθέτοντας τις “μάζες” στο “άτομο”114.

 

Ακόμη περισσότερο, τα ρεύματα του μεταμοντερνισμού  κατατείνουν σαφώς στην διάλυση της εννοίας του “λαού” και της δημοκρατικής κυριαρχίας ως στοιχείων μυθοποιητικής αφήγησης της Αριστεράς του Διαφωτισμού. Τοποθετούνται δε με απόλυτη καχυποψία απέναντι στις αυταρχικές δυνατότητες και προοπτικές της συγκρότησης ενός αυτοκαθοριζόμενου συλλογικού υποκειμένου,το οποίο αδυνατώντας να υπάρξει ως τέτοιο, ανοίγει τον δρόμο στους “αυθεντικούς του εκπροσώπους” γιά την στο όνομά του αυταρχική διακυβέρνηση. Αλλά και από την οπτική της προτεραιότητας της αποτελεσματικότητας και της τεχνικής τα μεταμοντέρνα ρεύματα υποβαθμίζουν την  δημοκρατική αρχή,ακόμη και στις αντιπροσωπευτικές της εκδοχές.115 . Αυτή η οπτική έχει ισχυρή αντικειμενική (κοινωνική) εδραίωση  :  συνδέεται τόσο με την αποδυνάμωση της συλλογικής πολιτικής δράσης και της συμμετοχής (ακόμη και της εκλογικής) στις συνθήκες του μεταφορντικού καπιταλισμού όσο και  με την μετάθεση αρμοδιοτήτων από τα εθνικά κρατικά όργανα σε τεχνοκρατικά υπερεθνικά κέντρα εξουσίας εκτός λαικού ελέγχου με την πρόοδο των οικονομικών ολοκληρώσεων και της διεθνοποίησης/παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Σε αυτές τις συνθήκες το αίτημα του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού, ακόμη και κατά την έννοια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, μοιάζει να είναι πολύ ασταθές και όλο και πιό απομακρυνόμενο από τις επιταγές κυριαρχίας του ύστερου “φιλελεύθερου” καπιταλισμού.

 

 

 

4.3.3. Η διεκδίκηση του “αυτοκαθορισμού” ως στιγμή αυτοκαθορισμού

 

Η διεκδίκηση από τους πολίτες εντός  ενός αυταρχικού καθεστώτος των ατομικών,πολιτικών ή εθνοτικών δικαιωμάτων τους. δεν μπορεί παρά να διαμεσολαβείται από την έννοια του “λαού”. Ακόμη και αν ο αγώνας γιά την κατάκτηση αυτών των δικαιωμάτων αφορά τμήματα,μειοψηφίες, ομάδες του πληθυσμού  ή και άτομα δεν παύει να είναι αγώνας  γιά την δημοκρατική συγκρότηση της κρατικής εξουσίας και γιά τους όρους συγκρότησης του “κυρίαρχου” ( δεδομένου ότι και αυτή η  συστηματική παραβίαση του κράτους δικαίου έχει άμεσες συνέπειες στην λειτουργία της δημοκρατίας, Mάνεσης 1982).

 

Η ίδια η αντίσταση απέναντι σε ένα αυταρχικό ή αντιδημοκρατικό καθεστώς,πολύ περισσότερο η επανάσταση απέναντι σε αυτό, αποτελεί στιγμή πραγμάτωσης του πολιτικού αυτοκαθορισμού.Ο  δημοκρατικός πολιτικός αυτοκαθορισμός δεν σημαίνει απλώς την εσωτερική αυτονομία, την  παθητική “επιλογή” δηλαδή από τον λαό του εσωτερικού του καθεστώτος,ούτε μόνον την κοινοβουλευτική/αντιπροσωπευτική  λειτουργία  σε συνθήκες ομαλότητας. Περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση και το δικαίωμα στην  ανυπακοή ή και στην  βίαιη αντιπαράθεση προς μία εξουσία,η οποία συστηματικά παραβιάζει τους δικαιοκρατικούς και δημοκρατικούς κανόνες και αρχής και στην αντίσταση/εξέγερση απέναντι σε ένα αντιδημοκρατικό καθεστώς116 . Η αρχή αυτή ανάγεται ήδη στην φάση συγκρότησης των θεωριών του δυτικού κοινωνικού συμβολαίου,κατά τις οποίες η μη τήρηση από τον “ηγεμόνα” των υποχρεώσεών του απέναντι στους υπηκόους επανεγείρει την δυνατότητα του δικαιώματος αντίστασης. Εμφανίζεται δε και στα σύγχρονα συντάγματα με την μία ή την άλλη μορφή ως δικαίωμα αντίστασης προς τον μη δημοκρατικό σφετερισμό της εξουσίας και την κατάλυση της συνταγματικής νομιμότητας. Προφανώς, η “αντίσταση” δεν ταυτίζεται με την επανάσταση, θα ήταν όμως δυνατό να ξεκινήσει μία επανάσταση από την τέλεση πράξεων αντίστασης κατά μιάς καταπιεστικής ή και σφετεριστικής εξουσίας.

 

Η οπτική όμως της αντίστασης των πολιτών με αίτημα την “λαική κυριαρχία” (είτε στην αντιπροσωπευτική είτε στην αμεσοδημοκρατική εκδοχή)  είναι διαφορετική από την οπτική μιάς κοινωνίας κονιορτοποιημένης σε άτομα, οριζόμενης στο πλαίσιο του φιλελεύθερου ατομικισμού. Οι φιλελεύθεροι επεμβατιστές υπερασπίζονται και αυτοί από την πλευρά τους την ατομική ή συλλογική αντίσταση στην πολιτική ή εθνοτική  καταπίεση. Την ορίζουν μάλιστα ως προοίμιο της επέμβασης, αφού η επέμβαση προυποθέτει την αντίθεση των καταπιεζόμενων στους καταπιεστές (Teson 1988) και η αντίθεση αυτή στην ακραία της μορφή εκδηλώνεται ως εξέγερση/επανάσταση.Η ουσιώδης διαφορά από μία θεωρία της δημοκρατίας έγκειται στην πρόσληψη της αντίστασης ως αντίστασης (ατομικής  ή συλλογικής) καταπιεζόμενων ατόμων. Προκύπτει δηλαδή απουσία της πολιτικής κοινότητας ή τμήματος αυτής (μειοψηφικού ή πλειοψηφικού),το οποίο παλεύει γιά την ανασύστασή της. .Παρά την αναφορά στα δικαιώματα του “λαού” (“people”) ,η έμφαση δίδεται στα ατομα (“individuals”)ως αποδέκτες της καταπίεσης και της αντίστασης.

 

Η απουσία αυτή του “λαού” ως φορέως της αντίστασης ή ως  στοιχείου αναιρούμενου

από την πολιτική καταπίεση προκύπτει  στο πλαίσιο των επεμβατικών θεωρήσεων ιδίως :

-από την έλλειψη προσδοκίας στην αντίσταση της πλειοψηφίας σε συνθήκες γενικευμένης καταπίεσης. : ο “λαός” ορίζεται ως μία μυθοποιημένη κατηγορία συχνά αποδεχόμενη την καταπίεση 117.

-από την ταύτιση της αυτονομίας  του κράτους με την αυτονομία του λαού 118 : η άρνηση του “προνομίου” της κυβέρνησης να ασχολείται με τα εσωτερικά της ζητήματα δεν οδηγεί στην εξέταση του “προνομίου” του λαού να αυτοκυβερνάται.

  • από την αδιαφορία προς την βούληση της πλειοψηφίας στην περίπτωση της επέμβασης υπέρ μιάς καταπιεζόμενης  μειοψηφίας119. Παρά το ότι  η συναινετική στάση της πλειοψηφίας παρά της καταπίεσης δεν νομιμοποιείται απέναντι στην αντίσταση της καταπιεζόμενης μειοψηφίας ως επιχείρημα επιβολής, η εξωτερική παράκαμψη της πλειοψηφίας θέτει και αυτή σύμμετρα προβλήματα άρσης της δημοκρατίας προς αυτά που δημιουργεί η καταπιέζουσα πλειοψηφία και πάντως δεν εξισορροπεί εκείνα.. Εκτός δε αυτού, το πρόβλημα δεν συνίσταται μόνο στον χειρισμό της στάσης της πλειοψηφίας αλλά στο ερώτημα αν η πλειοψηφία και η μειοψηφία,παρά την ένταση μεταξύ τους, αποτελόύν απλώς δύο ομάδες γύρω από την κυβέρνηση ή εξακολουθούν να συναποτελούν μία δυνάμει αυτοκαθοριζόμενη κοινότητα.

– από τον ορισμό του κράτους ως εγγυητή των ατομικών δικαιωμάτων και μόνο και όχι ως κυβερνώμενου κατά την βούληση της πολιτικής κοινότητας 120 .

 

Από τα παραπάνω λοιπόν προκύπτει η μη θέαση της αντίστασης/επανάστασης ως κινήματος της πλειοψηφίας,της μειοψηφίας  ή έστω μιάς μερίδας του “λαού” υπέρ

της  δημοκρατικής νομιμότητας και αυτοκαθορισμού  αλλά ως κινήματος κάποιων αποξενωμένων μεταξύ τους  πολιτικά ατόμων υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων τους και  κατά τρόπο ίσως ασύμβατο προς άλλα αποξενωμένα πολιτικά άτομα.

 

4.3.4. Αρνηση της επέμβασης=άρνηση της αντίστασης/ επανάστασης  ;

Τα υλικά  διλήμματα της πατρωνείας των ελευθεριών

 

Kατά τους φιλελεύθερους οπαδούς των επεμβάσεων η  διεθνής επέμβαση είναι δυνατό να συντρέχει και να ενισχύει μία υπάρχουσα εξέγερση ή επανάσταση,να την στηρίζει απέναντι  στην καταπίεση του εθνικού κράτους. Από αυτήν την οπτική γωνία, το κύριο είναι η πραγματικότητα της καταπίεσης και της (ενδεχόμενης) αντίστασης σε αυτήν. Η επέμβαση αποτελεί απλώς ένα “τεχνικό ζήτημα”, αφού κρίνει την έκβαση του αγώνα υπέρ των καταπιεζόμενων .Αντιθέτως, η άρνηση της επέμβασης καταλήγει να είναι πολιτικώς ανήθικη, αφού ενισχύει διά της παραλείψεως τις δυνάμεις καταστολής του εθνικού καταπιεστικού καθεστώτος.Στην περίπτωση ιδίως του Κοσσόβου η μη επέμβαση του ΝΑΤΟ θα οδηγούσε,κατά τους φορείς της άποψης αυτής,στην ένταση της  “εθνοκάθαρσης” σε βάρος των Κοσσοβάρων αλλά και στην  στρατιωτική συντριβή των ενόπλων ομάδων  (όπως ο UCK),οι οποίες υπεράσπιζαν τα δικαιώματα των Κοσσοβάρων απέναντι στην  καταπιεστική σερβική κρατική μηχανή.

Εδώ λοιπόν η “επέμβαση” αποκτά τον δίκαιο ηθικοπολιτικό χαρακτήρα της στην βάση της υποστήριξης των δίκαιων αιτημάτων των καταπιεζόμενων (είτε είναι αυτοί μειοψηφία είτε,πολύ περισσότερο,όταν είναι πλειοψηφία) και του δίκαιου αγώνα αυτών121.

 

H θέση αυτή συναρτάται με τις προηγούμενες παρατηρήσεις ως προς την υποτίμηση  του “αυτοκαθορισμού” στην φιλελεύθερη πολιτική θεωρία. . Κατ’ αρχήν η επεμβατική θεώρηση δεν προυποθέτει ως αναγκαίο στοιχείο την αντίσταση ή την επανάσταση απέναντι στην τυραννία. Παρά το ότι επικαλείται την ύπαρξη της τελευταίας ως πρόσθετο νομιμοποιητικό στοιχείο, απλώς διαπιστώνει την κοινή συναγωγή του “δικαιώματος στην επανάσταση” και του “δικαιώματος στην επέμβαση” από την καταπίεση και στέρηση των δικαιωμάτων. Αμφισβητεί δηλαδή ή πάντως αγνοεί την κινητοποίηση και αυτενέργεια των ίδιων των καταπιεζόμενων ως βάση γιά την χειραφέτησή τους (Mill-Walzer οπ.π.).

Ακριβώς επειδή η αυτενέργεια και ο αγώνας των ίδιων των καταπιεζόμενων δεν τίθεται στο κέντρο αυτής της άποψης , παραμελείται και υποβιβάζεται και το πρόβλημα της αυτοκυβέρνησης,του καθεστώτος δηλαδή που θα προκύψει από την διαδικασία της επέμβασης και της δυνατότητας των καταπιεζόμενων να καθορίσουν αυτό το καθεστώς.

Το πρόβλημα αυτό τίθεται  α) ως προς τις εθνοτικές καταπιέσει και συγκρούσεις β) ως προς τις δημοκρατικές/ενδοεθνικές καταπιέσεις και συγκρούσεις.

 

 

Η υλική  αδυναμία των καταπιεζόμενων να χειραφετηθούν με τις δικές τους δυνάμεις  είναι δυνατό να θέσει το πρόβλημα της  επείγουσας ξένης επέμβασης. Από την πλευρά των καταπιεζόμενων αυτό το αίτημα,πράγματι,δεν μπορεί να αποτελέσει θέση αρχής,υπό την έννοια της αποτροπής κάθε συνδρομής ακόμη και με κόστος την συνθλιβή τους. Πλην όμως, το αίτημα αυτό εμπλέκει τους ίδιους τους καταπιεζόμενους στην διαλεκτική της πατρωνείας και της “ελεγχόμενης ελευθερίας”. Ορισμένα ιστορικά παραδείγματα μπορούν να λειτουργήσουν διαφωτιστικά :

  • Κατά την περίοδο της επέμβασης του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία τονίσθηκε από την πλευρά των υπερασπιστών της επέμβασης η αναλογία λ.χ. με εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της πρώτης περιόδου εθνικής συγκρότησης (19ος αιώνας), τα οποία ενισχύθηκαν και από ξένες δυνάμεις γιά την εδραίωσή τους. Τέτοια  περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η συμβολή λ.χ. των Προστατιδών Δυνάμεων στην ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά το τέλος της ελληνικής επανάστασης του 1821-1827.

Είναι γνωστά όμως τα όρια,τα οποία τέθηκαν-χωρίς να υποτιμούμε την βαρύτητα των ίδιων των εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών δυναμικών- στην  διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης από την ίδια την υπόσταση αυτής της διεθνούς επέμβασης,αλλά και στην ίδια την συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους.Ετσι,το πρόβλημα της πολιτειακής μορφής αλλά και του φορέα της μοναρχίας καθορίσθηκε,όπως είναι γνωστό, σε σημαντικότατο βαθμό από τις Δυνάμεις,οι οποίες έθεσαν το πλαίσιο της Συνθήκης και του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου

(Βρετανία,Γαλλία, Ρωσία).Αλλά και γενικότερα η εσωτερική πολιτική ζωή σημαδεύθηκε από διαδοχικές εξωτερικές επεμβάσεις τουλάχιστον κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα,και εν μέρει και του 20ου.

 

  • Η ίδια η επέμβαση του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία και ειδικότερα στο Κοσσυφοπέδιο (1999), ανέδειξε δύο διαφορετικά προβλήματα από την πλευρά των θυμάτων της σερβικής καταπίεσης,των Αλβανών Κοσοβάρων.

 

1.Η αντιπροσώπευση και πολιτική ενοποίηση   των Αλβανών Κοσοβάρων υπό  τον Α.Σ.Κ. (U.C.K.) δεν υπήρξε -αποκλειστικά ή κυρίως τουλάχιστον- μία διαδικασία,η οποία απέρρεε ευθύγραμμα από την εσωτερική δυναμική της σύγκρουσης ανάμεσα στους κατά πλειοψηφία Αλβανούς Κοσοβάρους και στην σερβική κατοχή και κυριάρχηση του Κοσόβου (μετά το  1989,οπότε καταργήθηκε η συνταγματική του αυτονομία από την  πλευρά της σερβικής ηγεσίας ). Η ανάδειξη του Α.Σ.Κ. σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων, σε κύριο εκπρόσωπο και “φωνή” των Κοσοβάρων πριν,κατά και μετά την επέμβαση του ΝΑΤΟ και υπό την συμφωνία του Ιουνίου 1999 καθορίσθηκε από δύο παράγοντες α) αρχικά από την όξυνση της σύγκρουσης ανάμεσα στις σερβικές αρχές και στο κίνημα των Κοσοβάρων γιά αυτονομία (αν και όχι αναγκαστικά γιά απόσχιση από την ΟΔΓιουγκοσλαβίας) κατά την διάρκεια του 1998-1999-όξυνση ,στην οποία συνετέλεσαν πάντως συνειδητά  και οι πρακτικές ανταρτοπολέμου του Α.Σ.Κ.,στρεφόμενες και κατά αμάχων Σέρβων – με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των πιό μετριοπαθών εκπροσώπων του κινήματος των Κοσοβάρων,αυτών του “διπλού δικτύου θεσμών”  (όπως ο Ε.Ρουγκόβα) β) από την σταθερή και εντεινόμενη μεταστροφή της στάσης των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ απέναντι στον Α.Σ.Κ. κατά την περίοδο 1998-1999,η οποία καταλήγει στην εκ των άνω προώθησή του ως βασικού εκπροσώπου και “φωνής” των Κοσοβάρων προς την διεθνή κοινότητα.

Οπως έχει δειχθεί από πολλούς μελετητές της κρίσης του Κοσσυφοπεδιου,  η κυβέρνηση των ΗΠΑ-κυρίως διά του “μεσολαβητή” της  στην Γιουγκοσλαβία R.Holbrook και άλλων αξιωματούχων της -πέρασε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την εκτίμηση ότι ο Α.Σ.Κ. αποτελεί “σαφώς μία τρομοκρατική ομάδα” (Φεβρουάριος 1998) στην εκτίμηση ότι εκπροσωπεί ως ένοπλο κίνημα τις  πλειοψηφικές αντισερβικές τάσεις των Αλβανών Κοσοβάρων122. Η αλλαγή αυτή εκτίμησης  σήμανε και την πρακτική ανάδειξη του Α.Σ.Κ. σε προνομιακό ένοπλο σύμμαχο και “χερσαία δύναμη” της Νατοικής επέμβασης και σε κύριο συνομιλητή των χωρών του ΝΑΤΟ,εφαρμοστή και αποδέκτη των πολεμικών και  μεταπολεμικών τους επιλογών.Ο στρατός αυτός,με δεδομένη την υλική και ηθική υποστήριξη του ΝΑΤΟ, κατέκτησε -συχνά και με βίαιες μεθόδους- την συναίνεση των Αλβανών Κοσοβάρων κατά και μετά την Νατοική επέμβαση,αφού έγινε σε όλους φανερό ότι τόσο η ανατροπή της Σερβικής κυριαρχίας αλλά και η οικοδόμηση ενός μεταπολεμικού καθεστώτος στο Κοσσυφοπέδιο φιλικού προς την Δύση και αποδέκτη της αμερικανικής/ευρωπαικης υποστήριξης περνούσε αναγκαστικα΄μέσα από τους μηχανισμούς του Α.Σ.Κ. και την μετατροπή  του από αποσταθεροποιητική ένοπλη δύναμη σε νέο κρατικό μηχανισμό.

 

  1. Το μετά την επέμβαση καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου τυπικά αποτελεί μία μορφή προσωρινά διοικούμενης από τον ΟΗΕ περιοχής (γιά την αποτροπή της εκ νέου εκδήλωσης των αλβανοσερβικών συγκρούσεων) χωρίς αυτή η περιοχή να θεωρείται αποσχισμένη από την ΟΔ Γιουγκοσλαβίας .Κατά την συμφωνία των G-8 της 3-6-1999,η οποία συνοδεύθηκε και από σχετική απόφαση του Σ.Α. των Ηνωμένων Εθνών

(1244/1999 ΣΑ ΟΗΕ) θα εγκαθίστατο μία διοίκηση (“αρμοστεία”)  του ΟΗΕ στηριζόμενη σε διεθνή ειρηνευτική δύναμη (KFOR), υπό τον έλεγχο μεν του Σ.Α. αλλά πάντως με σημαντική στρατιωτική  συμμετοχή των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Παρά την διατύπωση αυτήν, η νέα αυτή στρατιωτική και διοικητική εποπτεία του Κοσσυφοπεδίου χαρακτηρίσθηκε από τον τύπο και τους σχολιαστές ΜΜΕ στις ΗΠΑ ως μία σαφής Νατοική κατοχή του Κοσσυφοπεδίου (Chomsky 2000 ,οπ.π.,117 επ.).

 

Η εμπειρία της δράσης της KFOR στο Κοσσυφοπέδιο από τα μέσα του 1999 και εξής έδειξε και τα σαφή όρια του “αυτοκαθορισμού” των Κοσοβάρων εντός του πλαισίου της Νατοικής στρατιωτικής κυριαρχίας. Η ίδια η αρμοστεία του ΟΗΕ υποκαταστάθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό από την ίδια την στρατιωτική διοίκηση της KFOR ,με ευθεία ουσιαστικά υπαγωγή στις ΗΠΑ και τις άλλες χώρες του ΝΑΤΟ.Σε αντιστοιχία με τις προβλέψεις των διεθνών σχολιαστών, η αρμοστεία δεν έπαιξε αυτόνομο ρόλο ως κέντρο εξουσίας έναντι της KFOR και του Α.Σ.Κ.Η αρμοστεία και η διοίκηση της KFOR δεν πέτυχαν (ή δεν θέλησαν)  ουσιαστικά  να πραγματοποιήσουν τον περίφημο αφοπλισμό του Α.Σ.Κ,όπως προβλεπόταν από την συμφωνία της 3-6-1999, αλλά απλώς συνήνεσαν στον μετασχηματισμό του σε κρατική και παρακρατική στρατιωτική δύναμη. Η λειτουργία του Α.Σ.Κ. ως της αποκλειστικής ένοπλης δύναμης .συνεργαζόμενης ουσιαστικά και με την KFOR, και ως του εγγυητή της δυτικής επισιτιστικής και οικονομικής βοήθειας, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της υπερψήφισής του (ως πολιτικής δύναμης) στις εκλογές,οι οποίες μεσολάβησαν. Ταυτόχρονα, η συνεχής επιθετική δράση του Α.Σ.Κ. και προς την επικράτεια της Π.Γ.Δ.Μ. από το 2000 και εξής ,στην κατεύθυνση της δημιουργίας όρων γιά μία “Μεγάλη Αλβανία”, δημιουργεί προυποθέσεις και μιάς εθνικιστικά προσανατολισμένης πολιτικής συναίνεσης. Το ότι οι επιθετικές αυτές τακτικές του Α.Σ.Κ. δεν έχουν πάντοτε την αποδοχή και έγκριση όλων των χωρών του ΝΑΤΟ δεν αίρει το γεγονός ότι πάντως κινούνται,όπως δείχνει άλλωστε και η στάση της KFOR απέναντί του, στα όρια ανοχής των δυτικών δυνάμεων,οι οποίες πλέον αποδέχονται οριακές αλλαγές κρατικών συσχετισμών,έως και κρατικών συνόρων,στην περιοχή123.

 

Φαίνεται λοιπόν ότι η τυπική  λειτουργία θεσμών νομιμοποίησης μετά την συμφωνία της

3-6-1999 (διοίκηση υπό τον ΟΗΕ, πραγματοποίηση εκλογών εγγυώμενων από την αρμοστεία και την KFOR) δεν έλυσε πραγματικά το πρόβλημα του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού. Η ίδια η διαρκής παραμονή της  διεθνούς δύναμης υπό Νατοικο έλεγχο, ο επιδιαιτητικός της ρόλος στις εθνοτικές συγκρούσεις, η σαφής  ανοχή και υποστήριξη της αρμοστείας και της διεθνούς δύναμης προς τον Α.Σ.Κ. και η μετατροπή του έτσι σε εγγυητή σταθερότητας αλλά και αποδέκτη της δυτικής  οικονομικής και υλικής υποστήριξης δημιουργεί έναν πολιτικό μονόδρομο γιά την πλειοψηφία των Αλβανών Κοσοβάρων.Παρά το γεγονός ότι η αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στο Βελιγράδι, μετά την απομάκρυνση του Μιλόσεβιτς  κατά τον Οκτώβριο 2000, απομάκρυνε την πιθανότητα μιάς νέας σερβικής εμπλοκής  στο Κοσσυφοπέδιο,η διαρκής δυτική στρατιωτική και πολιτική παρουσία στο Κοσσυφοπέδιο έχει ταυτισθεί, προς στιγμή τουλάχιστον,με   την “μοναδική” επιλογή πολιτικής  υποστήριξης του Α.Σ.Κ. από τους Αλβανούς.Οσο γιά τους Σέρβους του Κοσσυφοπεδίου, σε αυτούς απομένει ως βασική επιλογή η διαρκής άμυνα απέναντι στην καταπίεση  ή η αποχώρηση από το Κοσσυφοπέδιο.Συναίνεση λοιπόν μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς αλλά μέσα σε συνθήκες που την καθιστούν “εξαναγκασμένη συναίνεση”124. Οταν μάλιστα μία διαφορετική,μη φιλοδυτική, επιλογή-όπως άλλωστε και στην Γιουγκοσλαβία-θα μπορούσε να σημάνει τουλάχιστον επαχθείς οικονομικές πιέσεις και κυρώσεις.

 

Η καλλιέργεια  και αναπαραγωγή της ιδεολογίας ότι οι καταπιεζόμενες εθνότητες ή οι καταπιεζόμενες κοινωνίες/λαοί μπορούν να χειραφετηθούν κυρίως μέσα από την διεθνή επέμβαση και χάρη σε αυτήν συντείνει σε μία πραγματικότητα,η οποία “μετά την απελευθέρωση” διατηρεί τον “απελεύθερο” σε μία κατάσταση διαρκούς εξάρτησης και ελέγχου από τον “απελευθερωτή” του.Η ιδεολογία αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένους μετα-επεμβατικούς θεσμούς και πολιτικά καθεστώτα :πρόκειται γιά το φαινόμενο των

μεταψυχροπολεμικών αμερικανικών (ΗΠΑ) ή νατοικών “προτεκτοράτων”. Στα Βαλκάνια αλλά και αλλού,πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια μία στρατηγική κυριαρχίας και επιβολής  από τις ΗΠΑ και τους νατοικούς τους συμμάχους με όχημα την “προστασία των δικαιωμάτων” και των καταπιεζόμενων όψεων “εθνοτικής ταυτότητας” ή και “εθνοτικής διαφοράς”(“πατρωνεία της διαφοράς” ή των “δικαιωμάτων”,και Σ.Πεσμαζόγλου 2000 οπ.π.). Σε πρώτη φάση,επιλέγονται ορισμένες  εστίες κρίσης όπου οι εθνοτικές ή οι εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις (ταξικές,κοινωνικές και άλλες) ανταποκρίνονται στο ιδεολογικό στερεότυπο του πληττόμενου ως προς τα “δικαιώματά “του ή την “ταυτότητά” του υποκειμένου και του επιτιθέμενου σε αυτήν την ταυτότητα. Στην περίπτωση αυτήν,ο “αμυνόμενος”  ανάγεται σε “αποδέκτη” της διεθνούς βοήθειας και ανακαλύπτονται εκείνες οι δυνάμεις στο εσωτερικό του,οι οποίες την αιτούνται και πιέζουν προς την υλοποίησή της.

Η επέμβαση αρχίζει ως προσβολή του επιτιθεμενου κράτους ή πολιτικής δύναμης και ως απώθησή του από την επικράτεια του αμυνόμενου (λ.χ. των Σέρβων από την μη σερβική  Βοσνία ή το Κόσοβο ).Στην συνέχεια,εφ’όσον,συνήθως, οι “απελευθερούμενοι” λαοί ή εθνοτικές ομάδες κινούνται σε ένα περιβάλλον είτε “απειλουμενο” διαρκώς είτε με κατεστραμμένη διοικητική και κρατική υποδομή είτε με πολύ περιορισμένους οικονομικούς και υλικούς πόρους, ξεκινά μία διαδικασία σύνδεσης της “υποστήριξης” και της “προστασίας” με ένα ανοικοδομούμενο δίκτυο οικονομικών πρωτοβουλιών, διοικητικής και εκπαιδευτικής στήριξης και πολιτικής καθοδήγησης,εκ των άνω κινητοποίησης των δημοκρατικών θεσμών . Πρόκειται γιά την κατεύθυνση της εκ νέου “εθνικής-κρατικής ανοικοδόμησης” (“nation building“)125.Η κατεύθυνση αυτή παρέχει την θεσμική/διοικητική μορφή στην “πατρωνεία των δικαιωμάτων” και την καθιστά εργαλείο γεωπολιτικού και συμβολικού ελέγχου στην μεταψυχροπολεμική εποχή.

Από τις  παραπάνω σκέψεις  προκύπτει :

  • Η πλήρης απροθυμία των “επεμβαινόντων” να ανεχθούν τον αυτοκαθορισμό των καταπιεζόμενων όσον αφορά την επιλογή των “εκπροσώπων” τους και της πολιτικής τους έκφρασης.
  • Η πλήρης απροθυμία των “επεμβαινόντων”,ιδίως αυτών της μεταψυχροπολεμικής εποχής, να επιτρέψουν την ανάπτυξη ενδογενών δημοκρατικών θεσμών της μεταεπεμβατικής φάσης ή να εμπιστευθούν πολιτικά αυτούς τους οποίους

συνέτρεξαν  γιά να “αποκτήσουν τις ελευθερίες τους”.

3) Η πλήρης απροθυμία των “επεμβαινόντων” τέλος να αναγνωρίσουν το δικαίωμα αντίστασης ή πολύ περισσότερο επανάστασης κατά της δικής τους αυθαίρετης και αντιδημοκρατικής κυριαρχίας. Με δεδομένο το πολωτικό ηθικοπολιτικό πλαίσιο,το οποίο επικαλούνται υπέρ των επεμβάσεων, η “τυρανία” αρχίζει και τελειώνει με την διακυβέρνηση του τοπικού αυταρχικού ηγέτη και διαρκεί ωσότου νικήσει η “σταυροφορία υπέρ της ελευθερίας”.

 

 

 

 

 

4.3.5. Η “ίση ελευθερία των κρατών” ως συμβολαιακό επιχείρημα

 

 

H φιλελεύθερη δικαιολόγηση των διεθνών επεμβάσεων οργανώνεται,όπως έχει φανεί, ως κριτική ατομικιστική  αναίρεση της θέσης περί  της “συμφωνίας μη ανάμειξης μεταξύ ίσων,ελεύθερων και εν τέλει κυρίαρχων κρατών”.

 

Η θέση περί “συμφωνίας των ίσων και ελεύθερων κρατών”  αποτελεί προέκταση και αναλογική εφαρμογή της συμφωνίας των μερών γιά ίση ελευθερία με αφετηρία την λεγόμενη “πρωταρχική κατάσταση” (“original position”) ,όπως αυτή διατυπώνεται στην ρωλσιανή “θεωρία της δικαιοσύνης”126.Οπως είναι γνωστό, στην θεωρία περί δικαιοσύνης  του J.Rawls,τα μέρη καλούνται να επιλέξουν στην πρωταρχική κατάσταση ένα δεσμευτικό πλαίσιο αρχών,καθοριστικό του κοινωνικού δεσμού υπό δύο διακριτές προυποθέσεις :

Α) της  επιλογής υπό συνθήκες “άγνοιας” (μη συνυπολογισμού)  των ειδικών συνθηκών στις

οποίες βρίσκεται κάθε μέρος Β) της επιλογής λαμβάνοντας υπ’όψη την χειρότερη δυνατή έκβαση των πραγμάτων και την χειρότερη δυνατή θέση ως θέση του επιλέγοντος μέρους και έτσι ώστε οι επιλεγόμενες αρχές να αποτελούν προιόν έλλογης προσαρμογής ΄των μερών και σε αυτήν την πιθανή εκδοχή. Η πρώτη αρχή,την οποία έλλογα θα επέλεγαν τα μέρη,κατά τον Rawls,είναι αυτή  της  ίσης ελευθερίας (“equal liberty”) γιά όλα τα μέρη.

 

Η παραπάνω θεωρία αφορά κατ’ αρχήν την σχέση μεταξύ των μελών της κοινωνίας στο επίπεδο μιάς “ιδεοτυπικής”  συγκεκριμένης κοινωνίας (έθνους-κράτους),τους κανόνες και αρχές συγκρότησης αυτής της “εθνικής”κοινωνίας.Πλην όμως, ο ίδιος ο συγγραφέας της “Θεωρίας Δικαιοσύνης” ρητά αναφέρεται στην εφαρμογή της συμφωνίας υπό τις συνθήκες

“του πέπλου αγνοίας” και  της “πρωταρχικής κατάστασης” και στις διεθνείς σχέσεις127. Συγκεκριμένα, δέχεται ως πρότυπο οργάνωσης των διεθνών σχέσεων την συμφωνία των μερών (κρατών) να απολαμβάνουν όλα ίση ελευθερία έναντι  αλλήλων . Απόροια της ίσης ελευθερίας των κρατών-μερών συνιστά η αρχή της μη επέμβασης και της μη ανάμειξης του ενός κράτους στις υποθέσεις του άλλου.Ως ίσα απολαμβανόμενο δικαίωμα νοείται εδώ “το δικαίωμα κάθε έθνους να ρυθμίζει τις υποθέσεις του (“to settle its own affairs”) ,χωρίς την ανάμειξη άλλων κρατών”. Ετσι, η ίση ελευθερία μεταξύ των ατόμων βρίσκει στην διεθνή κοινότητα το αντίστοιχό της στην ίση ελευθερία μεταξύ των κρατών.

Η συμφωνία αυτή,της απόλαυσης ίσων δικαιωμάτων στον “αυτοκαθορισμό” (self-determination”) από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, θεμελιώνεται στην βάση ορισμένων ειδικότερων παραδοχών :

  • οι πολίτες κάθε κράτους αντιπροσωπεύονται στις διεθνείς σχέσεις από την κυβέρνηση και το κράτος τους. Αυτό συμβαίνει τόσο επειδή τα άτομα υπάγονται κατά κανόνα σε μία κοινότητα όσο και επειδή ειδικότερα η διεθνής κοινότητα είναι μία κρατικά οργανωμένη κοινότητα,αυτήν δε την πραγματικότητα αποδέχονται και επικυρώνουν τα μέρη τα οποία συμβάλλονται στις διεθνείς σχέσεις.128.
  • τα μέρη (είτε πρόκειται γιά τα κράτη είτε γιά τους “αντιπροσωπευόμενους” πολίτες τους) επιλέγουν την μη επέμβαση αποβλέποντας λογικά στην προστασία τους από την  κατάχρηση του “δικαιώματος στην επέμβαση” γιά κυριαρχικούς/επιθετικούς σκοπούς.

Στην περίπτωση αυτή η αρχή του υπολογισμού της χειρότερης δυνατής έκβασης αναφέρεται σε μία διαρκή επέκταση της επιθετικότητας και του πολέμου,στο όνομα της “προστασίας των α.δ.”.

 

Η κριτική εκ μέρους  των φιλοεπεμβατικών απόψεων αρνείται την ταύτιση της αρχής της “ίσης ελευθερίας” στις διεθνείς σχέσεις με την απόλυτη αρχή της “μη επέμβασης” (την οποία βασικά καταλογίζει και στο σχήμα του Rawls).Εκτιμά δε ότι η συνεπής εφαρμογή αυτής της “συμφωνίας” καταλήγει στην ανοχή ή και αποδοχή των αυταρχικών καθεστώτων από την διεθνή κοινότητα.

Κατ’αρχήν οι υποστηρικτές των διεθνών επεμβάσεων εκκινούν από την άρνηση της άνευ όρων σχέσης αντιπροσώπευσης μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών της στις διεθνείς σχέσεις. Μία κυβέρνηση,η οποία δεν τηρεί τους δημοκρατικούς και δικαιοκρατικούς κανόνες και αρχές, ή πολύ περισσότερο ένα δικτατορικό καθεστώς δεν έχουν πραγματικό δικαίωμα αντιπροσώπευσης . Αυτό που αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε οι πολίτες τους ούτε το “έθνος” αλλά το “προνόμιό” τους να καταπιέζουν όσους υπόκεινται σε αυτούς. Συνεπώς,μόνο η δημοκρατική/δικαιοκρατική  κυβέρνηση νομιμοποιείται να επικαλεσθεί την πληρεξουσιότητά της στις διεθνείς σχέσεις 129. Ετσι, η τοποθέτηση ενός φιλελεύθερου διανοητή,όπως ο Rawls, κρίνεται ως μία θέση συμβιβασμού του φιλελευθερισμού με τον εγελιανό κρατισμό στις διεθνείς σχέσεις (Teson 1988).

 

Aνεξάρτητα όμως από το ζήτημα της αντιπροσώπευσης στις διακρατικές σχέσεις, τα μέρη της διεθνούς κοινότητας θα κατέληγαν,έλλογα δρώντας, σε μία εναλλακτική ερμηνεία της ίσης ελευθερίας,από αυτήν την οποία ορίζει ο ίδιος ο Rawls,και άρα σε διαφορετική συμφωνία. Το “χειρότερο δυνατό ενδεχόμενο” αντιστοιχεί στην παραβίαση των δικαιωμάτων των ατόμων/πολιτών από ένα αυταρχικό καθεστώς,απέναντι,λοιπόν σε αυτό το ενδεχόμενο, τα μέρη θα αποδέχονταν ένα (περιορισμένο έστω) δικαίωμα στην επέμβαση από κάθε κράτος  όχι μόνο υπέρ των δικών του πολιτών (“δικαίωμα στην άμυνα”) αλλά και υπέρ των καταπιεζόμενων πολιτών άλλου κράτους.

Αυτή η εκδοχή των συμβολαιακών θεωρήσεων επιχειρεί να αντικρούσει τις θέσεις του Rawls “περί κατάχρησης δικαιώματος” στην βάση ενός ατομοκεντρικού προτύπου γιά την οργάνωση των διεθνών σχέσεων,το οποίο υποκαθιστά την “κυβέρνηση-αντιπρόσωπο” από το

“άτομο/πολίτη” ως φορέα φυσικών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, η θέση αυτή συνδυάζεται με μία θεώρηση σε τελική ανάλυση “ισορροπίας” στις διεθνείς σχέσεις αλλά και με μία θεώρηση

εξιδανίκευσης του διεθνούς ρόλου των συνταγματικών κρατών :

  • Η θέση του Rawls αλλά και γενικότερα των “αντιεπεμβατικών” συγγραφέων (π.χ. Walzer) γιά την “κατάχρηση του δικαιώματος στην επέμβαση” κρίνεται ως αντιβαίνουσα στον “ιδεατό” χαρακτήρα γενικώς της “πρωταρχικής κατάστασης” και των θεωριών του συμβολαίου.Ακολουθώντας αυτήν την κατεύθυνση σκέψης, και το δικαίωμα ενός κράτους στην άμυνα μπορεί να ασκηθεί καταχρηστικά και να οδηγήσει σε επιθετικές πράξεις. Αρα,πρέπει να κρίνουμε τις πραγματικότητες καθ’εαυτές,και όχι κατά τις δυνατές υπερβάσεις τους.

Το αδύνατο σημείο αυτού του επιχειρήματος εντοπίζεται στην καταστατική  διαφορετικότητα του “δικαιώματος στην επέμβαση” από το “δικαίωμα στην άμυνα” υπό το καθεστώς της παραδοσιακής τουλάχιστον προσέγγισης στις διεθνείς σχέσεις ή όποιο άλλο. Η παραδοσιακή προσέγγιση αντιμετώπιζε την διεθνή κοινότητα ως ένα πλέγμα άνισων και διαφορετικών καθεστώτων (“ισότητα δικαίων και αδίκων” κατά τον d’Amato)   σε ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ τους και σε ετοιμότητα αποτροπής κάθε απειλής κατά της εδαφικής τους ακεραιότητας ή του “προνομίου” αυτοκαθορισμού των εσωτερικών τους ζητημάτων. Το “δικαίωμα στην επέμβαση” δεν αμφισβητεί απλώς αυτήν την προσέγγιση αλλά την ανατρέπει, αφού η διαφορετικότητα των καθεστώτων γίνεται επιχείρημα γιά την ένοπλη σύγκρουση.Αν ισχύει η πρώτη προσέγγιση, τότε η άμυνα αποτελεί δικαίωμα και η επέμβαση αυθαιρεσία.Αν ισχύει η δεύτερη προσέγγιση,τότε η επέμβαση αποτελεί δικαίωμα και η άμυνα ισχύει μόνο υπό τον όρο της ισχύος των δικαιοκρατικών/δημοκρατικών αξιών από το αμυνόμενο κράτος,πάντως όχι ανεπιφύλακτα.Πρόκειται λοιπόν γιά δικαιώματα αναγόμενα σε διακριτές ηθικοπολιτικές τάξεις ισχύος. Η δεύτερη δεν γνωρίζει εν γένει αμυνόμενα κράτη αλλά κράτη αποδέκτες ενός συστήματος αξιών. .

  • Η τάση “κατάχρησης των επεμβάσεων” κρίνεται ως τελικώς εξωπραγματική (Teson 1988), αφού η συστηματική προσφυγή στις επεμβάσεις καταλήγει να μετατρέψει τον ίδιο τον επεμβαίνοντα σε στόχο (“target”) και να συσσωρεύσει επάνω του την επιθετικότητα και την στρατηγική ενότητα όλων των υπολοίπων κρατών.Πρακτική εφαρμογή αυτής της σκέψης θα μπορούσε να θεωρηθεί σήμερα π.χ. η άσκηση τρομοκρατίας από τις “καθυστερημένες” χώρες σε βάρος των αναπτυγμένων ως απάντηση στις συστηματικές επεμβάσεις τους στον Γ’Κόσμο.Η ύπαρξη λοιπόν μιάς νοητής συμμετρίας δυνάμεων αποτρέπει τις συστηματικές επεμβάσεις.

To επιχείρημα αυτό θεμελιώνεται σε μία αφηρημένη μηχανική της διεθνούς πολιτικής και όχι στις ζωντανές και δυναμικές υπαρκτές σχέσεις ισχύος και σύγκρουσης. Στην πραγματικότητα,όποιος έχει την υλική ισχύ γιά να επιβάλεται διά των διεθνών επεμβάσεων, με έρεισμα τα.δ. ή όποιο άλλο, υπολογίζει στρατηγικά το φάσμα αντίδρασης στην πρακτική του,οι δε αντιδράσεις σπανίως υπερβαίνουν αυτόν τον προυπολογισμό. Συνήθως,είναι οι “πολιτισμένες” και συνταγματικά οργανωμένες χώρες αυτές οι οποίες επεμβαίνουν χάριν των αδ.Αυτές πάλι διαθέτουν τέτοια στρατηγική υπεροπλία και τεχνολογική ανωτερότητα απέναντι  στους αποδέκτες της επέμβασης,ώστε να καθιστούν αδύνατη την “σύμμετρη” απάντηση στις επεμβάσεις τους. Γιά τον λόγο αυτόν άλλωστε, οι συγκρούσεις μεταξύ των “αναπτυγμένων” χωρών και δυνάμεων του Γ’Κόσμου ορίζονται και ως “ασύμμετρος πόλεμος” ή “ασύμμετρη σύγκρουση”(π.χ. προσφυγή των καθυστερημένων χωρών στην τρομοκρατία κλπ)..

 

–    “Συνταγματικά σταθερά φιλελεύθερα  κράτη ποτέ δεν ενεπλάκησαν σε πολέμους,το ένα εναντίον του άλλου” ή “τα φιλελεύθερα κράτη ποτέ δεν θα επέμβουν σε άλλα φιλελεύθερα κράτη”. Και αυτά τα επιχειρήματα των “επεμβατικών” απόψεων  αντιβαίνουν στην ιστορική πραγματικότητα.Τα συνταγματικά δυτικά κράτη με ιμπεριαλιστική δομή και διεθνή πολιτική πολύ συχνά έχουν επέμβει  πολιτικά σε άλλα συνταγματικά κράτη (π.χ. οι ΗΠΑ άμεσα στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, έμμεσα στην Ιταλία της δεκαετιας του 1970 ή την Ινδονησία μεταξύ 1960 και 1997 , άμεσα κατά της Νικαράγουας στην δεκαετία του 1980,η Γαλλία σε κράτη της Βόρειας Αφρικής,όπως η Αλγερία τς δεκαετίας του 1990, κ.α.Αλλά και  πολεμοι έχουν διεξαχθεί ανάμεσα σε συνταγματικά κράτη , όπως λ.χ. ο Α’ΠΠ μεταξύ της δημοκρατικής Γαλλίας και της συνταγματικής Γερμανίας και Αυστρίας, η επέμβαση της συνταγματικής   Βρεττανίας τον 18ο αιώνα κατά των συνταγματικά συγκροτούμενων αποικιών της ή πολύ περισσότερο κατά των ήδη συγκροτημένων ΗΠΑ το 1812 κλπ.

Επιπλέον,το γεγονός ότι τα συνταγματικά κράτη συχνότατα επεμβαίνουν στα μη συνταγματικά κράτη (ή πάντως σε συνταγματικά κράτη λιγότερο αναπτυγμένων χωρών,ασταθή και αδύναμα)

Συνεπώς,το κριτήριο της ισχύος και της πολιτικής σύγκρουσης καθορίζει το ενδεχόμενο ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των κρατών και όχι κυρίως αυτό της ένταξης στην ίδια κατηγορία πολιτικών αξιών και θεσμών.

 

–   “Η επέμβαση των δημοκρατικών κρατών σε ορισμένες σημαντικές συγκυρίες γενοκτονίας και μαζικής παραβίασης του δικαιώματος στην ζωή,όπως η γενοκτονία των Εβραίων από τους εθνικοσοσιαλιστές στην Γερμανία του 1930, θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας και θα είχε αποτρέψει την γενοκτονία”130 . Οπως όμως καταδείχθηκε, οι επεμβάσεις αυτές δεν έγιναν, ακριβώς επειδή το κριτήριο των υλικών συμφερόντων και της γεωπολιτικής ισχύος  των ίδιων των συνταγματικών δυτικών δημοκρατιών έθετε την ανάσχεση της τότε ΕΣΣΔ και την λειτουργία της Γερμανίας ως “ασπίδας” προς την Ανατολή σε ψηλότερη κλίμακα από την προστασία των α.δ. των Εβραίων ή των Γερμανών δημοκρατικών πολιτών. Συνεπώς,όπως θα αναλυθεί και περαιτέρω, δεν είναι όλες οι επεμβάσεις “γιά τα δικαιώματα” πολιτικά εφικτές αλλά μόνον εκείνες που εφάπτονται με συγκεκριμένα πολιτικά συμφέροντα και στοχεύσεις (N.Chomsky 2000).

 

Παρά την αστάθεια και τις αντιφάσεις των “φιλοεπεμβατικών”  κριτικών στην θεωρία της “διακρατικής συμφωνίας”,και την αποτυχία του ατομοκεντρικού προτύπου να προσεγγίσει αποτελεσματικά μία “δίκαιη” οργάνωση των διεθνών σχέσεων,γειωμένη στην υλική  πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής,,η ίδια η θεμελίωση της άρνησης βασικά  των “διεθνών επεμβάσεων” χρειάζεται ένα δυναμικότερο θεμέλιο από αυτού του τυπικού αυτοκαθορισμού κάθε κράτους βάσει της “πρωταρχικής συμφωνίας” και της ανεπιφύλακτης προστασίας κάθε καθεστώτος απέναντι στις επεμβάσεις..Το θεμέλιο αυτό δεν μπορεί να εδραιωθεί στις “συμβολαιακές” θεωρήσεις αντιεπεμβατικού τύπου (συμφωνία των κρατών εν όψει αποτροπής της “χειρότερης λύσης”)   αλλά  χρειάζεται μία ανακατασκευή μιάς θεωρίας της δημοκρατίας και της πολιτικής κοινότητας.Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης,μόνο υπαινικτικά και διαισθητικά μπορεί να τεθεί αυτό το πρόβλημα -και όχι βεβαίως να λυθεί :

 

  • Αυτό που προστατεύεται διά της επίκλησης του “εσωτερικού αυτοκαθορισμού” δεν αντιστοιχεί στην  προστασία του αυταρχικού καθεστώτος αλλά στο “δικαίωμα” των αντιστεκόμενων πολιτών ή ενός πλειοψηφικού κινήματος που τείνει στον “αυτοκαθορισμό του λαού” (ή ακόμη και μιάς καταπιεζόμενης εθνικής ομάδας) να αποκτήσει την ελευθερία του αυτενεργώντας και θέτοντας τις βάσεις ενός αυτόνομα βιώσιμου κρατικού και πολιτικού σχηματισμού. Βεβαίως, οι αντιστεκόμενοι πολίτες ή κινήματα είναι εξαιρετικά πιθανό να “παραιτηθούν” από αυτό τους το δικαίωμα και να βασισθούν κατά κύριο λόγο στην “διεθνή επέμβαση”.Αυτή η πραγματικότητα όμως δεν θα οδηγήσει,κατά πάσα πιθανότητα,στην χειραφέτησή τους αλλά στην εναλλαγή της εθνικής καταπίεσης από μία διεθνή πατρωνεία. Η κατάδειξη αυτής της αλήθειας αποτελεί καθήκον κάθε κριτικής προς την εξουσία τοποθέτησης..
  • Η αναφορά στο “έθνος” κατά την εποχή της “παγκοσμιοποίησης” και των σύγχρονων ηγεμονικών επεμβάσεων διατηρεί ένα δημοκρατικό νόημα,όταν παύει να είναι όχημα μιάς “εθνικής” πολιτικής ή εθνοτικής καταπίεσης και μετατρέπεται σε μέσο αναζήτησης και συγκρότησης μιάς τοπικά δρώσας αυτοκαθοριζόμενης κοινότητας (ή και μιάς ομοσπονδίας κοινοτήτων) 131. Με αυτήν  την έννοια ο εθνικός αυτοκαθορισμός συμπίπτει με τον δημοκρατικό και αντιτίθεται στην έννοια της “πλανητικής αυτοκρατορίας” και όχι στην έννοια της “μειοψηφίας”,της”μειονότητας” ή της “διαφοράς”.Διαφέρει λοιπόν από μία “ρουσωική” ή εγελιανή” ομογενοποιητική εκδοχή της ενότητας,χωρίς όμως να τείνει στην ασυμβατότητα των “διαφορών” και των “ταυτοτήτων”.  .Η βάση αυτού του καθορισμού εντοπίζεται στην υλικότητα των συμφερόντων και του κοινοτικού δεσμού,τα οποία τον συνέχουν και όχι σε ένα “συμβολαιακό” ή επικοινωνιακό υπόστρωμα.

 

– Η οριακή δυνατότητα χρήσης μιάς “διεθνούς ένοπλης  βοήθειας” από ένα απελευθερωτικό κίνημα,π.χ. κατά μιάς γενοκτονικής πολιτικής,διαρρηγνύοντας τον “τυπικό” κανόνα της “μη ανάμειξης” (ο οποίος γιά μία μεγάλη περίοδο λειτούργησε θετικά αν και περιορισμένα,εκφράζοντας τους τότε συσχετισμούς δύναμης),δεν μπορεί να υπεκφεύγει από το ερώτημα :ποιός επεμβαίνει,ποιά υλικά συμφέροντα υπηρετεί, σε ποιά στρατηγική εντάσσει την επέμβασή του,ποιά θεώρηση υιοθετεί γιά τα ίδια τα α.δ. ; Η κατανόηση της υλικότητας των επεμβάσεων έχει μία πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία από την εκάστοτε

ηθικολογική υπεράσπιση του “δικαιώματος στην επέμβαση”. Αφού,εν τέλει,δεν υπάρχει “δικαίωμα στην επέμβαση” αλλά άσκηση ενός προνομίου πολιτικής και στρατηγικής ισχύος στην συνήθη των περιπτώσεων,με την επίκληση της “φιλελεύθερης τάξης αξιών”  ή άρνηση κάθε αντίθετης αντι-ηγεμονικής πολιτικής  με την επίκληση της “ανελεύθερης τάξης αξιών”.

 

5.Η επέμβαση ως άνωθεν “δημοκρατική ανοικοδόμηση” των εθνικών κρατών (“Nation Building“) : αυτονομία ή επιστροφή στην “αποικιοκρατία”;

 

Οι  διεθνείς στρατιωτικές  επεμβάσεις της μεταψυχροπολεμικής εποχής συνήθως συνοδεύονται από την επίκληση ανθρωπιστικών αιτιολογήσεων και κινήτρων. Με την εξαίρεση ενδεχομένως του πολέμου στον Περσικό Κόλπο (1991),όπου κυρίως η συμμαχία κατά του Ιράκ νομιμοποιήθηκε στην βάση  υπεράσπισης της διεθνούς ασφαλείας και ειρήνης  καθώς και της “κυριαρχίας” του Κουβέιτ -και δευτερευόντως στην βάση των α.δ. των πολιτών του Κουβέιτ-οι λοιπές επεμβάσεις συνδυάζουν το στρατιωτικό και το διοικητικό-υποστηρικτικό σκέλος και  αναφέρονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε μαζικές και σοβαρές παραβιάσεις α.δ.Οι παραβιάσεις αυτές παραπέμπουν ως “λόγος”  α) είτε σε εθνοτικές συγκρούσεις και εκκαθαρίσεις,όπου οι πληττόμενες εθνικές ομάδες  αντιμετωπίζουν “εθνοκάθαρση” ή και γενοκτονία  και γενικότερα πράξεις “εγκληματικές κατά της ανθρωπότητας” (βλ. Βοσνία ή Κόσοβο,Ρουάντα )  β)  είτε σε αυταρχικές καθεστωτικές μορφές,οι οποίες συνιστούν διαρκές καθεστώς παραβίασης των α.δ. και συχνά αποτελούν  και λόγο διατάραξης της “σταθερότητας” και “ασφάλειας” σε μία ορισμένη περιοχή ( βλ.Παναμά 1989 και Αιτή 1994) γ) είτε σε μία  κατάσταση διακινδύνευσης της ζωής λόγω της  αποδιάρθρωσης των κρατικών δομών και των κοινωνικών δεσμών συνοχής,η οποία  συμβαδίζει και με την απουσία πόρων γιά τους πολίτες της χώρας και άρα με τον κίνδυνο “ανθρωπιστικής καταστροφής” από την πείνα.

Η διακινδύνευση απορρέει από την έλλειψη πόρων   σε συνδυασμό με την μαζική εγκληματικότητα και τον σφετερισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας από ομάδες, καθεστωτικά μορφώματα και φυλετικές δομές (το μοντέλο της Σομαλίας).Στην περίπτωση αυτήν της αποδυνάμωσης του έθνους-κράτους, η αντίδραση δεν προσλαμβάνει την μορφή της εθνικιστικής αυταρχικής έξαρσης αλλά την μορφή της αποδιάρθρωσης και εξαφάνισης ουσιαστικά της ενιαίας κρατικής δομής, της δημιουργίας υποεθνικών και υποκρατικών θυλάκων ισχύος και την διάλυση της παλιάς κρατικής υποδομής132.

 

Η τελευταία περίπτωση,αυτή δηλαδή  της διακινδύνευσης της ζωής και ελευθερίας των κατοίκων μιάς χώρας λόγω της διάλυσης των κρατικών δομών, αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις την λογική κατάληξη και των συγκρούσεων από την πρώτη και την δεύτερη περίπτωση (εθνοτική σύγκρουση, δικτατορική καταπίεση και αυταρχική εμπλοκή).Σε κάθε περίπτωση, η καταπίεση οδηγεί σε αντίσταση και σε όξυνση των συγκρούσεων. Οι συνθήκες ενδοκρατικής σύγκρουσης (Kaldor 1998) οδηγούν στην ανώτερη μορφή τους,τον εμφύλιο πόλεμο, σε αποσύνθεση της παλιάς κρατικής δομής και σε φυγόκεντρες τοπικές και εθνοτικές εξουσιαστικές δομές,ενώ η ίδια η στρατιωτική επέμβαση πολλαπλασιάζει αναπόφευκτα την εκδίπλωση της ενδοκρατικής βίας,τις “εθνοκαθάρσεις” εν όψει των τελικών διαπραγματεύσεων (βλ. Κροατία και Κράινα το καλοκαίρι 1995,Κόσοβο την άνοιξη του 1999,Βοσνία κατά την περίοδο 1992-1995 κλπ). Μετά την στρατιωτική ολοκλήρωση των επεμβάσεων και την επιβολή μιάς διεθνώς επιβλημένης “ειρήνης” ,τόσο η οικονομική όσο και η διοικητική κατάσταση της χώρας υποδοχής της επέμβασης τείνει να είναι άθλια. Η λειτουργία των  πολιτικών  θεσμών είναι σχεδόν αδύνατο να πραγματωθεί κατά τρόπο βιώσιμο και αυτοτελή. Τίθεται λοιπόν μετά την  στρατιωτική επιτυχία της επέμβασης  (και την συμβατική συνήθως αποδοχή της από τα τοπικά εμπλεκόμενα μέρη, π.χ. Dayton 1995, συμφωνία γιά Κόσοβο του 6.1999) ένα πρόγραμμα όχι πλέον προστασίας μόνο των α.δ. αλλά ολοκληρωμένης ανασυγκρότησης των κρατικών και κοινωνικών δομών.

Δημιουργίας εκ νέου των κρατικών υποδομών (εκπαίδευση,υγεία, κοινωφελείς υπηρεσίες) , παροχής μέσων διαβίωσης γιά το άμεσο μέλλον, δημιουργίας μηχανισμών άμυνας και ασφαλείας (επανεκπαίδευση  στρατού και αστυνομίας), διαμόρφωσης συνθηκών γιά εκλογές και γιά την δημιουργία θεσμών αντιπροσώπευσης,,κατάργησης των παραστρατιωτικών ομάδων και επιβολής της ενιαίας ειρήνης και τάξης (Κ von Hippel 2000).

Oπως προκύπτει λοιπόν, η μεταεπεμβατική περίοδος δεν είναι απλώς μία περίοδος αποτελεσματικότερης προστασίας των α.δ. αλλά και μία περίοδος οργανικά  διευθυνόμενη από τις δυνάμεις επέμβασης αναδόμησης των κρατικών και κοινωνικών δομών με πρότυπο την “φιλελεύθερη αστική  δημοκρατία” και κατά κανόνα την “οικονομία της αγοράς” (K.von Hippel 2000). Η “κατευθυνόμενη δημοκρατία” έχει την έννοια ότι εν τέλει λειτουργούν μεν κάποιοι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, αφού όμως διασφαλισθεί ότι οι κρατικές δομές και οι κοινωνικές σχέσεις έχουν αναδιαμορφωθεί κατά τρόπο αρεστό και αποδεκτό στις δυνάμεις επέμβασης. Αλλά και αφού έχει διασφαλισθεί ότι δυνάμεις μη αποδεκτές από τις δυνάμεις επέμβασης δεν διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο του “νέου πολιτικού συστήματος” και είναι ασφαλώς περιθωριοποιημένες (π.χ. οι οπαδοί των Σέρβων  εθνικιστών στην μετά-Νταίυτον Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, ή οι οπαδοί της αντι-Μπερίσα εξέγερσης  του 1997 στην Αλβανία του 1998-2001, η σερβική μειονότητα στο Κόσοβο κ.α. )  .

Οι επεμβάσεις της μεταψυχροπολεμικής εποχής υπήρξαν α) είτε μονομερείς επεμβάσεις των ΗΠΑ ως διεθνούς ηγεμόνα β) είτε επεμβάσεις των ΗΠΑ και  του ΝΑΤΟ υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και ως “εκτελεστικού οργάνου” του Σ.Α. γ) είτε επεμβάσεις διεθνών περιφερειακών  συμμαχιών γύρω από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο αποφάσεων του Σ.Α. ή και χωρίς απόφαση του Σ.Α. Θα αναφεθούμε στις πιό σημαντικές από αυτές.

 

 

 

 

 

 5.1.Η περίπτωση του Παναμά (1989)

 

H επέμβαση των ΗΠΑ στον Παναμά κατά τον Δεκέμβριο του 1989 -η πρώτη ουσιαστικά μεταψυχροπολεμική διεθνής επέμβαση- υπήρξε μία επέμβαση χωρίς  διεθνές νομικό έρεισμα (χωρίς δηλαδή εξουσιοδότηση του Σ.Α. του ΟΗΕ),απολύτως μονομερής και χωρίς δίκτυο συμμαχιών και ένοπλη υποστήριξη από άλλα κράτη133.

 

Αφορμή της επέμβασης υπήρξε η ακύρωση των εκλογών του Μαίου 1989 από τον de facto κυβερνήτη (δικτάτορα)  του Παναμά στρατηγό Μ.Νοριέγκα και η αποτροπή έτσι της ανάληψης της  κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης από τον ηγέτη της φιλελεύθερης φιλοαμερικανικής αντιπολίτευσης Γκ. Εντάρα.Η ενέργεια αυτή ενέτεινε το ήδη αρνητικό κλίμα στις σχέσεις ΗΠΑ-Νοριέγκα, το οποίο είχε ήδη πυροδοτηθεί από τις καταδίκες του Νοριέγκα από ποινικά δικαστήρια των ΗΠΑ το 1988 γιά εμπλοκή του στο εμπόριο ναρκωτικών με την Κολομβία.   Στην συνέχεια,ο Νοριέγκα αναγορεύθηκε και  τυπικά Πρόεδρος του κράτους από την Εθνοσυνέλευση και ξεκίνησε μία αντι-ΗΠΑ ρητορική και πρακτική απειλώντας το καθεστώς βορειοαμερικανικής κατοχής της Διώρυγας του Παναμά (από το 1903 ως το 1999).Ακολούθησε η επέμβαση 20.000 ανδρών των ΗΠΑ (“Επιχείρηση Δίκαιη  Αιτία”,Operation Just Cause ), η οποία μετά από πολύνεκρες μάχες κατέληξε στην ανατροπή του καθεστώτος Νοριέγκα  και στην εγκατάσταση μιάς φιλικής στις ΗΠΑ κοινοβουλευτικής κυβέρνησης αντίστοιχης στις εκλογές του 5.1989, με την διοικητική,οικονομική και στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση του Προέδρου G.Bush επικαλέσθηκε μία σειρά από διεθνοδικαιικά επιχειρήματα, προκειμένου να θεμελιωσει την εισβολή : 1)  την άμυνα των ΗΠΑ απέναντι στην κυβέρνηση Νοριέγκα είτε με την έννοια της διακινδύνευσης της κυριαρχίας των ΗΠΑ στην ζώνη της Διώρυγας  (παραβίαση των συνθηκών γιά την Διώρυγα)  είτε με την έννοια της διακινδύνευσης της ζωής,ελευθερίας και περιουσίας των διαμενόντων  πολιτών των ΗΠΑ στον Παναμά.Πράγματι, η κυβέρνηση των ΗΠΑ επικαλέσθηκε την “νόμιμη άμυνα” του άρθρου 51 ΚΧ ΟΗΕ ή του άρθρου 21 Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών ,χωρίς όμως να τηρήσει και πάλι τις προυποθέσεις της περίστασης αυτής (ειδοποίηση του Σ.Α. ΟΗΕ,δράση προσωρινή ωσότου επιληφθεί το ίδιο το Σ.Α κλπ).Η θεώρηση αυτή γιά την άμυνα των ΗΠΑ ήταν καινοφανής γιά τις ΗΠΑ εκείνης της περιόδου,καθώς,σύμφωνα με το περίφημο “αμυντικό δόγμα Reagan”,δεν ετίθετο ζήτημα επέμβασης και βλάβης του “εθνικού συμφέροντος” των ΗΠΑ όπου δεν αναμειγνυόταν άμεσα ή έμμεσα το Ανατολικό στρατόπεδο 134 .Ανεξάρτητα όμως από τα “αμυντικά δόγματα”,όλοι οι αναλυτές δέχονται ότι οι λίγοι πολίτες ή οπλίτες  των ΗΠΑ στον Παναμά δεν διέτρεξαν κανένα κίνδυνο.

  • την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην χώρα και την ανατροπή της δικτατορίας του Νοριέγκα (“to restore democracy“). H αναφορά αυτή σήμαινε την ανάληψη της ευθύνης από τις ΗΠΑ όχι μόνο γιά την (προσωρινή) προστασία των α.δ. των πολιτών του Παναμά απέναντι στο αυταρχικό καθεστώς Νοριέγκα αλλά και γιά την μονιμότερη “αποκατάσταση και λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών” στον Παναμά κάμπτοντας σε προχωρημένο βαθμό την γενικά αποδεκτή αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους (άρθρο 2 παρ. 7 ΚΧ ΟΗΕ) , κατά την οποία εθεωρείτο ότι δεν επιτρέπεται η χρήση βίας γιά την αποκατάσταση της δημοκρατίας σε άλλο κράτος (σε συμφωνία και με την απόφαση της ΓΣ των ΗΕ γιά τον “σεβασμό των αρχών της εθνικής κυριαρχίας και της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών κατά τις εκλογικές τους διαδικασίες”)135 3) την σύλληψη και δίκη ως προς τον ίδιο τον Νοριέγκα σε έδαφος των ΗΠΑ : όπως και πραγματικά συνέβη, αφού ο Νοριέγκα συνελήφθη από την δύναμη επέμβασης ,μεταφέρθηκε στο έδαφος των ΗΠΑ και δικάσθηκε από δικαστήριο των ΗΠΑ σε 30ετή κάθειρξη γιά παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.Ετσι, η επέμβαση του 1989 λειτούργησε και ως μέσο αντεγκληματικής πολιτικής,ενισχύοντας την αντίληψη ότι οι “δικτάτορες” και τα διεφθαρμένα τοπικά καθεστώτα δεν είναι μόνο φορείς παραβιάσεων των α.δ. αλλά και  διεθνείς εγκληματίες,οι οποίοι πρέπει να δικασθούν από Διεθνή Δικαστήρια ή τα δικαστήρια του ηγεμονικού κρα΄τους.Ακόμη και όταν δεν παραβιάζουν διεθνείς κανόνες προστασίας των α.δ.(π.χ. το ανθρωπιστικό δίκαιο πολέμου, την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων των ΗΕ κλπ), παραβιάζουν ενδεχομένως το δίκαιο του ηγεμονικού κράτους -έτσι η αντίθεση της πολιτικής τους βούλησης προς αυτήν των ΗΠΑ πρέπει να καθίσταται “έγκλημα”, ακόμη και όταν αντικειμενικά δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Και εδώ η δίκη και καταδίκη του Νοριέγκα προετοίμαζε-παρά το πολύ διαφορετικό των συγκεκριμένων προσώπων- την δίκη του Μιλόσεβιτς εμπρος στο Διεθνές Δικαστήριο γιά την πρώην Γιουγκοσλαβία το 2001.

Η αντίθεση των ΗΠΑ τόσο στην αντιδημοκρατική πολιτική του Μ.Νοριέγκα όσο και στην σχέση του με το κολομβιανό εμπόριο ναρκωτικών υπήρξε απολύτως προσχηματική, αφού,όπως είναι γνωστό, ο Νοριέγκα αναδείχθηκε ως κυβερνήτης και ως δικτάτορας ακριβώς χάρη στην υποστήριξη του βορειοαμερικανικού παράγοντα.και στο πλαίσιο των φιλικών προς τις ΗΠΑ αυταρχικών καθεστώτων της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρισκόταν στο “μη δημοκρατικό” του καθεστώτος αλλά στην  εμφανή ανάμειξη του Νοριέγκα στο περίφημο σκάνδαλο “Ιράν-γκαίητ” : λαθραία άρση του εμπάργκο πετρελαίου στο χομεινικό Ιράν γιά να εξασφαλισθούν χρήματα γιά την υποστήριξη των ανταρτών Κόντρας κατά του αριστερού καθεστώτος της Νικαράγουα και διαπλοκή αυτών των συναλλαγών με τα ναρκοδολλάρια της Λατινικής Αμερικής. Η σύνδεση αυτών των συναλλαγών και του Νοριέγκα στο επίκεντρό τους  με την ρεπουμπλικανική κυβέρνηση των ΗΠΑ οδήγησε την τελευταία σε εξαιρετική έκθεση και επιτάχυνε την πτώση του Νοριέγκα ως “αποδιοπομπαίου τράγου” του σκανδάλου136.

 

Η επικράτηση της “Operation Just Cause” έθεσε το πρόβλημα της κατασκευής ενός “δημοκρατικού-κοινοβουλευτικού” Παναμά,ο οποίος να είναι λειτουργικός ως κράτος. Στο πλαίσιο της νέας ιδεολογικής εκστρατείας των ΗΠΑ,κατά την δεκαετία του 1990, γιά την “φιλελεύθερη” οικονομική ανάπτυξη με στοιχειώδεις δημοκρατικούς θεσμούς   στις χώρες της περιφέρειας (αντί γιά την γενικευμένη επιβολή δικτατοριών ,όπως κατά τις δεκαετίες 1950-1980), η ανοικοδόμηση της κοινωνικής και κρατικής δομής του Παναμά σήμαινε και την διαμόρφωση ενός “καθοδηγούμενου” κοινοβουλευτισμού και πολιτικού/κομματικού συστήματος. Μετά την αλλαγή εξουσίας η  νέα κυβέρνηση  του Παναμά τέθηκε υπό την “κηδεμονία” ουσιαστικά του CMOTF (=CivilMilitary Operations Task Force) ,ενός πολιτικοστρατιωτικού επιτελείου των ΗΠΑ,το οποίο ανέλαβε τον συντονισμό και υποστήριξη όλων των βασικών υποδομών και κρατικών υπηρεσιών της χώρας,όπως : α) αποκατάσταση των υγειονομικών υπηρεσιών, των επιχειρήσεων κοινης ωφελείας,,των επικοινωνιών κλπ β) διαμόρφωση εκ νέου των υπηρεσιών ασφαλείας και αστυνόμευσης γ) διανομή τροφίμων και ειδών ανάγκης δ) προστασία της ιδιοκτησίας και ασφαλείας των κρατικών αξιωματούχων του Παναμά ε) πάλη κατά των ναρκωτικών κ.α.Η επιχείρηση δημιουργίας και στήριξης θεσμών από το CMOTF ονομάσθηκε “Επιχείρηση Προώθησης της Ελευθερίας ” (“Operation Promote Liberty” ).Ενώ κατά την πρώτη περίοδο η επιβολή της τάξης και των κρατικών λειτουργιών προωθήθηκε από το CMOTF,μετά την επίσημη λήξη της “Δίκαιης Αιτίας” τον Ιανουάριο 1990,η παρακολούθηση και διασφάλιση της κρατικής ανοικοδόμησης συνεχίσθηκε από τον διάδοχό του,το Military Support Group (MSG), το οποίο πέρα από τις καθαρά στρατιωτικές και αστυνομικές λειτουργίες συντόνιζε και αυστηρά πολιτικές υπηρεσίες στήριξης των ΗΠΑ. Ιδίως στον τομέα της τάξης, οι υπηρεσίες των ΗΠΑ (βασικά οι στρατιωτικές υπηρεσίες)  ανέλαβαν την εκπαίδευση και αναδιαπαιδαγώγηση  της αστυνομίας του Παναμά στο πλαίσιο της ιδεολογικής και πρακτικής καταπολέμησης “φαινομένων διαφθοράς”, “ιδιαίτερα αυταρχικών συμπεριφορών” κλπ.(Επανα)δημιουργήθηκε έτσι ένα πλέγμα  απολύτως εμπίστων προς τις ΗΠΑ στελεχών και σχέσεων μέσα στις υπηρεσίες ασφαλείας. Γενικότερα,κατά τα έτη 1990 και 1991, η κρατική μηχανή του Παναμά υπήρξε απολύτως καθοδηγούμενη από τον στρατό των ΗΠΑ και τις υπηρεσίες του,ο οποίος μάλιστα ανέλαβε σε υπέρμετρο βαθμό την πολιτική ανοικοδόμηση του Παναμά (σε βάρος της Πρεσβείας των ΗΠΑ)  και όχι μόνο καθήκοντα τάξης και ασφαλείας..Ετσι,ο ρόλος των πολιτικών υπηρεσιών των ΗΠΑ υπήρξε απολύτως ετερπροσδιοριζόμενος και γενικά οι πολιτικές διαδικασίες ανοικοδόμησης (δημιουργία και στήριξη υποδομών κλπ) υπήρξαν πολύ κατώτερες και αναποτελεσματικές σε σχέση με μελλοντικά άλλα πειράματα  ανοικοδόμησης (π.χ. Αιτή)137.

 

Και μετά όμως το 1991 ο ρόλος των πολιτικών και τεχνικών συμβούλων των ΗΠΑ παρέμεινε καθοριστικός γιά την πολιτική εξέλιξη,την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Παναμά.Μπορεί με ασφάλεια να υποστηριχθεί ότι η επέμβαση του 1989 εδραίωσε και επανεπιβεβαίωσε αυτόν τον ρόλο “πατρωνείας” από την πλευρά των ΗΠΑ.

 

 

5.2. Η περίπτωση της Σομαλίας (1992-1995)

 

Η στρατιωτική επέμβαση στην Σομαλία ξεκίνησε κατ’ αρχήν ως μία ειρηνευτική

( μη εξαναγκαστή έναντι του κράτους)  αποστολή του ΟΗΕ γιά την προστασία της ανθρωπιστικής βοήθειας,εξελίχθηκε σε μία βορειοαμερικανική κυρίως  εξαναγκαστή ανθρωπιστική επέμβαση με την συναίνεση του ΟΗΕ και απέληξε σε μία ανθρωπιστική επέμβαση του ΟΗΕ,αποτυχημένη στην τελική της έκβαση138.

 

Η ανατροπή του επί πολλά έτη δικτάτορα της Σομαλίας  Σιάντ Μπαρέ από αντιπολιτευόμενες αντάρτικες δυνάμεις το 1992 και οι εσωτερικές έριδες ανάμεσα στις ομάδες που τον ανέτρεψαν, η έκρηξη των αντιθέσεων μεταξύ των διαφορετικών “πατριών” και ομάδων,η αποδιάρθρωση του κράτους και ο μεγάλος λιμός (με αποτέλεσμα 300.000 νεκρούς) που συνέπεσε με τους εμφυλίους πολέμους σήμαναν μία κατάσταση “μη κράτους” και μαζικής λιμοκτονίας του πληθυσμού σε συνθήκες.Η διασπάθιση της ανθρωπιστικής βοήθειας από τους τοπικούς πολέμαρχους και η παντελής έλλειψη κρατικών υποδομών γιά την απορρόφηση της βοήθειας  και την “ανάπτυξη” έθεσε στα όργανα του ΟΗΕ το ζήτημα μιάς  στρατιωτικής δύναμης “ειρημευτικού χαρακτήρα” γιά τον έλεγχο της εσωτερικής κατάστασης και την προστασία της ανθρωπιστικής βοήθειας.Με την απόφαση 751/1992 του Συμβουλίου Ασφαλείας συστήθηκε η UNOSOM ως ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ με σκοπό την διασφάλιση διανομής της βοήθειας. Η ίδια η φύση όμως της ειρηνευτικής αποστολής προυποθέτει-συνήθως αλλά όχι πάντοτε- όχι εξαναγκαστή επιβολή της επέμβασης στο κράτος υποδοχής αλλά λειτουργία αυτού του κράτους και διαπραγμάτευση με αυτό,με την συναίνεση των αρχών του.Η διαφορά στην Σομαλία βρισκόταν στην ανυπαρξία ουσιαστικά κεντρικής κρατικής δομής και στην απουσία ενός κράτους που θα συνεργαζόταν με την δύναμη ειρήνευσης139.

Ετέθη λοιπόν πρόβλημα μιάς “μη συναινετικής” ειρηνευτικής δύναμης,μιάς stricto sensu ανθρωπιστικής επέμβασης (επέμβασης εξαναγκαστικής στο πλαίσιο του 7ου Κεφαλαίου ΚΧ  γιά την προστασία της ανθρωπιστικής βοήθειας και αποτροπή “ανθρωπιστικής καταστροφής”)..

 

Η αποτυχία της UNOSOM I να εγγυηθεί την διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας και την ειρήνευση μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών οδήγησε σε μία φάση ενεργούς ανάμειξης των ΗΠΑ στην Σομαλία. Η κυβέρνηση τουG.Bush ανέλαβε διπλωματική πρωτοβουλία και πέτυχε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας γιά την έγκριση μιάς “ανθρωπιστικής” στρατιωτικής επέμβασης στην Σομαλία με κύριο ρόλο και καθοδήγηση των ΗΠΑ. Συστήθηκε με την απόφαση 794/ 3-12-1992 του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ η UNITAF

(United Task Force), με αποστολή την δημιουργία “ασφαλούς περιβάλλοντος γιά τις ανθρωπιστικές επιχειρήσεις στην Σομαλία” και ξεκίνησε,κατά τον τρόπο αυτόν, η

“Επιχείρηση Αποκατάστασης της Ελπίδας” (Operation Restore Hope).Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θεμελίωση -γιά πρώτη φορά σε απόφαση του ΣΑ-της  εξαναγκαστικής ανθρωπιστικής επέμβασης στην βάση της αναγωγής της αναρχίας και ακυβερνησίας μιάς χώρας ( ως καθεστώτος λοιπόν που διακυβεύει το δικαίωμα των ΄πολιτών του στην ζωή)

σε λόγο ανθρωπιστικής επέμβασης με σκοπό την δημιουργία κρατικής δομής και την επιβολή ενός ενιαίου κρατικού δικτύου (von Hippel 2000).Ετσι, το 7ο Κεφάλαιο του ΚΧ ΟΗΕ,δηλαδή η πρστασία της ειρήνης και ασφαλείας με στρατιωτικά μέτρα, συνδέθηκε ρητά με την ενδοκρατική κρίση και την  διεθνή επέμβαση σε αυτήν. Η επιχείρηση “Restore Hope” βασίσθηκε στην νομιμοποιημένη από τον ΟΗΕ στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ ( 28.000 στρατιώτες από τους 37.000 ανήκαν στις ΗΠΑ) και στην στρατιωτική και πολιτική τους διοίκηση και έλεγχο.Πέρα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, βασική διάσταση της ΟRH αποτέλεσε  η απόπειρα δημιουργίας κρατικών και κοινωνικών δομών στην  Σομαλία σε συνεργασία με τις MKO και τις υπηρεσίες του OHE.Και εδώ,όπως και στον Παναμά,προτάχθηκε η αναγκαιότητα με συνεργασία των ΗΠΑ και του ΟΗΕ γιά να επανεκπαιδευθεί και να λειτουργήσει  μία εθνική αστυνομική δύναμη ως βραχίονας ενός κεντρικού κράτους (UN Civilian Police).

Το πρόγραμμα του nation-building συνάντησε πολύ σημαντικές δυσκολίες γιά μία σειρά λόγων : α) από την αδυναμία κατανόησης των τοπικών συνθηκών και της Σομαλικης κουλτούρας β) από την αδυναμία αποτελεσματικού συντονισμού των στρατιωτικών αρχών των ΗΠΑ με τις τεχνικές-πολιτικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ή του ΟΗΕ και τις ΜΚΟ και την επανάληψη ενός αυξημένου ρόλου του στρατού στις πρακτικές ανοικοδόμησης  γ) από προβλήματα συντονισμού και διαχείρισης στο εσωτερικό του ΟΗΕ δ) από δυσκολίες στην συνεργασία ΟΗΕ-ΗΠΑ-άλλων κρατών ενεχόμενων στην επέμβαση,όπως π.χ. η Ιταλία ε) από την τελική μη ανάληψη ευθύνης από τις ΗΠΑ γιά την πολιτική ανοικοδόμηση της Σομαλίας μετά την επέμβαση,η οποία επηρεάσθηκε και από την αλλαγή κομματικής διακυβέρνησης στις ΗΠΑ (άνοδος των Δημοκρατικών από το 1993 και εξής)140.

Ιδίως η αδυναμία να επιτευχθεί, παρά τις επανειλημμένες διαβουλεύσεις, συμφιλίωση μεταξύ των αντιμαχόμενων ομάδων και ελέγχου στις πιό σημαντικές από αυτές,σε συνδυασμό και με την απροθυμία των ΗΠΑ, μετά τις πρώτες απώλειες σε στρατιωτικό προσωπικό, να εμπλακούν σε μία αναμέτρηση με σημαντικές απώλειες οδήγησαν σε άδοξο τέλος την ΟRH και σε αρχή απεμπλοκής των ΗΠΑ από την Σομαλία.Την ακολούθησε η εκ νέου ανάληψη της ευθύνης από τα ΗΕ και η απόφαση του ΣΑ (814/1993) να συστήσει μία

ανθρωπιστική επέμβαση με στρατιωτικές δυνάμεις του ΟΗΕ (UNOSOM II).Η UNOSOM II(στην οποία επίσης μετείχαν οι ΗΠΑ αλλά όχι ως κύρια δύναμη)  είχε πιό περιορισμένο το σκέλος της αναδημιουργίας κρατικών δομών και πιό αναβαθμισμένο εκείνο της σύγκρουσης με τις ένοπλες ομάδες (ιδίως εκείνη του στρατηγού Μ.Αιντίντ) και της εξαναγκαστής επιβολής της ασφαλείας.Η μαζική κλιμάκωση της βίας με σημαντική ευθύνη των δυνάμεων επέμβασης (π.χ. χρήση όπλων κατά του πληθυσμού) καθώς και ορισμένα σημαντικά τακτικά λάθη (π.χ. η επικήρυξη του Αιντίντ με απόφαση των αρχών της UNOSOM II και μετά την απόφαση 837/1993 του ΣΑ ΟΗΕ,η οποία ζητούσε την τιμωρία των υπευθύνων )

είχε ως αποτέλεσμα σχετικά σημαντικές απώλειες (ιδίως στην δύναμη των Rangers των ΗΠΑ) και οδήγησε στην πλήρη στρατιωτική  απεμπλοκή των ΗΕ από την Σομαλία και στην αποτυχία του όλου κύκλου της επέμβασης εντός της διετίας 1994-1995.

Στην περίπτωση λοιπόν της Σομαλίας, η έξωθεν ανοικοδόμηση απέτυχε και αποδείχθηκε αυταπάτη λόγω και της πλήρους αδυναμίας κατανόησης των τοπικών συνθηκών αλλά και της απουσίας συναίνεσης από την πλευρά του τοπικού πληθυσμού. Οι ΗΠΑ ανέλαβαν την πρωτοβουλία κυρίως γιά λόγους “επικοινωνιακούς” και ιδεολογικούς (ως εγγυήτρια υπέρ των α.δ. δύναμη του “ενοποιημένου κόσμου”,ως δύναμη της ειρήνης και ασφαλείας,ως δύναμη που εμπεδώνει την “ανοικοδόμηση” των “αποτυχημένων” (“failed”) εθνών),δευτερευόντως γιά λόγους γεωπολιτικούς (σταθερότητα στο Κέρας της Αφρικής, εγγύτητα με αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο κλπ).Οταν οι επικοινωνιακοί λόγοι εκπληρώθηκαν,η επέμβαση έχασε πλέον κάθε ενδιαφέρον εν όψει και των ιδιαίτερων δτσχερειών της.

 

5.3. Η περίπτωση “αποκατάστασης της δημοκρατίας” στην Αιτή (1994)

 

Αν η Σομαλία στάθηκε η μείζων αποτυχία των διεθνών και ιδιαίτερα των αμερικανικών επεμβάσεων, η Αιτή του 1994  σηματοδότησε,κατά τους αναλυτές,ένα επιτυχημένο “πείραμα”.Οπως είναι γνωστό, η επέμβαση αυτή πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1994  από στρατιωτική δύναμη 20.000 ανδρών εκ μέρους  των ΗΠΑ και του ΟΑΣ (Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών) και μετά από την νομιμοποίησή της με την απόφαση

940/1994 του ΣΑ ΟΗΕ (Επιχείρηση Uphold Democracy).H απόφαση αυτή επίσης καλεσε τα ενδιαφερόμενα κράτη να σχηματίσουν μία πολυεθνική στρατιωτική δύναμη και να  επέμβουν με στρατιωτικά μέσα γιά την ανατροπή του παρανόμου δικτατορικού  καθεστώτος,”την αποκατάσταση της νόμιμης πολιτικής εξουσίας” και την “δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος στην περιοχή”. Η ύπαρξη ενός μη επιθυμητού καθεστώτος από    

την διεθνή κοινότητα (και όχι της απουσίας κρατικής δομής,όπως στην Σομαλία,απόφαση 794/93 ΣΑ) και η μη παράδοση της εξουσίας από αυτό, η παγίωση δηλαδή μιάς αντιδημοκρατικής εσωτερικής διακυβέρνησης,θεωρήθηκε από το ΣΑ συνθήκη αντίθετη στην “ειρήνη και την ασφάλεια” και άρα καταπολεμήσιμη με στρατιωτική επέμβαση του 7ου Κεφαλαίου του ΚΧ ΟΗΕ 141. Γιά πρώτη φορά λοιπόν,ταυτίσθηκε ρητά  η επιθετική συμπεριφορά ενός κράτους κατά της ειρήνης με την μη δημοκρατική διακυβέρνηση,μία πραγματικότητα θεωρούμενη ως τότε (1994) βασικά “εσωτερικό ζήτημα” κάθε κράτους.Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί,εντονότερα από αυτές που αφορούν την Σομαλία, μία τομή στις αντιλήψεις γιά την διάκριση διεθνών και εσωτερικών κρίσεων.Προχωρά δε,όπως έχει υποδειχθεί και από τους φιλοεπεμβατικούς αναλυτές των διεθνών σχέσεων,στην ταύτιση της μακρόχρονης προστασίας των α.δ. με την ανατροπή του “τυραννικού καθεστώτος”.

Αφετηρία της εσωτερικής κρίσης στην Αιτή αποτέλεσε η ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου από τις υπό διεθνή επιτήρηση εκλογές του 1990 Προέδρου J.-B. Aristide με πραξικόπημα έναν χρόνο μετά και η ανάληψη της εξουσίας από τον στρατιωτικό R.Centras.

Το ΣΑ του ΟΗΕ άσκησε πιέσεις και έλαβε οικονομικά μέτρα κατά της στρατιωτικής κυβέρνησης της Αιτής (εμπάργκο) καλώντας το να παραδώσει την εξουσία,ενώ μεγάλο κύμα Αιτινών προσφύγων στράφηκε προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.Μετά την μη τήρηση από τον Centras της συμφωνίας παράδοσης της εξουσίας στον Aristide, το ΣΑ ενέκρινε την επέμβαση στρατιωτικής δύναμης υπό την αιγίδα των ΗΠΑ και του ΟΑΣ.(με την παραπάνω απόφαση 940/1994).Η δύναμη αυτή από 20.000 άνδρες (MultiNational Force)  κατέλαβε την χώρα τον 9.1994 ειρηνικά-η στρατιωτική κυβέρνηση δέχθηκε να αποσυρθεί-  και προχώρησε στην “ανοικοδόμησή” της. Μετά την κυβερνητική αλλαγή,σταδιακά η MNF παρέδωσε την διαχείριση στην UNMIH (United Nations Mission in Haiti), την ειρηνευτική δύναμη του 6ου Κεφαλαίου ΚΧ ΟΗΕ, η οποία και πάλι αποτελείτο κατά το ήμισυ από υπαλλήλους των ΗΠΑ.

 

Οι πραγματικοί λόγοι της επέμβασης υπήρξαν ιδεολογικοί-επικοινωνιακοί,οικονομικοί και γεωπολιτικοί. Η πρώτη κατηγορία αφορά την συνολική εικόνα των “δημοκρατικών” ΗΠΑ της διακυβέρνησης Clinton ως φορέα των “ελευθεριών” και των αντιαυταρχικών

πολιτικών : η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Αιτή (υπό την έννοια τουλάχιστον των ελεύθερων εκλογών) αίρει την εικόνα των ΗΠΑ ως υποκινητή δικτατορικών καθεστώτων στην Λατινική Αμερική και συνδέει τις φιλο-ΗΠΑ ελίτ σε κάθε χώρα με δημοκρατικούς προσδιορισμούς και εύσημα. Ταυτόχρονα, επιτρέπει στις ΗΠΑ να ενισχύουν φιλικές προς αυτές πολιτικές δυνάμεις στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού συστήματος και να αποκλείουν έτσι οποιαδήποτε άλλη (π.χ. μαρξιστική ή αριστερή σοσιαλδημοκρατική) διέξοδο στην ευρύτερη αμερικανική περιφέρεια από αυτήν της “δημοκρατίας της αγοράς”142 και της “ανάπτυξης διά της ενσωμάτωσης στο διεθνές σύστημα”:σταθεροποιούν έτσι τις κοινωνικές και γεωπολιτικές τους επιλογές αποκλείοντας ενδεχόμενα τύπου Κούβας (1959-)  και Νικαράγουας (1979-1990).Από την άλλη πλευρά,όπου η όξυνση των συγκρούσεων δεν επιτρέπει δημοκρατικές λύσεις στην Λατινική Αμερική (π.χ.Περού,Κολομβία) ,οι ΗΠΑ διατηρούν τις ιδιαίτερες  σχέσεις τους και με τα  φιλοδυτικά δικτατορικά ή αυταρχικά  καθεστώτα.Ταυτόχρονα, η “πάλη γιά την δημοκρατία” λειτούργησε ενδυναμώνοντας το κύρος και την πολιτική ισχύ των ΗΠΑ εντός του ΟΑΣ ως περιφερειακού συμφώνου143.

Η “Ανοικοδόμηση” της Αιτής από το προσωπικό των ΜΝF και UNMIH  μετά την ανατροπή του Centras και την επιστροφή του Aristide θεωρήθηκε ένα επιτυχημένο πείραμα κρατικής επαναθεμελίωσης. Στα προτερήματά του συγκαταλέχθηκαν : α) η επιτυχής στρατιωτική διασφάλιση από την ΜΝF των σημείων ασφαλείας και των κρατικών εγκαταστάσεων/υπηρεσιών στην πρώτη φάση, β) η αναδόμηση και μεταρρύθμιση των αστυνομικών,στρατιωτικών και δικαστικών μηχανισμών με πρωταγωνιστές τις υπηρεσίες των ΗΠΑ και της UNMIH .Και πάλι τέθηκε σε ισχύ ένα πρόγραμμα αναμόρφωσης και επανεκπάιδευσης του προσωπικού της αστυνομίας (CIVPOL-όπως στον Παναμά) κατά της διαφθοράς,του ιδιαίτερου αυταρχισμού, του εμπορίου ναρκωτικών  κλπ,  γ) η σταθεροποίηση των εκλογών και η προώθηση ενός προγράμματος “επανακατασκευής” των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος.Πρόκειται και εδώ γιά την τάση “αναθέρμανσης” της συμμετοχής σε κοινωνίες με ασθενή πολιτικό ιστό και επαναδιαπαιδαγώγησης των πολιτών προς “κοινοβουλευτικές” πολιτικές πρακτικές, δ) η οικονομική μεταρρύθμιση σε φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση,όπως έχει εκτεθεί, ε) ο περιορισμός των στρατιωτικών αρχών της επέμβασης σε αμιγώς καθήκοντα ασφαλείας και η ανάθεση ανοικοδόμησης των υποδομών και του κράτους σε πολιτικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και του ΟΗΕ,οι οποίες πέτυχαν καλό συντονισμό μεταξύ τους στην συγκεκριμένη περίπτωση, στ) η έμφαση στην οικονομική και κοινωνική “ανάπτυξη”,υπολογίζοντας τοπικές ιδιαιτερότητες.

Ο επιτυχής συντονισμός των πολιτικών υπηρεσιών του “πολιτισμένου κόσμου” στην Αιτή δημιούργησε ένα σημείο αναφοράς υπέρ των διεθνών επεμβάσεων σε “αυταρχικά και διεφθαρμένα καθεστώτα”.Ενίσχυσε ιδίως την λογική του promote democracy“,σύμφωνα με την οποία,σε αυτές τις κοινωνίες,οι πολίτες έχουν αποξενωθεί ή και κάν μη εκμάθει τις πολιτικές διαδικασίες και άρα απαιτείται ένα ιδιαίτερο “δυτικό know- how” γιά την επιστροφή αυτών των κοινωνιών στην δημοκρατία. Ενα know- how,το οποίο εγκλείει

βεβαίως και συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνταγές οικοδόμησης,όπως κυρίως αυτή της φιλελεύθερης διεθνοποίησης/παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου.

Από την άλλη πλευρά, η θεωρία των “αποτυχημένων κρατών” και της “τεχνολογίας ανακατασκευής τους” ανακαλεί στο παρόν με σαφήνεια την αποικιοκρατική ιδεολογία και την αντίληψη της αδυναμίας αυτόνομης προσαρμογής των λαών του Γ’ Κόσμου στην δημοκρατία144.Παρά το ότι τώρα αυτή η ιδεολογία δεν αναφέρεαι μόνον στις υποδομές αλλά και στην “δημοκρατία”,ενέχει με σαφήνεια την ιδεολογία των “φωτισμένων λαών”,όπως αυτή μεσουράνησε κατά τον 19ο αιώνα,ιδίως στο πλαίσιο της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας

( και Chomsky 2000).  .

 

5.4. Η περίπτωση της  “πολυεθνικής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης” (1992-2001)

 

Η επέμβαση του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην Βοσνία αποτέλεσε επίσης μία “διεθνώς νόμιμη επέμβαση” ,με απόφαση του ΣΑ ΟΗΕ,όπως και η Σομαλία του 1992-1995 ή η Αιτή του 1994.Η διαφορά με τις προηγούμενες επεμβάσεις έγκειται στον εθνοτικό χαρακτήρα της σύγκρουσης στο κράτος υποδοχής και στην απόρροια της παραβίασης α.δ. από αυτήν ακριβώς την σύγκρουση.

Η κρίση στην Βοσνία αποτέλεσε πλευρά της όλης εθνικής  σύγκρουσης από την διάλυση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας,η οποία ξεκίνησε με τις ανεξαρτητοποιήσεις της Κροατίας και της Σλοβενίας το 1991 και την αναγνωρισή τους από τις χώρες της Ευρωπαικής Ενωσης145.Η αποδιάρθρωση του γιουγκοσλαβικού οικοδομήματος όξυνε τις προυπάρχουσες εθνοτικές διαφορές σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι  οι ηγεσίες των επιμέρους δημοκρατιών είχαν ριζικά διαφορετικές προσεγγίσεις γιά την οικονομική ανακατανομή των πόρων εντός της ΟΔΓ  και γιά την σχέση κάθε δημοκρατίας με την Δύση και ειδικότερα με την Ευρωπαική Ενωση146.

 

Η αποχώρηση της Κροατίας και της Σλοβενίας από την Ομοσπονδία και η σύγκρουσή τους με μία Ομοσπονδία υπό τον έλεγχο ουσιαστικά της Σερβίας πυροδότησε εντός του 1992 και την διαδικασία ανεξαρτητοποίησης της Βοσνίας, στην οποία συνυπήρχαν μέχρι τότε ως ιδρυτικές εθνότητες της ΟΔΓ Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, Σέρβοι,Κροάτες και Γιουγκοσλάβοι πολίτες χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Η ανακήρυξη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης  ως ανεξάρτητου κράτους την 3-3-1992 -και παρά την στάση μερίδας πολιτών,οι οποίοι επέμεναν στην παραμονη της Βοσνίας εντός μιάς πολυεθνικής ΟΔΓ (Silber-Little 1995) -ακολουθήθηκε από την μη νομιμοποίηση της πράξης αυτής εκ μέρους της σερβο-βοσνιακής ηγεσίας, (η οποία ανακήρυξε την Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας) και από την έναρξη πολέμου ανάμεσα στους Σερβο-βόσνιους και τους συνασπισμένους Κροάτες και Βόσνιους Μουσουλμάνους,συχνά δε και μεταξύ των δύο τελευταίων εθνικών ομάδων. Οι Σερβο-βόσνιοι,επικουρούμενοι και από τμήματα του Γιουγκοσλαβικού Λαικού Στρατού,  κατέκτησαν ως τα τέλη του 1992 εδάφη αντίστοιχα στο 70 % της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και σημαντικά ανώτερα της πληθυσμιακής τους αναλογίας (παρά τον αντίλογο ότι σημαντικό τμήμα αυτών των υπέρτερων εδαφών κατοικούνταν ιστορικά και από Σέρβους, βλ. Parenti 2001)..Στην διάρκεια αυτών των συγκρούσεων (1992-1993) κλιμακώθηκαν οι βιαιοπραγίες σε βάρος του αμάχου πληθυσμού,οι μετακινήσεις πληθυσμών και οι πράξεις εθνοκάθαρσης από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές (von Hippel 2000,Αλμπάνης 2001).Στα δυτικά ΜΜΕ κορυφώθηκε η εικόνα των σερβικών εγκλημάτων και ακροτήτων, παρά το ότι σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου και δολοφονίες τελέσθηκαν και από τους Κροάτες και Βόσνιους-Μουσουλμάνους (Parenti 2001).

 

Το ΣΑ των ΗΕ άρχισε από το 1992 να λαμβάνει μέτρα υπέρ της “ειρήνης και ασφαλείας”, γιά τον έλεγχο των συγκρούσεων και γιά την προστασία των αμάχων και των πληττόμενων κάθε φορά εθνικών πληθυσμών. Ηδη,με την απόφαση 749/1992 το ΣΑ κάλεσε τις αντιμαχόμενες πλευρές στην αποχή από την χρήση βίας  και αποφάσισε την ανάπτυξη της ειρηνευτικής δύναμης UNPROFOR στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη με σκοπό “την διαμόρφωση

ενός περιβάλλοντος ειρήνης και ασφαλείας απαραίτητου γιά μία συνολική διαπραγμάτευση της κρίσης”. Η δύναμη αυτή,λόγω του μικρού αριθμού της και του ελαφρού της οπλισμού,δεν πέτυχε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον έλεγχο των συγκρούσεων.Επίσης,με τις αποφάσεις  752/1992 και 757/1992 το ΣΑ των ΗΕ ζήτησε την αποχώρηση του Γιουγκοσλαβικού Στρατού από το έδαφος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και

ενέκρινε την επιβολή οικονομικών και διπλωματικών κυρώσεων στην ΟΔΓ,σχετικών με την εμπλοκή της στην βοσνιακή κρίση.Ηδη από το καλοκαίρι του 1992 το ΝΑΤΟ και η Δυτικοευρωπαική Ενωση ανέλαβαν ως περιφερειακές οργανώσεις να υποστηρίξουν απο θάλασσα και αέρα την επιβολή των μέτρων του ΟΗΕ σε βάρος της ΟΔΓ. Η εξουσιοδότηση υπέρ της δράσης του ΝΑΤΟ γιά την  προστασία της ανθρωπιστικής βοήθειας και την “αποτροπή των εθνοκαθάρσεων” (ιδίως από την πλευρα των Σερβο-βοσνίων) έγινε σαφέστερη με την απόφαση 781/1992 ΣΑ,η οποία απαγόρευσε στρατιωτικές πτήσεις στον εναέριο χώρο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ,και με την απόφαση 816/1993,η οποία εξουσιοδότησε τα κράτη-μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα γιά τον τερματισμό των παραβιάσεων της απαγόρευσης πτήσεων,απόφαση,η οποία υλοποιήθηκε με μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου του ΝΑΤΟ147.

Οι αποφάσεις αυτές του ΣΑ συνδέονται και με τα εγχειρήματα γιά διεθνή επίλυση με πρωτοβουλία της Ευρωπαικής Ενωσης,όπως τα σχέδια “Vance Owen” ή “Owen-Stoltenberg”κατά την περίοδο 1992-1993,τα οποία καταλήγουν σε αδιέξοδο.

 

Η ένταση των συγκρούσεων στα 1994-1995,με προεξάρχον γεγονός την πολιορκία και βομβαρδισμό του Σεράγεβο,και με διαρκούσες τις συγκρούσεις τόσο στην Β-Ε όσο και στην Σερβική Κροατία (Σλαβονία,Κράινα κλπ), παγίωσε μία πολιτική των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαικών χωρών υπέρ της αποτροπής της σερβικής επέκτασης (ως του ισχυρότερου “παίκτη” στην περιοχή,του οποίου τα εθνικιστικά σχέδια αντέβαιναν μερικώς στην επιδιαιτητική δράση των δυτικών δυνάμεων)  και της διαμόρφωσης ενός αντισερβικού άξονα,με τον σχηματισμό της Κροατο-Μουσουλμανικής Ομοσπονδίας..Στην διάρκεια του καλοκαιριού 1995 η διεθνής αντισερβική πρωτοβουλία εκδηλώθηκε τόσο με την ενίσχυση από το ΝΑΤΟ της κροατικής επίθεσης στην Κράινα, η οποία κατέληξε στην ολοκληρωτική εθνοκάθαρση 150.000 Σέρβων της Κράινα, και ταυτόχρονα στον εξαναγκασμό των Σερβο-βοσνίων να άρουν την πολιορκία του Σεράγεβο με συνεχή βομβαρδισμό των θέσεών τους από την αεροπορία του ΝΑΤΟ. Τελικώς, και μετά από συστηματική διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών και των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ (υπό την πρωτοκαθεδρία του R.Holbrooke και της διπλωματάις των ΗΠΑ)  και με δεδομένη την έκβαση της ήττας των Σέρβων και Σερβοβοσνίων υπογράφεται τον Νοέμβριο 1995 η συνθήκη του Dayton,η οποία παγιώνει μία χαλαρή  συνομοσπονδιακή μορφή στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη μεταξύ του κροατομουσουλμανικού τμήματος (“Κροατομουσουλμανική Ομοσπονδία)  και της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας (“Republika Sprska”).. Τον έλεγχο των συγκρούσεων,τον αφοπλισμό των μερών και την τιμωρία των υπευθύνων γιά “εγκλήματα πολέμου” αναλαμβάνει μία στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ, η οποία και αναπτύσσεται στο έδαφος της συνομοσπονδίας,αρχικά η “Δύναμη Εφαρμογής” ή IFOR και στην συνέχεια  η “Δύναμη Σταθεροποίησης” ή SFOR. Ο στρατιωτικός διοικητής της Βοσνίας (ανώτατος αξιωματικός του ΝΑΤΟ) συνεργάζεται με τις πολιτικές αρχές της χώρας και με τις πολιτικές υπηρεσίες των ΗΕ-ΗΠΑ-ΝΑΤΟ για΄την εφαρμογή της συνθήκης.

 

Η μετα-Νταίυτον Βοσνία-Ερζεγοβίνη αποτέλεσε το πρώτο ουσιαστικά πείραμα “εθνικής ανοικοδόμησης” αποδιαρθρωμένης κρατικής δομής και ταυτόχρονα διεθνούς στρατιωτικής διοίκησης και επιτήρησης στην διαδικασία ανοικοδόμησης στο ευρωπαικό έδαφος. Η διαδικασία αυτή επιτηρείται επίσης από τις χώρες της Ομάδας Επαφής,όπου μετέχουν και μη Νατοικές δυνάμεις. Οι στόχοι της ανοικοδόμησης ειδικά στην Βοσνία αφορούν : α) τον έλεγχο των ενόπλων συγκρούσεων β) την τήρηση της ασφαλείας και τάξης  γ) την προστασία των α.δ. δ) την επιτηρούμενη εκλογική-δημοκρατική διαδικασία και την ανασύστασή της ε) την επιστροφή των προσφύγων και αγνοουμένων στ) την δίωξη των “εγκληματιών πολέμου” ζ) την δημιουργία εκπαιδευτικών δομών η) την διαμόρφωση μιάς “οικονομίας αγοράς”,η οποία να λειτουργεί148. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο τύπος οικονομικής ανάπτυξης εγγράφεται ρητώς σε όλες τις μεταψυχροπολεμικές ανασυγκροτήσεις.

 

Η “ανοικοδόμηση” της Β-Ε,σύμφωνα με την συνθήκη του Dayton, αποτελεί κοινό έργο

των δυνάμεων και υπηρεσιών του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ. Το σκέλος,το οποίο αφορά την διενέργεια των εκλογών, την ανασύνταξη των δημοκρατικών θεσμών,την επιστροφή των προσφύγων, την δράση των διεθνών οργανώσεων αφορά τον Υψηλό Απεσταλμένο των ΗΕ

(UNCHR) σε συνεργασία και με τις υπηρεσίες της ΟΑΣΕ (Οργάνωση γιά την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη) ,ενώ το σκέλος της ασφαλείας, της αστυνόμευσης  και της σύλληψης των “εγκληματιών πολέμου” έχει ανατεθεί στην SFOR και στον στρατιωτικό διοικητή της Β-Ε.

Αυτό όμως το δυαδικό σκέλος διευθέτησης των προβλημάτων της ανοικοδόμησης δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού στην πράξη.Οπως γίνεται δεκτό από τους περισσότερους αναλυτές,ο συντονισμός των διαφορετικών πεδίων ανασυγκρότησης πργματοποιείται εντός των κυβερνητικών υπηρεσιών των ΗΠΑ (Συμβούλιο Εθνκής Ασφαλείας, State Department,USAID κ.α.),οι οποίες έχουν συμπήξει μία ειδική επιτροπή γιά την Βοσνία όπως και γιά την Αιτή. Μέσω αυτών των υπηρεσιών η κυβέρνηση των ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ελέγχουν έστω και υπό την μορφή της “εκτέλεσης” την διαδικασία ανασυγκρότησης στην συνομοσπονδία.

 

Αλλά και ανεξάρτητα από την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ επί του ΟΗΕ, η ίδια η συνομοσπονδία παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα ως προς τον αυτοκαθορισμό της ως “κυρίαρχο κράτος” και ως προς την αυτόνομη λειτουργία  των δημοκρατικών θεσμών σε αυτήν. Αυτά τα προβλήματα,όπως έχει αναδειχθεί από πρόσφατες κριτικές μελέτες149,

σχετίζονται  θετικά με την ενδυνάμωση και το απεριόριστο των “εντολών” και αρρμοδιοτήτων των διεθνών οργάνων και αρνητικά με την καχεξία των πολιτικών αρμοδιοτήτων του βοσνιακού λαού (ή λαών)   και την ιδεολογία,η οποία αρύεται και αλληλοτροφοδοτείται από αυτήν την καχεξία..

Οι αρμοδιότητες του Υψηλού Απεσταλμένου αλλά και των επεμβαινουσών ξένων κυβερνήσεων (της Ομάδας Επαφής από τις ΗΠΑ, Βρεττανία, Γερμανία, Γαλλία,Ιταλία,Ρωσία ,τις βασικές δηλαδή χώρες και του G-8, και του Συμβουλίου Εφαρμογής της Ειρήνης -PIC) ,σχεδιασμένες αρχικά γιά την μεταβατική περίοδο μικρού χρονικού διαστήματος, παρατάθηκαν στην συνέχεια διαδοχικά και χωρίς καμία εσωτερική νομιμοποίηση.Παρατάθηκε έτσι επ’ αόριστον και η διεθνής εποπτεία στα εσωτερικά κρατικά όργανα. Επίσης, η αντικατάσταση της IFOR από την SFOR επήλθε χωρίς άμεση  θεμελίωση στην Συνθήκη του Dayton αλλά στην βάση της διαρκούς ανάγκης γιά εξωτερική αστυνόμευση και επιβολή ασφαλείας.Η εφαρμογή των αρμοδιοτήτων του ΥΑ ιδίως τηρείται από ένα πολύπλευρο δίκτυο υπηρεσιών των ΗΕ,του ΝΑΤΟ,του ΟΑΣΕ,της Ευρωπαικής Ενωσης ,του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, από το σύνολο δηλαδή των βασικών θεσμών ηγεμονίας του δυτικού κόσμου.

 

Παρά το ότι εκλογές διεξήχθησαν  στην Βοσνία γιά την ανάδειξη αρχών τόσο σε “κρατιδιακό” όσο και σε συνομοσπονδιακό επίπεδο, τα νομοθετικά σώματα αλλά και οι εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν απέκτησαν ποτέ το “τεκμήριο της αρμοδιότητας” απέναντι στον ΥΑ και στα διεθνή όργανα.Επιπλέον δε,πέρα από την προτεραιότητα των παρεμβάσεων του ΥΑ επί των πολιτικών των βοσνιακών οργάνων, αυτός διατήρησε και το προνόμιο να απομακρύνει ή και να διαλύει όργανα με “παρακωλυτικό” (“obstructive”) χαρακτήρα.Μπορεί να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις σε τοπικό επίπεδο γιά μη συμμόρφωση προς τις συστάσεις του, να καθορίσει τον χρόνο και τόπο των συσκέψεων κυβερνητικών οργάνων, να παρέμβει και καθορίσει ή αναστείλει την λειτουργία των ΜΜΕ, να απολύσει κρατικούς αξιωματούχους σε οποιοδήποτε επίπεδο διαφωνούν με την πολιτική του, να καθορίσει τις βασικές γραμμές της νομοθεσίας και της εκτελεστικής εξουσίας (στα οποία τα εθνικά σώματα συνεισφέρουν δευτερεύουσες αλλαγές), να παρέμβει ανοιχτά στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος στα κρατίδια ή την συνομοσπονδία-ειδικά στην περίπτωση της “Σερβικής Δημοκρατίας” οι παρεμβάσεις του ΥΑ έτειναν συχνά στην επιβολή λύσεων,όπως διενέργεια εκλογών, σχηματισμός συμμαχικών κυβερνήσεων με αποκλεισμό του “εθνικιστικού” SDS, απομάκρυνση εκλεγμένων ηγετών κλπ (Chandler 2000). Ομοια, ο ΥΑ παρεμβαίνει και στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,επιβάλει συμμαχίες,απομακρύνει τους “παρακωλυτικούς” τοπικούς άρχοντες και δημάρχους κλπ.

Πρόκειται γιά εξουσίες αντίστοιχες περισσότερο στους “αρμοστές” της αποικιακής περιόδου παρά σε προσωρινούς “μεσολαβητές” έναντι κυρίαρχων και ανεξάρτητων κρατών.

 

Αυτή η  υποβάθμιση αρμοδιοτήτων  του εκλογικού σώματος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης οδηγεί σε μία παρακμή της ίδιας της πολιτικής κουλτούρας των πολιτών της αλλά και σε ένα βάθεμα της “απόστασης” ανάμεσα στις εθνότητες και της αδυναμίας αυτές να συνυπάρξουν,δημιουργώντας ένα ενιαίο πολιτικό σώμα ή και να αυτοδιοικηθούν κάθε μία γιά τον εαυτό της.Αντί η πολιτική των διεθνών εποπτικών οργάνων να ενισχύσει την συμμετοχή καθώς και την αποκέντρωση της εξουσίας,ευνόησε μία -εν όψει του μη κρίσιμου χαρακτήρα των εσωτερικών οργάνων-απομάκρυνση από την πολιτική διαδικασία, μία “ανασφαλή ατομικοποίηση” καθώς και την συγκρότηση πελατειακών-“νεοφεουδαλικών”150 δικτύων προστασίας-υποταγής ανάμεσα στους πολίτες και.τους φορείς πρόσβασης  στην ισχυρή διεθνή εποπτεία και τους εκφραστές της. Η παροχή ή η μη παροχή  της ανθρωπιστικής βοήθειας από την Δύση αποτελεί σημαντικό μοχλό πίεσης. γιά την υπαγωγή  στην παραπάνω αρχιτεκτονική εξουσίας.

Αλλά και οι εθνοτικές διαφορές δεν φαίνεται να βρίσκουν πεδίο επίλυσης,παρά τις αναφορές στην μετα-Dayton ” δυνάμει πολυπολιτισμική” Βοσνία. Η σχεδιασμένη από τα πάνω κατανομή ισχύος ανάμεσα στις εθνότητες στα τοπικά  όργανα, η παρέμβαση γιά “τεχνικές επίλυσης”, η απόσυρση από την δυνατότητα σχεδιασμού ενός κοινού μέλλοντος ενισχύει την εκτίμηση ότι το Dayton ενισχύει την εθνοτική περιχαράκωση της Βοσνίας (von Hippel 2000). Καίριο ζήτημα αποτελεί εδώ ο αποκλεισμός της δυνατότητας αυτοτελούς διαπραγμάτευσης μεταξύ των ίδιων των εθνοτήτων και το “προνόμιο” του ΥΑ και των ξένων κυβερνήσεων να διαχειρίζονται “αποικιακά” τις εθνοτικές συγκρούσεις και διαφορές. Αυτό το πείραμα θα επαναληφθεί και στο Κόσοβο μετά την ειρήνη του Ιουνίου 1999.

 

Τέλος, η διογκωμένη αρμοδιότητα ελέγχου και εποπτείας των διεθνών οργάνων ειρήνευσης καλλιεργεί μία ιδεολογία “ανωριμότητας των Βοσνίων γιά την δημοκρατία”

και παραχώρησης εκ των άνω των “προστατευομένων δικαιωμάτων”,’ενα είδος δηλαδή φιλελεύθερου αυταρχικού ελιτισμού.Αυτή η ιδεολογία εκφράσθηκε είτε μέ δηλώσεις του τύπου ότι “Το πολιτικό επίπεδο των Βοσνίων ψηφοφόρων δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό”151 είτε

με τοποθετήσεις ότι “οι Βόσνιοι δεν έχουν ακόμη προσαρμοσθεί στο κομματικό φαινόμενο152 είτε τέλος ακόμη και με την εκτίμηση (π.χ. μερίδας του βρετανικού τύπου) ότι η επίλυση της κρίσης  δεν μπορεί να γίνει με εκλογικά μέσα και ότι τελικά η Βοσνία χρειαζόταν ένα αμεσότερο “ημιαποικιακό καθεστώς”.

 

Η συνολική πορεία αυτών των τάσεων και ιδεολογημάτων γύρω από το πείραμα “ανοικοδόμησης” στην Βοσνία δείχνει μία απίστευτη έλλειψη εμπιστοσύνης στην δυνατότητα των εθνοτήτων και “λαών” της Βοσνίας να αυτοδιοικηθούν και να συνεννοηθούν. Αποδεικνύει ακόμη εναργώς ότι ένας λόγος “εκ των άνω” προστασίας κια ασφαλείας ορισμένων βασικών ατομικών δικαιωμάτων (ζωή,σωματική ακεραιότητα, προσωπική ελευθερία κλπ),όταν αποσυνδέεται από την ενεργοποίηση της δημοκρατικής δυναμικής, καταλήγει σε μία ελιτιστική, αυταρχική αλλά και ρατσιστική τελικά μορφή-αφού γίνεται δεκτό ότι οι “λαοί” των αποτυχημένων κρατών μετά δυσκολίας και με υποστήριξη μόνο διεξάγουν εκλογές αλλά και ότι η εξουσία που απορρέει από αυτές τελεί υπό αίρεση, διαπραγμάτευση και κηδεμονία 153.

 

 

 

 5.5. Κοσσυφοπέδιο 1999:  από την σερβική καταπίεση στην Νατοική κηδεμονία,

από την “καταστρατήγηση” στην άρνηση του διεθνούς δικαίου 

 

   5.5.1. Η κρίση του 1989-1998

 

Το Κοσσυφοπέδιο υπήρξε από τον 19ο αιώνα και εξής πεδίο αναμέτρησης ανάμεσα στους συγκροτούμενους και συγκρουόμενους εθνικισμούς της Σερβίας και της Αλβανίας. Κάθε πλευρά επεδίωξε να το εντάξει στην ιδιαίτερη εθνική ιστορία της ως “ορόσημο” και “κοιτίδα” αυτής (π.χ. η Σερβία διά του ιδιαίτερου τονισμού της μάχης του 1389 κατά των Οθωμανών, η Αλβανία διά της “Λίγκας του Πρίζρεν” κλπ)).Κατά περιόδους η εθνοτική του σύνθεση και αναλογία μεταβλήθηκε σημαντικά, ακόμη και μέσα στον 20ο αιώνα, με σταδιακές αποχωρήσεις σερβικών και αλβανικών πληθυσμών και συνειδητές πολιτικές “εθνοκάθαρσης”. Στους Βαλκανικούς και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) το Κοσσυφοπέδιο κατακτήθηκε,απωλέσθηκε (υπό αυστριακή διοίκηση)  και επανακτήθηκε από την Σερβία, παρά την ενεργή αντίθεση του αλβανικού στοιχείου.Στην διάρκεια του μεσοπολέμου οι σερβικές αρχές επέφεραν αντίποινα σε βάρος των  αλβανικών πληθυσμών,στόχευσαν στην απομάκρυσνσή τους  και συγκρούσθηκαν με αλβανικές ανταρτικές ομάδες (κατσάκ)  154.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σημαντικό μέρος του αλβανικού (πλειοψηφικού ήδη) πληθυσμού τάχθηκε με τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις και επεδίωξε την πλήρη απόσυρση του σερβικού πληθυσμού από την περιοχή155. Σε γενικές γραμμές, ο ανταρτικός  στρατός του Τίτο δεν είχε σημαντικές στρατολογήσεις στην περιοχή ούτε απέκτησε ως την παγίωση της αντιφασιστικής νίκης καθοριστική επιρροή.

Μετά τον πόλεμο,το Κοσσυφοπέδιο ενετάχθη,παρά τις διαθέσεις των Αλβανών Κοσοβάρων, στην Σερβία διατηρώντας υπό το σοσιαλιστικό γιουγκοσλαβικό Σύνταγμα περιφερειακή αυτονομία, με τον οργανωτικό όμως έλεγχο της τοπικής κομμουνιστικής διοίκησης να είναι συγκεντρωμένος ιδίως στα χέρια των Σέρβων λόγω της μη ισχυρής  στελέχωσης του ΚΚ μεταξύ των Αλβανών.Μετά την απομάκρυνση του Ράνκοβιτς ( 1966) ως δεύτερου ισχυρού ανδρός μετά τον Τίτο, η θέση των Αλβανών άρχισε να αναβαθμίζεται εντός της τοπικής Ενωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας και της τοπικής διοίκησης.

 

Απώτατο σημείο αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου αποτέλεσε το καθεστώς συνταγματικής  αυτονομίας του εντός της Σερβίας από το 1974 ως το 1989,το οποίο ετέθη με το Σύνταγμα του 1974.Αν και κατ’όνομα το Κοσσυφοπέδιο  ανήκε ακόμη στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Σερβίας, οι αρμοδιότητες των τοπικών αρχών ήταν πλέον ευρύτατες (ουσιαστικά μόνο η άμυνα,η ασφάλεια και η εξωτερική πολιτική υπάγονταν στην Σερβική  Δημοκρατία και στην Ομοσπονδία ) με αποτέλεσμα να έχει στην πραγματικότητα καθεστώς Δημοκρατίας (ομόσπονδου κρατιδίου),να αντιπροσωπεύεται διά αντιπροσώπου στο Προεδρείο της Ομοσπονδίας  αλλά και να συγκαθορίζει ταυτόχρονα την πολιτική της Σερβίας στέλνοντας αντιπροσώπους στο σερβικό κοινοβούλιο156. Εκτός από αυτόνομο κοινοβούλιο το κατ’ουσίαν  κρατίδιο είχε αυτοτελές Συνταγματικό Δικαστήριο,αυτοτελή σημαία και σύμβολα.Υπό την “αυτονομία” η κυριαρχία του πλειοψηφικού αλβανικού πληθυσμού επί του σερβικού εντείνεται κατά τρόπο σαφώς ανταγωνιστικό παρά “συνυπαρξιακό-πολυπολιτισμικό” : η σύνθεση του πληθυσμού μεταβάλλεται ακόμη περισσότερο σε βάρος των Σέρβων και των λοιπών μη αλβανικών μειονοτήτων (φθάνοντας το 15 % περίπου γιά τους Σέρβους κατά την κρίση του 1998-1999 και το 85 % γιά τους Αλβανούς  ).Το μέσο αυτής της μεταβολής αντιστοιχεί κυρίως στην εξαγορά από τις αλβανικές οικογένειες των σερβικών ιδιοκτησιών  στην βάση χρημάτων συγκεντρωμένων από τις αλβανικές παροικίες του εξωτερικού και στην συνδρομή  ανισοτήτων διοικητικής φύσης υπέρ των Αλβανών -αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων υπήρξε η ώθηση τμήματος των Σέρβων να κινηθεί προς την Σερβία και να εγκαταλείψει το Κοσσυφοπέδιο 157.

 

Η δεκαετία του 1980 κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους : από την μία πλευρά, οι πιό “ακραίοι” Αλβανοί εθνικιστές  θέτουν ζήτημα απόσχισης/ανεξαρτησίας από την Ομοσπονδία με την βασικά νεολαιίστικη εξέγερση της Πρίστινα το 1981. Στον πυρήνα αυτών των ρευμάτων,ιδίως στις ενβερικές (Ενβέρ Χότζα) μ-λ ομαδοποιήσεις,  θα πρέπει να αναζητηθούν και οι πρόδρομοι του κατοπινού KLA ( Κosova Liberation Army -Απελευθερωτικός Στρατός Κοσόβου ). Η ανάπτυξη και καταστολή αυτής της εξέγερσης από τις γιουγκοσλαβικές δυνάμεις ασφαλείας θα ενισχύσει την εθνοτική σύγκρουση αλλά και την ανασφάλεια των μειοψηφικών Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου.  Στον αντίπαλο πόλο της “απόσχισης” ενισχύεται η πίεση στο Σερβικό Κομμουνιστικό Κόμμα   να άρει/αναστείλει  το καθεστώς συνταγματικής αυτονομίας και να ενσωματώσει πλήρως την περιοχή στο σερβικό κοινοβούλιο και διοίκηση.

Η πίεση αυτή συμπίπτει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με την εντεινόμενη  αποδιάρθρωση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας (FRY) : η αποδιάρθρωση οφείλεται τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς λόγους.Σε ένα γενικότερο διεθνές πλαίσιο “κατάρρευσης” και πτώσης του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού”, η Ομοσπονδία αρχίζει να χάνει τα ενοποιητικά της κοινωνικά και πολιτικά  στοιχεία και δεν αναδεικνύεται μία ηγεμονική βούληση ή κοινωνική δυναμική  η οποία να αποπειραθεί πειστικά και αποτελεσματικά την διάσωσή της (Π.Σωτήρης 1999). Οι περιφερειακές ελίτ των Δημοκρατιών ανταγωνίζονται γιά την διανομή  των ομοσπονδιακών πόρων,οι δε πλουσιότερες από αυτές ( Σλοβενία, Κροατία) αρχίζουν να αναζητούν διέξοδο στην Ευρωπαική Ενωση και έξω από τις ομοσπονδιακές δεσμεύσεις και την διανομή υπέρ των “φτωχών”. Στον αντίποδα αυτής της “αποσχιστικής” τάσης, αναπτύσσεται στο Σερβικό Κομμουνιστικό Κόμμα η τάση πλήρους ηγεμόνευσης της Σερβίας στην Ομοσπονδία γύρω από την μορφή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και προστασίας των σερβικών “εθνικών δικαίων”.Ο σερβικός εθνικισμός αλληλοτροφοδοτείται με τις αποσχιστικές τάσεις (Silber/Little 1995).  Το αδιέξοδο αναζήτησης μιάς πραγματικά ομοσπονδιακής στρατηγικής εντείνεται από τους όρους δανεισμού και την επιβολή μιάς αυστηρά νεοφιλελεύθερης πολιτικής λιτότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα κυρίαρχα ιμπεριαλιστικά κράτη : η κρίση των δημοσίων οικονομικών επιτείνει τον ανταγωνισμό και τις κεντρόφυγες τάσεις, καθώς και την προσφυγή  στον εθνικισμό ως μέσο κοινωνικής χειραγώγησης 158.

Η “διάσωση” του Κοσσυφοπεδίου γιά τους Σέρβους, αποτέλεσε κεντρικό σημείο

συγκρότησης του σερβικού εθνικισμού,ενός εθνικισμού -παρά την συστηματική δυτική προπαγάνδιση- όχι αναγκαστικά φονικότερου και αυταρχικότερου από εκείνους των λοιπών πρώην γιουγκοσλαβικών ιθυνουσών τάξεων,ιδίως του κροατικού 159.  Στην πράξη, τα πραγματικά προβλήματα υποβάθμισης των μειοψηφικών Σέρβων αποτέλεσαν τον κινητήρα γιά την αναστολή της αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου το 1989 εκ μέρους της σερβικής ηγεσίας και γιά την έναρξη μιάς περιόδου σερβικής  πολιτικής καταπίεσης στην αλβανική πλειοψηφία του Κοσσυφοπεδίου. Το ότι αυτή η καταπίεση επί  της πλειοψηφίας ανέστρεψε μία προγενέστερη  καταπίεση επί της μειοψηφίας στο Κοσσυφοπέδιο δεν αίρει τον χαρακτήρα της : η κατάργηση των αρμοδιοτήτων αυτοκαθορισμού του κοινοβουλίου της Πρίστινα σήμανε μία κατάσταση “έκτακτης ανάγκης”,μέσα από την οποία η σερβική διοίκηση και οι σερβικές δυνάμεις ασφαλείας μονοπώλησαν την εξουσία στην περιοχή.

Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση αλλά και οι κατώτερες και μέσες εκπαιδευτικές βαθμίδες

απέκτησαν βασικά σερβικό χαρακτήρα, ενώ σημαντικό τμήμα της αλβανικής δημόσιας διοίκησης εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί. ( Τ.Judah σελ. 120-122). Από το 1989 ως το 1990 κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή μαζικές διαδηλώσεις των Αλβανών  χωρίς όμως άμεσο αποτέλεσμα.

 

Απέναντι στην σερβική πολιτική καταπίεση αναπτύσσεται βαθμιαία η στρατηγική της “παθητικής αντίστασης” και της “κοινωνίας των πολιτών”. Οι Αλβανοί οικοδομούν ένα

δίκτυο “παράλληλης εξουσίας” προς αυτήν της σερβικής διοίκησης.-σχολεία,νοσοκομεία, άλλες διοικητικές αρχές, “παράνομο κοινοβούλιο”, “παράνομες εκλογές”, “Πρόεδρος” και “Πρωθυπουργός” ,όλα λειτουργούν ως εναλλακτικά προς την επίσημη εξουσία, οι διαδικασίες της οποίας μπουκοτάρονται πλήρως. Στις 19-10-1991 το παράνομο Κοινοβούλιο ανακηρύσσει την Αυτόνομη Δημοκρατία του Κοσόβου. Οι Σέρβοι ανέχονται στην πραγματικότητα αυτό το ερμαφρόδιτο παράλληλο καθεστώς ,παρά τις κατά καιρούς συλλήψεις και τους ποικιλόμορφους περιορισμούς στους ενεργούς Κοσοβάρους. Η ειρηνική αυτή στρατηγική έχει ως ρητό στρατηγικό σκοπό την ανεξαρτησία/απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου από την Σερβία και εκπροσωπείται κυρίως από την LDK (“Ενωση γιά ένα Δημοκρατικό Κοσσυφοπέδιο”)  υπό τους Ι.Ρουγκόβα και Μπ.Μπουκόσι. Η πίεση που ασκείται από τους “παράλληλους θεσμούς” και τον εξαναγκασμό των επισήμων στην ανυπαρξία αποσκοπεί,σε συνδυασμό με την διεθνή διπλωματική πίεση και την ενδεχόμενη ανάμειξη των δυτικών κρατών υπέρ των Αλβανών Κοσοβάρων, στην επιβολή ενός συμβιβασμού στο Βελιγράδι,ο οποίος θα κατοχυρώνει την “αυτονομία” στην προοπτική της “ανεξαρτησίας”.Κατά την περίοδο αυτήν (1991-1997) , η ειρηνική στρατηγική συγκεντρώνει την συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αλβανών Κοσοβάρων,οι οποίοι τίθενται κατά της ένοπλης σύγκρουσης. ( σαφώς σε T.Judah ). Η αποφυγή της ένοπλης σύγκρουσης συνδέεται και με το γεγονός ότι οι σερβικές αρχές σε όλη αυτήν την περίοδο ασκούν μία πολιτική καταπίεσης και υποβάθμισης του αλβανικού πληθυσμού,πολιτικής και πολιτιστικής,και παραβίασης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων,σε καμία όμως περίπτωση “εθνοκάθαρσης”, απώθησης δηλαδή των Αλβανών εκτός των συνόρων ή έστω μετακίνησής τους.

 

Η συνθήκη του Dayton,με την οποία κλείνει η φάση των σερβοκροατικών και βοσνιακών πολέμων, δεν περιλαμβάνει το Κοσσυφοπέδιο ως ειδικό  αντικείμενο επίλυσης,στην πραγματικότητα αποδέχεται την ισχύουσα σερβική ρύθμιση του ζητήματος ως “εσωτερικού ζητήματος” της ΟΔΓ. Η περίσταση αυτή βιώνεται από τους ενεργούς αντιστασιακούς Κοσοβάρους ως ενδεχόμενη ήττα  ή αποτυχία της ειρηνικής στρατηγικής.Η αποτυχία χρεώνεται ιδίως στην “κυβερνηση” του Ι.Ρουγκόβα.Eνδυναμώνονται έτσι οι φορείς της  βίαιης/επαναστατικής διεξόδου :  ήδη από τις αρχές της 10ετίας του 1990 εμφανίζονται οργανώσεις όπως ιδίως το LPRK ,και αργότερα το LPK ,αρνούμενες την τακτική του  LDK

και προετοιμαζόμενες γιά αντάρτικο πόλεμο.,To LPRK ήδη από την δεκαετία του 1980.,μετά την εξέγερση του 1981, είχε προσανατολισμό στην ένοπλη πάλη.Ο ιδεολογικός του χαρακτήρας ήταν σταλινομαοικός και ενβερικός.Τόσο αυτό όσο και οι συναφείς ομαδοποιήσεις συνεργάζονταν στενά με τις υπηρεσίες των Τιράνων όπως και με την κοσοβαρική ομογένεια, η οποία χρηματοδότησε επί μακρόν οικονομικά την τάση του ένοπλου αγώνα. Επίσης, η αλβανική επικράτεια λειτουργεί εξ αρχής ως κέντρο εκπαίδευσης και εξόρμησης του ενόπλου αγώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ιδρύεται ως στρατιωτικό σκέλος του LPRK (και αργότερα του προερχόμενου από διάσπαση του προηγούμενου LPK) ο KLA ( UCK- ΑΣΚ)160. Ο KLA αποτελείται αρχικά  από μικρές ομάδες ανταρτών με  ασαφή επιτελικό συντονισμό ,με ομογενειακή χρηματοδότηση, με αρχικά μικρά εσωτερικά ερείσματα  και με συστηματικές συνδέσεις με το οργανωμένο έγκλημα ,ιδίως το βαλκανικό εμπόριο ναρκωτικών. Η στάση των LPK-KLA προς την “κυβέρνηση” του LDK είναι εξ αρχής μία στάση καταγγελίας και ανάδειξης του αδιεξόδου κάθε συμβιβασμού με το Βελιγράδι.

 

Στις αρχές του 1998 ο KLA αρχίζει έναν εκτεταμένο ανταρτοπόλεμο κατά των σερβικών αρχών ασφαλείας. Η γραμμή αυτή είναι σχετικά επιτυχής καθώς συναντά και οργανώνει μία ισχυρή τάση δυσαρέσκειας εντός των Κοσοβάρων προς την μακρά ειρηνική στρατηγική. Παρά το ότι εξακολουθεί μάλλον να είναι πλειοψηφική η γραμμή αποφυγής της ένοπλης σύγκρουσης και η υποστήριξη στον Ρουγκόβα, ενδυναμώνεται καίρια ένα ρεύμα νεολαιίστικης/φοιτητικής  εξέγερσης,το οποίο συναντιέται με το ένοπλο αντάρτικο. Η στρατηγική του KLA έχει στην αρχή περισσότερο “παραδειγματικά” παρά μαζικά χαρακτηριστικά : χτυπά αστυνομικούς σταθμούς, στρατιωτικά αποσπάσματα, Σέρβους πολίτες ή Αλβανούς “συνεργάτες”. Η τακτική αυτή ωθεί τις σερβικές αρχές ασφαλείας σε αντίποινα, τα οποία θίγουν και τον άμαχο πληθυσμό,καθώς αυτός δίνει ενίσχυση και καταφύγιο στους αντάρτες. Σταδιακά,  η ανάμειξη όλο και μεγαλύτερου τμήματος των Αλβανών στην σύγκρουση,καθώς ήδη έχει εκτεθεί στην ένοπλη σύγκρουση και υφίσταται τις επιδράσεις της (π.χ. μετά τις σφαγές στην Ντρένιτσα του 2.1998) ή από αλληλεγγύη στους πληττόμενους, μαζικοποιεί την δράση του KLA.  Αυτή η πολιτική της “εξώθησης” έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα στην διεθνή σκηνή : α) οδηγεί στην ενεργοποίηση του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ προς την κατεύθυνση της άρσης των εχθροπραξιών και της επίτευξης της ειρήνης (ήδη αναφερεθείσες αποφάσεις Σ.Α. 1160/ 31-3-1998 και 1199/ 23-9-1998). Παρά το ότι οι αποφάσεις αυτές καθιστούν μία γενικευμένη απαγόρευση πολεμικού υλικού και στρέφονται και κατά της “τρομοκρατίας” και της αλλαγής των συνόρων, είναι σαφές ότι η κύρια πίεση ασκείται προς την “άρξασα χειρών αδίκων” ΟΔΓ , ασκούνται οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της  και δημιουργείται ένα κλίμα αντιπαράθεσης της διεθνούς κοινότητας  προς την ΟΔΓ. Διεθνοποιείται λοιπόν το ζήτημα,όπως και στην Βοσνία, με όρους δυσμενείς γιά τους Σέρβους και την ΟΔΓ. β) οδηγεί με πολλούς τρόπους στην ενεργή κινητοποίηση των ΗΠΑ και των δυτικών κρατών γενικότερα κατά των Σέρβων και υπέρ των Κοσοβάρων με στόχο πλέον την αποδοχή ορισμένων αιτημάτων των τελευταίων.

Πάντως, ακόμη και κατά την περίοδο αυτήν ,παρά το ότι τα πράγματα φθάνουν στο επίπεδο του “εσωτερικού πολέμου” ( εμφυλίου ή εθνικοαπελευθερωτικού,ανάλογα με την απόχρωση του αναλυτή ), το σερβικό κράτος ασκεί μεν βία και ανοιχτή καταπίεση  κατά αμάχων (οι οποίοι δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποσυσχετισθούν ως κοινωνική βάση από τους μαχητές του KLA),σε καμία περίπτωση  όμως δεν φθάνει σε πρακτικές “γενοκτονίας” (γενικευμένης φυσικής εξόντωσης) του αλβανικού πληθυσμού ή σχεδιασμένης εθνοκάθαρσης (μεταφοράς του πληθυσμού και εξώθησής του πέρα από τα σύνορα), η οποία δεν πρέπει να ταυτίζεται ακόμη και με βίαιες εσωτερικές μετακινήσεις του πληθυσμού.  Χωρίς αυτή η παρατήρηση να νομιμοποιεί την πολιτική καταπίεση, είναι απολύτως βέβαιο ότι αντίστοιχη και μεγαλύτερη βία θα ασκούνταν από κάθε ηγεσία των αναπτυγμένων δυτικών κρατών κατά εθνοτήτων με αποσχιστικές τάσεις,ακόμη και ευρύτατα πλειοψηφικών στην περιοχή τους161 .

 

Ολοκληρώνοντας αυτήν την παράγραφο, θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν η εξώθηση της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου ως τον εσωτερικό πόλεμο ήταν αναπόφευκτη ή αν μπορούσε να υπάρξει πολιτική διέξοδος. Από την πλευρά των ενόπλων αποσχιστικών ρευμάτων ήταν εξ αρχής σαφές  ότι δεν ετίθετο κανένα ζήτημα “πολυπολιτισμικής” συνύπαρξης με τους Σέρβους και τις λοιπές μη αλβανικές μειοψηφικές εθνότητες στο Κοσσυφοπέδιο. Ετίθετο μόνον ζήτημα ένταξης του ανεξάρτητου Κοσσυφοπεδίου στην προοπτική της “μεγάλης” αλβανικής εθνικής ολοκλήρωσης. Από την πλευρά πάλι του Βελιγραδίου, η πεισματική άρνηση όχι μόνο της “ανεξαρτησίας” αλλά και αυτής ακόμη της προηγούμενα ισχύουσας “αυτονομίας” μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως έκφραση μιάς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που ενέτασσε και δίκαια εθνικά αιτήματα (όπως π.χ. η προστασία των σερβικών κοινοτήτων στην Κροατία ή την Βοσνία ή η μη εκρίζωση του σερβικού στοιχείου από το Κοσσυφοπέδιο) σε έναν επιθετικό εθνικισμό και στην διοικητική διατήρηση των σερβικών προνομίων. Παρά την σαφώς μεροληπτική στάση των περισσότερων αναλυτών προς την πολιτική της ΟΔΓ και το πρόσωπο του Μιλόσεβιτς, δεν πρέπει να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι κατά την περίοδο 1991-1998 η δυνατότητα ενός συμβιβασμού με αντικείμενο την συνταγματική αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου και την ταυτόχρονη κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μη αλβανικών εθνοτήτων ήταν εφικτή ανάμεσα στο Βελιγράδι και στην ομάδα γύρω από τον Ρουγκόβα162. Ηταν κυρίως ευθύνη της γιουγκοσλαβικής πλευράς η αποτυχία οποιουδήποτε συμβιβασμού, όταν αυτός ήταν ακόμη εφικτός. Μετά το Νταίυτον και σε συνθήκες  “τεχνητής” ή πραγματικής επαναστατικής κρίσης, αυτό που πριν ήταν δυνατό είχε πλέον καταστεί αδύνατο, αφού και αυτή ακόμη η πραγμάτωση της αυτονομίας είχε σαφώς αποσχιστική δυναμική.

 

 

5.5.2.Η στροφή των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ  ως παράγων επίτασης της σύγκρουσης : απομόνωση της  ΟΔΓ και του Μιλόσεβιτς 

 

Η στάση της διακυβέρνησης Clinton/Albright και των διαμεσολαβητών τους στα Βαλκάνια ( R.Holbrooke, Gelbard ,κ.α.) διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κρίσης. Η αρχική στάση απέναντι στον Μιλόσεβιτς κατά και μετά το Dayton οριζόταν από την εικόνα του ως “παράγοντα σταθερότητας” και ως δημιουργικού συνομιλητή της Δύσης.

Αυτό φάνηκε και μέσα από την αξιοποίηση του Μιλόσεβιτς γιά να καμφθούν οι αντιρρήσεις των Σερβοβοσνίων έναντι του Dayton.Οπως προκύπτει και από τον αποκλεισμό του Κοσσυφοπεδίου από την θεματολογία του Dayton, οι δυτικές δυνάμεις θεωρούσαν κατ’ αρχήν ως το 1998  α) ότι δεν πρέπει να τεθεί ζήτημα ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου β) ότι η κρίση θα μπορούσε να επιλυθεί και με εσωτερικές διαδικασίες διαπραγμάτευσης. Οι υπηρεσίες των ΗΠΑ θεωρούσαν κατ’ αρχήν ως πλέον συνεννοήσιμο έναν ηττημένο Μιλόσεβιτς παρά έναν ανεξέλεγκτο στην στρατηγική του KLA. Αυτή η στάση αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στις δηλώσεις του τον Φεβρουάριο του 1998 του R.Gelbard, ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ στην περιοχή :

“Καταδικάζουμε εντονότατα τις τρομοκρατικές ενέργειες στο Κοσσυφοπέδιο .Ο UCK είναι αναντίρρητα μία τρομοκρατική ομάδα (“a terrorist group“)”( T.Judah,N.Chomsky κ.α.).

 

Η ένταση της ένοπλης βίας στην διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού 1998 και η διαπραγματευτική αδυναμία του κέντρου εξουσίας γύρω από τον Ρουγκόβα (με αποτέλεσμα οι όποιες πρωτοβουλίες του γιά την ειρήνη να ακυρώνονται από τις δράσεις του KLA) οδηγούν σαφέστατα σε μία ριζική αλλαγή προσανατολισμού των ΗΠΑ και της ΕΕ. Στρατιωτικά, η θέση του KLA είχε βελτιωθεί σημαντικά ,ενώ την ίδια στιγμή η πολεμική τακτική των Σέρβων προκαλούσε μετακινήσεις και εκτοπίσεις πληθυσμών και επιβάρυνε συνεχώς την ήδη πολύ κακή εικόνα τους στα δυτικά ΜΜΕ-οι Σέρβοι είχαν την επιλογή να νικήσουν στρατιωτικά και να ηττηθούν πολιτικά με έναν “ολοκληρωτικό πόλεμο” ή να ηττηθούν στρατιωτικά (π.χ. εκτελέσεις αμάχων στο Γκόρνιε Ομπρίνιε τον 10.1998) .

Ηδη λοιπόν κατά το φθινόπωρο του 1998 διαμορφώνεται μία στρατηγική γυρω από την Μ.Albright και τον επανενεργοποιημένο R.Holbrooke, η οποία κατατείνει στο δίλημμα επί της ΟΔΓ “αποδοχή της αυτονομίας με όρους ευμενείς γιά τον KLA και με αναγνώριση του διεθνούς ρόλου του ή βομβαρδισμός της ΟΔΓ/Σερβίας.

Αυτή η αλλαγή στάσης  δεν θα αναλυθεί εδώ ως προς τις γεωπολιτικές της διαστάσεις (βλ. σε κεφάλαιο γιά τον “νέο ιμπεριαλισμό”). Αξίζει όμως να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις πιθανόν συνεξηγητικές  της αλλαγής  α) η στρατιωτική αποδυνάμωση του σερβικού ελέγχου από τον KLA έδειξε στις ΗΠΑ ότι η προηγούμενη κατάσταση δεν ήταν βιώσιμη και ότι ο KLA ήταν ένας ανερχόμενος ισχυρός παίκτης (ενδεχομένως και με την υλική υποστήριξη ήδη των δυτικών υπηρεσιών)  β) η αναπαραγωγή της θεαματικής/δαιμονοποιητικής  εικόνας “οι Σέρβοι διώκτες-οι Αλβανοί διωκόμενοι” γιά πολλοστή φορά στους γιουγκοσλαβικούς πολέμους του 1990 έχει την δική της δυναμική.Δημιουργείται ένα ρεύμα στην δυτική  κοινή γνώμη,το οποίο ζητά επέμβαση στρατιωτικού χαρακτήρα (γιά την συσχέτιση ΜΜΕ-κοινής γνώμης-επεμβάσεων βλ. και σε von Hippel 2000). Η αδυναμία των ΗΠΑ να επέμβουν στρατιωτικά και να επιδείξουν πυγμή απέναντι στον τοπικό “αυταρχικό” παίκτη θα τις κατέγραφε ως έναν ανίκανο και αναποτελεσματικό ηγεμόνα/επιδιαιτητή  στο ευρωπαικό θέατρο με ανυπολόγιστες συνέπειες στο τρίγωνο σχέσεων ΗΠΑ-ΕΕ-Ρωσία ( N.Chomsky 2000, P.Gowan 2000, G,Acchar 2000) τέλος γ)  ολοκληρώνεται με την εθνικιστική πολιτική Μιλόσεβιτς στο Κοσσυφοπέδιο ένας ρόλος της σερβοκρατούμενης ΟΔΓ ,κατά τον οποίο η Ομοσπονδία εντάσσεται δυσλειτουργικά,ορθότερα δεν εντάσσεται κάν,  στο πλέγμα σχέσεων κυριαρχίας ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ αλλά και στο πλέγμα οικονομικών σχέσεων της “ομαλής” μετάβασης στην “ελεύθερη αγορά”163.  Συνεπώς, η Ομοσπονδία πρέπει να ανασχεθεί ή και να διαλυθεί ως υπόσταση.

 

Κατά το φθινόπωρο του 1998 οι ΗΠΑ  και οι διεθνείς θεσμοί μεσολάβησης (ΟΗΕ,ΟΑΣΕ, “Ομάδα Επαφής” ,ΕΕ)  πιέζουν ( ιδίως διά του R.Holbrooke) την κυβέρνηση Μιλόσεβιτς

στην σύναψη εκεχειρίας με τον KLA .Η συμφωνία συνήφθη τον Οκτώβριο του 1998 με κύρια σημεία α) την στρατιωτική εκεχειρία β) τον περιορισμό των σερβικών στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων στο Κοσσυφοπέδιο γ) την έναρξη διαπραγματεύσεων σερβικής κυβέρνησης και Αλβανών δ) την αποστολή Δύναμης  Επαλήθευσης (ΚVM)  του ΟΑΣΕ από 2.000 παρατηρητές γιά την τήρηση της συμφωνίας. Πριν από την σύναψη της συμφωνίας του Οκτωβρίου  η ηγεσία του State Department πέτυχε την βασική ενότητα των εταίρων του ΝΑΤΟ στην κατεύθυνση της προετοιμασίας γιά ένοπλη επέμβαση και αεροπορικό βομβαρδισμό της Σερβίας.Επίσης, πέτυχε ασκώντας πίεση στην Ρωσία,βασικό διεθνή υποστηρικτή της Σερβίας, να προεξοφλήσει την αρνητική μεν αλλά απαθή και αδρανή της στάση στο ΣΑ και στην διεθνή σκηνή164. Η ίδια η παρουσία του “απειλητικού” πτεράρχου Σορτ στις συνομιλίες Holbrooke-Μιλόσεβιτς δείχνει τον κύριο ρόλο που αποδίδεται ήδη από τότε στον στρατιωτικό παράγοντα των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ. Ομοίως, άρχισε να διαμορφώνει, από κοινού με την ΕΕ, ένα διεθνοδικαιικό πλαίσιο ερμηνείας της επικείμενης “ανθρωπιστικής επέμβασης” κατ’ εξαίρεση και παράκαμψη του ΣΑ του ΟΗΕ :

“Η ανθρωπιστική κατάσταση αποτελεί λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει μία εξαίρεση στον κανόνα (του ΚΧ ΟΗΕ)  ,όσο και αν είναι ισχυρός και άκαμπτος.” (ομιλία του Προέδρου της Γαλλίας Σιράκ στο Συμβούλιο Ασφαλείας).

Φαίνεται λοιπόν ότι η εκεχειρία του 10.1998 συνήφθη περισσότερο  γιά να δοθεί χρόνος προετοιμασίας της στρατιωτικής επέμβασης παρά γιά να ανασχεθεί η τελευταία.Οι όροι της επέμβασης ίσχυαν από το φθινόπωρο,τόσο οι υλικοί όσο και οι ιδεολογικοί. . Η σερβική πλευρά ήταν ,ούτως ή άλλως, με την “πλάτη στον τοίχο”. Οι δε Αλβανοί ηγέτες του KLA δεν έδειχναν ιδιαίτερη προσήλωση στις διαπραγματεύσεις. Εχει ιδιαίτερη σημασία ακόμη η ανάθεση  της διεύθυνσης της KVM στον  William Walker, στέλεχος των υπηρεσιών των ΗΠΑ (CIA)  στο Σαν Σαλβαντορ κατά την δεκαετία του 1980,ειδικευμένο στον “αντιανατρεπτικό πόλεμο” και διόλου σχετιζόμενο με φιλειρηνικές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες (βλ. και Chomsky 2000,Judah 2001 ).

 

Τα όσα ακολούθησαν την εκεχειρία (10.1998-3.1999)  σκιαγραφούν μία πορεία προς έναν “αναπόφευκτο” πόλεμο. Ο KLA επανειλημμένα άρχισε πολεμικές δράσεις κατά των σερβικών δυνάμεων ωθώντας στην διόγκωση της κρίσης και στην νομοτελειακή και ήδη προετοιμαζόμενη δυτική επέμβαση165. Η εκ νέου αυτή στρατιωτική δράση όξυνε τις αντιπαραθέσεις Αλβανών και Σέρβων στα αστικά κέντρα αλλά και έφερε εκ νέου επιθετικές επιχειρήσεις  του σερβικού στρατού κατά μονάδων του KLA. Σταθμός στις συγκρούσεις αυτές αλλά και ορόσημο στην “δαιμονοποίηση” της σερβικής πλευράς από τα δυτικά ΜΜΕ υπήρξε η “σφαγή του Ρατσάκ” της 8-1-1999.:γύρω στα 50 άτομα (Αλβανοί)  βρέθηκαν νεκρά στο χωριό αυτό μετά από μάχες μεταξύ του KLA και των σερβικών δυνάμεων και αμέσως μετά από σχετική έρευνα της KVM οι ευθύνες γιά την “εκτέλεση αμάχων” αποδόθηκαν στην πλευρά των γιουγκοσλαβικών αρχών. Διατυπώθηκαν ήδη από την αρχή αμφιβολίες από τμήμα των δυτικών παρατηρητών αν οι νεκροί ήταν άμαχοι ή μαχητές του KLA,θανατωμένοι σε μάχη, οι οποίοι παρουσιάσθηκαν ως “πολίτες” γιά την καλλιέργεια εντυπώσεων166. Η “σφαγή του Ρατσάκ” παγιώνει και επίσημα την πορεία πλέον του ΝΑΤΟ προς την έναρξη των βομβαρδισμών αλλά και την όλη χάραξη της διεθνούς ποινικής δίωξης κατά της σερβικλης ηγεσίας γιά εγκλήματα πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο.

 

 

5.5.3. Ραμπουιγιέ ή το μη άλλως δύνασθαι πράττειν

 

Η αντίδραση στην “σφαγή” του Ρατσάκ ήταν ο εξαναγκασμός της σερβικής ηγεσίας σε έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων τον Φεβρουάριο 1999 με σκοπό την οριστική ρύθμιση του ζητήματος. Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν στην γαλλική πόλη Ραμπουιγιέ (Rambouillet ) ανάμεσα στην ΟΔΓ, την αντιπροσωπεία των Αλβανών Κοσοβάρων (αποτελούμενη τόσο από αντιπροσώπους του Ρουγκόβα όσο και από αντιπροσώπους των LPK/KLA υπό τον Χακίμ Θάτσι ) και αντιπροσώπους των ΗΠΑ,της ΕΕ και των λοιπών

Κρατών της “Ομάδας Επαφής”,ιδίως της Ρωσίας.-η οποία ενίσχυε χωρίς πάθος τις σερβικές θέσεις . Αντικείμενο της συνδιάσκεψης ήταν ουσιαστικά η αποδοχή της αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου από την Σερβία με ανοιχτό το ζήτημα της προοπτικής ανεξαρτησίας..Το δημοψήφισμα σε κάποιο χρονικό διάστημα γιά την ανεξαρτησία ήταν όρος των Αλβανών, όρος απαράδεκτος γιά την ΟΔΓ, η οποία θεωρούσε αδιαπραγμάτευτη την μη μεταβολή της εδαφικής της ακεραιότητας. Η αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου δεν αποτελούσε πλέον ανυπέρβλητο εμπόδιο γιά την “περικυκλωμένη Σερβία” :    αυτό προκύπτει και από την απόφαση του σερβικού κοινοβουλίου της 23-3-1999 (μία ημέρα πριν από την έναρξη των βομβαρδισμών, η οποία δέχεται την απόσυρση των σερβικών στρατευμάτων και καταγγέλει την απόσυρση των παρατηρητών της KVM μετά από πίεση των ΗΠΑ (με έμφαση από Chomsky 2000). Επίσης,δέχεται την διεθνή πολιτική παρουσία στο Κοσσυφοπέδιο,όπως και την αρχή της “αυτοδιακυβέρνησης” της περιοχής (self-rule) ,ουσιαστικά δηλαδή κάποια μορφή αυτονομίας της περιοχής.

 

To σημείο που έκρινε την αποτυχία του Ραμπουιγιέ αλλά και έθεσε εν αμφιβόλω την αξιοπιστία της όλης διαπραγματευτικής διαδικασίας ήταν το περίφημο (στρατιωτικό) Παράρτημα Β, αναφερόμενο στα “προνόμια” του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο και την ΟΔΓ, ως εκτελεστή της υπό σύναψη συμφωνίας. Εκτός από την αναφορά στην πλήρη ετεροδικία του προσωπικού του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο και την ΟΔΓ, το Παράρτημα προχωρούσε σε έναν όρο,ισοδύναμο με την κατάργηση της (ανεξάρτητης) κρατικής κυριαρχίας της ΟΔΓιουγκοσλαβίας :

”  (παρεχόταν στα στρατεύματα του ΝΑΤΟ) μαζί με τα οχήματα, τα σκάφη τους, τα αεροσκάφη τους,ελεύθερη και ανεμπόδιστη διελευση  διαμέσου όλης της ΟΔΓ , συμπεριλαμβανομένου του συναφούς εναερίου χώρου και των χωρικών υδάτων. Τούτο θα περιλαμβάνει, χωρίς όμως να περιορίζεται, καταυλισμό στο ύπαιθρο,ελιγμούς,στρατωνισμό και χρησιμοποίηση όσων περιοχών ή εγκαταστάσεων απαιτούνται γιά υποστήριξη, εκπαίδευση και επιχειρήσεις”. 

 

Πρόκειται προφανώς γιά έναν όρο μετατροπής όλης της ΟΔΓ σε στρατιωτική βάση του ΝΑΤΟ. Η αποδοχή του θα σήμαινε όχι απλώς την αποδοχή του ΝΑΤΟ ως δύναμης εκτέλεσης της όποιας συμφωνίας αλλά την υπό δυσμενείς όρους μετατροπή της ΟΔΓ σε “προτεκτοράτο” και όχι απλώς σε κράτος-μέλος της Συμμαχίας (αφού και αυτά τα κράτη-μέλη διαθέτουν ορισμένες ζώνες τους στην Συμμαχία και αυτές υπό σαφείς και προβλεπόμενους συμβατικούς όρους)167.

Οπως ήταν προβλεπόμενο, η ΟΔΓ κατήγγειλε αυτούς τους όρους  ως όρους “κατοχής” της και αποχώρησε από την Συνδιάσκεψη. Ο ΟΑΣΕ απέσυρε στις 19 Μαρτίου τους παρατηρητές του συμβάλλοντας αποφασιστικά στην κλιμάκωση της βίας (και Chomsky 2000).Οι συγκρούσεις KLA    και σερβικών αρχών και οι μετακινήσεις πληθυσμού άρχισαν να κλιμακώνονται . Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί άρχισαν,όπως είναι γνωστό την 24η Μαρτίου 1999 και διήρκεσαν 75 ημέρες ως την 6η Ιουνίου 1999.

 

 

 

 

 

5.5.4. Βομβαρδισμοί,εθνοκάθαρση  και “ολοκληρωτικός πόλεμος” : η ΟΔΓ “κράτος του κακού”

 

Η τακτική των σερβικών αρχών ασφαλείας  απέναντι στον αλβανικό πληθυσμό επηρεάσθηκε καθοριστικά από την έναρξη των βομβαρδισμών : μόνο μετά τους βομβαρδισμούς μπορεί να γίνει λόγος γιά συνειδητή στόχευση εκδίωξης μεγάλου τμήματος του αλβανικού πληθυσμού εκτός των συνόρων , δηλαδή όχι γιά “εκτόπιση” αλλά γιά “εθνοκάθαρση”. Ο αναφερόμενος από την  Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ αριθμός των 850.000 Αλβανών προσφύγων ως το τέλος του πολέμου πρέπει να συσχετισθεί και με άλλους αριθμούς, από τους οποίους προκύπτει ότι ένας μεγάλος αριθμός (περί τις 200.000 περίπου)  μετακινήθηκε κατά τις πρώτες ημέρες  μετά την 19-3-1999 (στοιχεία της KVM,αναφέρονται σε Chomsky 2000).

Το ότι το μεγάλο κύμα της εθνοκάθαρσης προκλήθηκε μετά την έναρξη των βομβαρδισμών είτε από την δράση των σερβικών κρατικών και παρακρατικών δυνάμεων είτε από την φυγή των πληθυσμών γιά την διάσωσή τους προκύπτει από πολλές και διαφορετικές δυτικές πηγές168 και πρέπει να αξιολογηθεί ελέγχοντας την αξιοπιστία του διαγγέλματος Clinton την 26-3-1999,οπότε και επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί η αεροπορική επίθεση ακριβώς επί της ανάγκης ανάσχεσης και αποτροπής της “εθνοκάθαρσης”.Δηλώσεις πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων του ΝΑΤΟ δείχνουν ότι η Συμμαχία ουσιαστικά προεξόφλησε και προκάλεσε πρακτικά την σερβική εθνοκάθαρση,ως ex post νομιμοποίηση της επέμβασης.

Οι επισημάνσεις αυτές δεν αναιρούν σε καμία περίπτωση την άσκηση πολιτικής βίας μεγάλης έκτασης στον αλβανικό πληθυσμό από τις κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις της Σερβίας. Η πολιτική εσωτερικής και εξωτερικής  εκτόπισης των αλβανικών πληθυσμών (η οποία είναι αμφίβολο αν υπάκουε σε ένα εκ των προτέρων υπαρκτό σχέδιο-το περίφημο Σχέδιο Πέταλο του “πράσινου” Υπουργού  Joschka Fischer- ή αποτέλεσε αντίδραση εν όψει της μεταβολής του συσχετισμού δυνάμεων και της συμφωνίας που θα επερχόταν με το τέλος των βομβαρδισμών)  ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς την άσκηση συστηματικής βίας πάνω στην ελευθερία, την περιουσία, την ζωή των Αλβανών Κοσοβάρων από ελέγξιμα και μη ελέγξιμα στρατιωτικά σώματα. Η υπέρτατη εξουσία του πολέμου είναι συχνά μία φονική εξουσία. Πλην όμως, και πάλι οι αριθμοί των νεκρών Κοσοβάρων κατά την περίοδο 1998-1999 σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στην έννοια της “γενοκτονίας” ή μάλλον την απαξιώνουν.Οι αντιφατικές δυτικές αναφορές σε αριθμούς της τάξης  των 100.000 ή και 500.000 αγνοουμένων (βλ. αναλυτικά σε Parenti 2000) είτε  περιεχόμενες στον κυρίαρχο δυτικό τύπο είτε αναφερόμενες από κρατικούς αξιωματούχους του State Department και του ΝΑΤΟ, στερούνται από ειδικότερη θεμελίωση,όπως συνήθως και οι καταγγελίες γιά ομαδικούς τάφους Κοσοβάρων αμάχων,εκτελεσμένων από τις σερβικές δυνάμεις κατοχής.. Οπως προκύπτει από έρευνες μετά την αναχώρηση των σερβικών δυνάμεων (6.1999 μέχρι σήμερα) οι  εντοπισθέντες νεκροί από συγκρούσεις στο Κοσσυφοπέδιο,όχι όλοι αναγκαστικά θύματα εγκλημάτων πολέμου, δεν ξεπερνούν κατά πολύ τα 2.000 άτομα ,ενώ ο συνολικός αριθμός αποκλείεται να ξεπερνά τα 10.000 άτομα, αριθμός σίγουρα μεγάλος αλλά οπωσδήποτε όχι ενδεικτικός “γενοκτονίας”169.

 

Η στρατιωτική επέμβαση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας του 1999 υπήρξε κυρίως ένας αεροπορικός πόλεμος,επικουρούμενος από τον χερσαίο πόλεμο του KLA ως συμμάχου του ΝΑΤΟ 170 Ο πόλεμος αυτός- ο οποίος γιά ευνόητους λόγους παράκαμψης της διεθνούς νομιμότητος δεν χαρακτηρίσθηκε ως πόλεμος αλλά ως “ανθρωπιστική επέμβαση”- υπήρξε  πολύνεκρος και εξαιρετικά καταστροφικός. Οι  επίσημοι αριθμοί των νεκρών ανέρχονται

(κατά το γιουγκοσλαβικό κράτος) σε 2.000 πολίτες και 500 στρατιωτικούς και των τραυματιών σε 6.000. Πιό σημαντικό όμως μακροπρόθεσμα πρόβλημα γιά την γιουγκοσλαβική κοινωνία αποτελεί η πλήρης καταστροφή της υποδομής της  χώρας,  η καταστροφή των δικτύων ύδρευσης,ηλεκτρισμού,των νοσοκομείων, των εργοστασίων παραγωγής ενέργειας, των κρατικών μέσων μαζικής ενημέρωσης (ιδίως της ραδιοτηλεόρασης τον Απρίλιο 1999), των βασικών παραγωγικών μονάδων, των οδικών αρτηριών,γεφυρών171 κλπ..Η επέμβαση επέφερε την πλήρη αποπτώχευση της Γιουγκοσλαβίας, σε συνδυασμό και με τις μακρόχρονες οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της.,την μετατροπή της από ένα ισχυρό βιομηχανικό έθνος σε κράτος-παρία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και σε έναν εξαρτώμενο πλήρως από τις δυτικές οικονομίες και το ΔΝΤ οφειλέτη.Ακόμη και αν έχει κάποια βάση ο ισχυρισμός  ότι αυτή η κατάσταση οφείλεται και σε εσωτερικά αίτια,κυρίως στον αυτοκαταστροφικό εθνικισμό του Μιλόσεβιτς, δεν δίνεται επαρκής εξήγηση στο ερώτημα γιατί δεν τιμωρήθηκαν εξίσου αυστηρά οι αυταρχικοί εθνικισμοί του Fr,Tujman ή του A.Isetbekovic (εκτός αν θεωρηθούν “ήπιοι εθνικισμοί”). Η απάντηση πρέπει σαφώς να αποδοθεί στις επιλογές συμμαχιών της Δύσης και ιδίως στην ευθυγράμμιση ή μη με την “δημοκρατία της ελεύθερης αγοράς”.

 

Η καταστροφή της υποδομής  και των πολιτικών στόχων αποτέλεσε,όπως έχει παρατηρηθεί,βασικό μέσο ψυχολογικού πολέμου κατά του πληθυσμού της Γιουγκοσλαβίας (κατά τρόπο που ανάγεται π.χ. στις απαρχές του ψυχολογικού πολέμου,στον φασιστικό βομβαρδισμό της Γκουέρνικα).. Αφ’ένός μεν ώθησε στην εξάντληση της ψυχικής άμυνας του πληθυσμού,μιάς χώρας ευρισκόμενης ήδη σε πόλεμο επί μία δεκαετία. Ετεινε δηλαδή στην “αντιπαράθεση” πληθυσμού και εξουσίας με σκοπό να υπαναχωρήσει η εξουσία στο ζήτημα της Νατοποίησης τόσο του Κοσσυφοπεδίου όσο και της ίδιας της ΟΔΓ. Παρά το ότι η αντίσταση του γιουγκοσλαβικού λαού στους βομβαρδισμούς υπήρξε αξιοθαύμαστη, είναι πλέον ή βέβαιο ότι η τελική υπογραφή της συμφωνίας του Ιουνίου 1999 από την σερβική κυβέρνηση όπως και η απομάκρυνσή της άλλωστε το φθινόπωρο του 2000  ήταν αποτέλεσμα και των βομβαρδισμών ως ψυχολογικής διεργασίας στην κοινωνία (σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες όπως η εκπληκτικά παθητική στάση των “συμμάχων” Ρώσων,Κινέζων κλπ και η μονοπολική κατάσταση διεθνούς κυριαρχίας).

Αφ’έτέρου δε, πλήττοντας τον λαό ως “συλλογικό εχθρό” επέτεινε το αίσθημα απομόνωσης της γιουγκοσλαβικής κοινωνίας από την διεθνή κοινωνία,καθιστώντας επείγουσα την εξεύρεση λύσης διά της υποχώρησης.

 

Εξ’ίσου σημαντική με την καταστροφή της υποδομής είναι η εκτεταμένη  οικολογική καταστροφή ,η οποία έχει προκληθεί στην Γιουγκοσλαβία αλλά στην πραγματικότητα αφορά πλέον και σε άλλες βαλκανικές χώρες. Δεν πρόκειται μόνο γιά την καταστροφή των χημικών εργοστασίων και την διασπορά των χημικών ουσιών στον αέρα, τα ποτάμια κλπ. Πρόκειται,πάνω απ’όλα, γιά την μαζική  χρήση βομβών με ραδιενεργά υλικά και ιδίως το “απεμπλουτισμένο ουράνιο” (DU) , την ενεργοποίηση δηλαδή ουσιαστικά ενός περιορισμένου πυρηνικού πολέμου,όπως έγινε γνωστό στον τύπο κατά την διάρκεια του 2000.  Οι συνέπειες αυτής της καταστροφής προβλέπεται να είναι μακροπρόθεσμες γιά την υγεία των ανθρώπων αλλά και γιά όλα τα οικοσυστήματα της ευρύτερης περιοχής,όπως αναφέρεται και σε σχετικό πόρισμα της Ευρωπαικής Ενωσης 172 ( και Α.Θεοφίλου 1999).

 

Οπως έχει ήδη προσδιορισθεί στο νομικό σκέλος αυτής της μελέτης, ο αδιάκριτος βομβαρδισμός μη στρατιωτικών στόχων, η έλλειψη αναλογικότητας της προσβολής αμάχων κατά τον βομβαρδισμό,πολύ περισσότερο η αδιάκριτη τρώση αμάχων υπό το προσχηματικό επιχείρημα της χρήσης του “πολιτικού στόχου ως ασπίδας” εμπίπτουν στις παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου του πολέμου και συνιστούν “εγκλήματα πολέμου” τόσο κατά παραβίαση του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Συνθήκης της Γενεύης όσο και κατά παραβίαση της Συνθήκης της Χάγης γιά τον αεροπορικό πόλεμο.  Πλην όμως, αυτές οι παραβιάσεις εκ μέρους των ηγετών του ΝΑΤΟ (της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης)  δεν πρόκειται να αχθεί ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου γιά την Πρώην Γιουγκοσλαβία (ΙCTFY), ,κατά τρόπο ανάλογο προς τα “εγκλήματα πολέμου του Μιλόσεβιτς” .Παρά το ότι  διεθνείς επιτροπές από νομικούς υπέβαλαν αντίστοιχες αιτήσεις προς το ΔΠΔπΓ  γιά την δολοφονία αμάχων και  την καταστροφή περιουσιών πολιτών  (ICTFY) γιά παραπομπή των ηγετών του ΝΑΤΟ , η Εισαγγελέας του ΔΠΔ πΓCarla del Ponte απέρριψε την αίτηση173 . H απόρριψη αυτή εξέτασης των μηνύσεων φαίνεται να δικαιώνει την θέση περί “πολιτικής σκοπιμότητας” και “μεροληπτικότητας” του ΔΠΔπΓ  ως ιδιότυπου και μη ανεξάρτητου  δικαστικού οργάνου 174..

 

Η επέμβαση κατέληξε όπως είναι γνωστό στην Συμφωνία των G-8 (οκτώ πλουσιοτέρων κρατών)  γιά το Κοσσυφοπέδιο της 3-6-1999 1999,μία ουσιαστικά “συνθηκολόγηση της Γιουγκοσλαβίας χωρίς στρατιωτική ήττα”. Η συμφωνία επικυρώθηκε με την απόφαση 1244/ 1999 Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ της 10-6-1999, με την οποία τα ΗΕ ανέλαβαν τυπικά την ευθύνη της ειρήνευσης στο μεταπολεμικό Κοσσυφοπέδιο. Βασικά σημεία αυτής της σημαντικής απόφασης απετέλεσαν :

-Επανεπιβεβαίωση της διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας της ΟΔΓ,σύμφωνα με την Τελική Πράξη του Ελσίνκι (δηλ. διατήρηση συνόρων και εδαφικού status),άρα την τυπική παραμονή του Κοσσυφοπεδίου εντός της ΟΔΓ,παρά το ότι αυτό υπήχθη σε ειδικό καθεστώς διακυβέρνησης..

-Αξίωση αποχώρησης όλων των στρατιωτικών,αστυνομικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων της ΟΔΓ από το Κοσσυφοπέδιο.

-Απόφαση ανάπτυξης στο Κοσσυφοπέδιο διεθνούς πολιτικής παρουσίας και παρουσίας ασφαλείας ,με τον κατάλληλο εξοπλισμό και προσωπικό υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών (σύμφωνα και με την προηγούμενη απόφαση των G-8 γιά να διασφαλισθεί η “ειρήνη και ασφάλεια” του Κεφαλαίου VII KX OHE..

-Εξουσιοδότηση των κρατών-μελών και των διεθνών οργανισμών γιά σύσταση της παρουσίας ασφαλείας στο Κοσσυφοπέδιο.

-Εξουσιοδότηση του ΓΓ ΟΗΕ γιά την εγκαθίδρυση διεθνούς πολιτικής παρουσίας στο Κοσσυφοπέδιο,η οποία θα εγγυηθεί την αυτονομία και αυτοδιακυβέρνηση  της περιοχής εντός της ΟΔΓ και την λειτουργία προσωρινών δημοκρατικών θεσμών,όπως επίσης την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αδιακώλυτη επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους..

-Διευκόλυνση από την διεθνή πολιτική παρουσία της διαδικασίας,η οποία θα κρίνει το τελικό καθεστώς της περιοχής

-Διαδικασία αποστρατιωτικοποίησης και αφοπλισμού του KLA

 

Οπως είναι γνωστό, η εφαρμογή της συμφωνίας και της απόφασης ΣΑ ΟΗΕ μέσα από ένα τριπολικό σχήμα (πολιτική διοίκηση υπό τα ΗΕ, στρατιωτική δύναμη εφαρμογής με τυπικά σημαίνοντα και πραγματικά καθοριστικό ρόλο του ΝΑΤΟ (KFOR), αυτοδιακυβέρνηση με ελεύθερες μεν επιτηρούμενες δε εκλογές ) αποτέλεσε πεδίο σκληρών συγκρούσεων,πριν και μετά την απόφαση του Σ.Α.  Τόσο η ΟΔΓ όσο και άλλες ενδιαφερόμενες χώρες (ιδίως η Ρωσία)  αρνούνταν την ανάθεση της διεθνούς στρατιωτικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ.Η Σερβία/ΟΔΓ δεχόταν  τον “σημαντικό ρόλο του ΝΑΤΟ εντός της παρουσίας ασφαλείας” (“substantial NATO participation”),όχι όμως την διοίκηση του ΝΑΤΟ επί της δύναμης αυτής. Αλλωστε, η διοίκηση υπό τα ΗΕ ή υπό το ΝΑΤΟ είχε αποτελέσει και πολύ σημαντικό σημείο διαφωνίας κατά την διαδικασία  του Ραμπουιγιέ. Το γράμμα της απόφασης των G-8 αλλά και της 1244/1999 δεν επικύρωνε την ΝΑΤΟική διοίκηση της KFOR αλλά την ενιαία διοίκηση επί αυτής υπό τα ΗΕ (“unified command…under UN auspices”βλ. και σε Chomsky 2000 ).Πλην όμως, από την πρώτη φάση κιόλας το ΝΑΤΟ και η  κυβέρνηση των ΗΠΑ έκαναν σαφές ότι στην ουσία η διοίκηση της KFOR υπάγεται στο ΝΑΤΟ και ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλος πόλος διοίκησης και εξουσίας στην στρατιωτική δύναμη πέρα από το ΝΑΤΟ.  Ιδίως,το State Department   προέβαλε έναν μη δημοσιευμένο όρο του Παραρτήματος της Συμφωνίας κατά τον οποίο :

” Είναι κατανοητό ότι το ΝΑΤΟ θεωρεί μία διεθνή παρουσία ασφαλείας με “σημαντική συμμετοχή του ΝΑΤΟ” ως έχουσα το νόημα της ενωμένης διοίκησης και ελέγχου με πυρήνα το ΝΑΤΟ (“having NATO at the core“).Αυτό συνακόλουθα σημαίνει μία ενωμένη αλυσσίδα διοίκησης του ΝΑΤΟ υπό την πολιτική διεύθυνση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου …Οι μονάδες του ΝΑΤΟ θα κείνται υπό την διοίκηση του ΝΑΤΟ “175.

 

Ηδη,από την αρχική φάση εγκατάστασης της KFOR και τα επεισόδια που προέκυψαν

(π.χ. απόσπαση από τους Ρώσους του ελέγχου του αεροδρομίου  της Πρίστινα  διαφάνηκε ο απόλυτος έλεγχος του ΝΑΤΟ τόσο στην στρατιωτική διοίκηση της KFOR όσο και ως επίδραση στην τυπικά υπό τον ΟΗΕ κείμενη  προσωρινή πολιτική διεύθυνση του Κοσσυφοπεδίου (UNMIK -υπό τον Γάλλο διοικητή Μπερνάρ Κουσνέρ). Αλλωστε, ο έλεγχος αυτός αποτέλεσε και το βασικό διακύβευμα της επέμβασης. Χωρίς αυτόν ως αίτημα όλα τα άλλα αιτήματα ,έστω υπό στρατιωτική πίεση,είχαν στην πραγματικότητα γίνει αποδεκτά από την γιουγκοσλαβική πλευρά τον Μάρτιο 1999. Αν λοιπόν η επέμβαση διασφάλισε τον στρατιωτικό έλεγχο και την έκτακτη εκτελεστική εξουσία του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο, αξίζει να αναρωτηθούμε αν αυτός ο έλεγχος α) οδήγησε σε διασφάλιση των α.δ. β) επέτρεψε έστω την αυτοδιακυβέρνηση των Κοσοβάρων ή έστω τη αλβανικής τους μεγάλης πλειοψηφίας.

 

 

5.5.5. Το καθεστώς μετά την 1244/1999 απόφαση Σ.Α.: “πολυπολιτισμικότητα” και δημοκρατία ;

 

Η “νέα πραγματικότητα” γιά το Κοσσυφοπέδιο μετά τον Ιούνιο 1999 σήμανε το θετικό τέλος των κακουχιών και δεινών γιά τους Αλβανούς πρόσφυγες.Σήμανε την επιστροφή της μεγάλης τους πλειοψηφίας  (810.000 στις 850.000 περίπου,T.Judah 2001) στις εστίες τους και το τέλος της καταπίεσης και κακομεταχείρισής τους από τις σερβικές αρχές..Σήμανε τυπικά τουλάχιστον και την έναρξη μιάς διαδικασίας πολιτικού αυτοκαθορισμού των Κοσοβάρων  (της αλβανικής πλειοψηφίας),καθώς εξέλεξαν αντιπροσώπους σε περισσότερες από μία πολιτικές αναμετρήσεις έως σήμερα.

 

Ομως, σε καμία περίπτωση δεν παγιώθηκε μία κατάσταση “συνύπαρξης των εθνοτήτων” και συμβιβασμού μεταξύ τους. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες ξεκίνησε μία αλυσσίδα πράξεων αντεκδίκησης κατά των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου αλλά και κατά όλων των μη αλβανικών μειονοτήτων ( των Ρόμα, των Εβραίων κλπ) δολοφονίες,τραυματισμοί,ληστείες,καταστροφές οικιών  πραγματώθηκαν τόσο από τα σώματα του KLA όσο και από ιδιώτες κατά της προηγούμενα καταπιέζουσας εθνότητας.

Οι διώξεις αυτές ήταν τόσο εκτεταμένες ώστε προκάλεσαν την μαζική αποχώρηση μεγάλου τμήματος  του σερβικού πληθυσμού προς την Σερβία . Ηδη,στα τέλη του 1999 220.000 περίπου άτομα κυρίως σερβικής και αθιγγανικής ταυτότητας είχαν εγκαταλείψει το Κοσσυφοπέδιο (Judah 2001)..Επρόκειτο γιά μία σαφή “αντεστραμμένη εθνοκάθαρση” κατά των μη Αλβανών , γιά την οποία όμως, εν όψει του στερεοτύπου των “εθνικιστών Σέρβων” δεν υπήρξε καμία γενικευμένη διαμαρτυρία των δυτικών ΜΜΕ ούτε φωνές υπεράσπισης από τους “κριτικούς διανοουμένους”. Παραμένει επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι πολλές από τις πράξεις εκδίκησης τελέσθηκαν δημόσια και μπροστά στην δύναμη της KFOR χωρίς η τελευταία να δείξει βούληση αποτελεσματικής υπεράσπισης των μη αλβανικών εθνοτήτων, όσο δύσκολο και αν είναι αυτό σε μία βαθειά διχασμένη κοινωνία.Ακόμη και εκείνο το τμήμα της αλβανικής κοινής γνώμης, το οποίο επέκρινε την γραμμή της “εκδίκησης” βρέθηκε ηθικά και υλικά εκτεθειμένο απέναντι στην παραστρατιωτική και την ιδιωτική βία της καθημερινότητας (Judah 2001).Τελική κατάληξη αυτής της διαδικασίας στάθηκε η “γκεττοποίηση” των Σέρβων σε πόλεις και χωριά του Κοσσυφοπεδίου και η διαρκής ανησυχία γιά την ασφάλειά τους ιδίως μάλιστα σε μία συγκυρία  ένοπλης επέκτασης του αλβανικού εθνικισμού και στις γύρω χώρες και “ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης”,υπό την εποπτεία των ΗΕ και του ΝΑΤΟ.

 

 

Kατά την  ίδια περίοδο, ο KLA  μετασχηματίσθηκε σε μία επίσημη δύναμη

αστυνόμευσης του Κοσσυφοπεδίου, αλλάζοντας στολή,χωρίς να εγκαταλείψει

ουσιαστικά την “μυστική” δικτύωσή του ( π.χ. ο περίφημος “αφοπλισμός” του προσέλαβε μάλλον αστείες διαστάσεις) ή την ενασχόλησή του με το οργανωμένο έγκλημα.Ο νόμος του KLA παρά τις όποιες εξελικτικές τάσεις θυμίζει λιγότερο κράτος δικαίου και περισσότερο το καθεστώς των “φεουδαλικών” δικτύων προστασίας και υπακοής. Η δράση

του ως ενόπλου κέντρου εξουσίας και η σχετική αυτοτέλειά του προς τα ΝΑΤΟΙκά κέντρα εξουσίας δίνει ιδιόμορφα χαρακτηριστικά στην περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου : από την μία πλευρά ισχύουν όσα έχουν εκτεθεί γιά τον στρεβλό δημοκρατικό αυτοκαθορισμό και αυτών ακόμη των Αλβανών Κοσοβάρων -γιά αυτοκαθορισμό των διωκομένων μειονοτήτων δεν γίνεται βεβαίως σοβαρός λόγος. Ενα ένοπλο ρεύμα με εξωτερική στήριξη δεν μπορεί παρά να κατακτά,συχνά με εξωπολιτικές διαδικασίες, την “συναίνεση” ,όταν μάλιστα είναι και ο αγωγός οικονομικής βοήθειας από την Δύση ή την αλβανική ομογένεια. Παρά την πρόσφατη ενίσχυση του ρεύματος υπό τον Ρουγκόβα ( εκλογές του 11.2001 ),είναι φανερό ότι καμια  δύναμη δεν μπορεί να κυβερνήσει τους Αλβανούς Κοσοβάρους σε αντιπαράθεση προς τον KLA και την πολιτική του πτέρυγα.

 

Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός σχετικά ενδογενούς ενόπλου  κέντρου εξουσίας στηρίζει μεν το καθεστώς του “προτεκτοράτου” αλλά θέτει ενδεχομένως και κάποια όρια στην “Νατοική εξάρτηση”, την υποχρεώνει,περισσότερο από την Βοσνιακή περίπτωση, να εσωτερικευθεί στις ενδογενείς συνθήκες χωρίς βεβαίως να την αμφισβητεί συνολικά. Η “εξάρτηση” είναι η υλική βάση ΄ύπαρξης της ηγεμονίας του KLA,δεν μπορεί όμως να είναι αποτελεσματική, αν δεν λαμβάνει σοβαρά υπ’όψη της την διαμόρφωση των επιλογών του και των επιλογών της αλβανικής κοσοβαρικής πολιτικής σκηνής.  Υπό αυτήν την έννοια

η Διοίκηση του Μπ.Κουσνέρ έχει μικρότερες δυνατότητες παρέ,μβασης κατά τον τρόπο του Υψηλού Απεσταλμένου στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ανατροπής κυβερνήσεων,κατάργησης

εκλογών κλπ.

Παρ’όλα αυτά η κοινη βάση με το καθεστώς της Β-Ε εξακολουθεί να είναι ισχυρή : μία εκτελεστική εξουσία μοιρασμένη με τον διεθνή παράγοντα και υπό την φρούρηση Νατοικής δύναμης. Ενα ασαφές διεθνές καθεστώς της περιοχής και υποκείμενο σε μεταβολή. Αδυναμία μιάς “μη γκεττοποιημένης” συνύπαρξης των εθνοτήτων. Μία διεθνής και εσωτερική κυριαρχία περιορισμένη και υποκείμενη σε αναστολή. Μία διάλυση του κοινωνικού ιστού και των προυποθέσεων μιάς δικαιοκρατικής και δημοκρατικής πολιτικής συγκρότησης. Αλλά και μία εγκατάσταση κοινωνικών δικτύων προστασίας και υπακοής προνεοτερικού και “νεοφεουδαλικού” τύπου. Πρόκειται λοιπόν γιά “εθνική ανοικοδόμηση” ή γιά μία “μεταεθνική” αυτοκρατορική ανασυγκρότηση/αποδιάρθρωση ;

 

 

5.6. Τα αδιέξοδα της “δημοκρατικής ανοικοδόμησης” και ο “φιλελεύθερος δεσποτισμός” : από τα πειράματα του Γ’Κόσμου στην “τριτοκοσμοποίηση” της Ευρώπης

 

Η θέση της “εθνικής” ή της “δημοκρατικής ανοικοδόμησης” (nation building ,von Hippel 2000  ) αντιστοιχεί στην φάση ανασυγκρότησης του κράτους υποδοχής της επέμβασης μετά την παγίωση αυτής από τις δυνάμεις του επεμβαίνοντος κράτους ή συνασπισμού κρατών (ΝΑΤΟ ή OAS στην αμερικανική ήπειρο κλπ). Η “ανοικοδόμηση” αντιστοιχεί στην ανασυγκρότηση των διαλυμένων δομών και υποδομών του κράτους υποδοχής είτε εξαιτίας εμφυλίων πολέμων είτε εξαιτίας αυταρχικών καθεστώτων,α οποία προκάλεσαν ανθρωπιστική καταστροφή είτε εξαιτίας της σύγκρουσης ομάδων γιά την εξουσία (βλ. και Κaplan 2001) είτε εξαιτίας των πολύμορφων καταρρεύσεων κρατών,οι οποίες επεσυνέβησαν στον Τρίτο Κόσμο τα τελευταία χρόνια αλλά και  μετά την πτώση  του ανατολικού στρατοπέδου μεταξύ 1989 και 1991.

 

Η “ανοικοδόμηση” συντελείται από το συντονισμένο προσωπικό, στρατιωτικό και πολιτικό, του κράτους επέμβασης. Οσον αφορά τις προαναφερθείσες εμπειρίες μετά το 1989, είναι προφανές ότι αυτός ο ρόλος έχει αναληφθεί κατά κύριο λόγο από τον κρατικό μηχανισμό των ΗΠΑ.Ιδίως κατά την περίοδο της κλιντονικής διακυβέρνησης και πριν από την 11-9-2002, τα καθήκοντα της ανοικοδόμησης αντιστοιχούν στην ανασυγκρότηση ενός “βιώσιμου” και πολιτικά “φιλελεύθερου-δημοκρατικού” κράτους, βασισμένου στην οικονομία της αγοράς.Οπως τονίζουν οι διεθνείς αναλυτές,, η οικοδόμηση αφορά κατά βάση τρία διαφορετικά καθήκοντα : α) την διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας και άρα την μεσοπρόθεσμη αστυνόμευση της χώρας από τις ένοπλες δυνάμεις των επεμβαινόντων β) την αναδιαμόρφωση μιάς ενδογενούς “κοινωνίας  των πολιτών” , δηλαδή την επανεκπαίδευση  των πολιτών του καταρρεύσαντος κράτους σε πολιτικές διαδικασίες, την δράση των ΜΚΟ στην κατεύθυνση της δημιουργίας κοινωνικών δικτύων και υποδομών, την αναδιαμόρφωση διοικητικών και οικονομικών λειτουργιών κλπ. γ) την

αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών (“democratic institutions”) , δηλαδή την σταδιακή επαναλειτουργία των πολιτικών κομμάτων, του κοινοβουλευτισμού, την διενέργεια εκλογών υπό συνθήκες ασφάλειας και “ειρήνευσης”.

 

Η διαδικασία αυτή,όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα παραδείγματα, δεν είναι μία ευθύγραμμη, απλή και σύντομη διαδικασία. Προυποθέτει την μακρά παραμονή του αλλοδαπού κρατικού προσωπικού στην χώρα υποδοχής και την μακρά και συστηματική εποπτεία του ενδογενούς πληθυσμού από τους επεμβαίνοντες. Ιδίως τα παραδείγματα του Κοσσυφοπεδίου και της Βοσνίας, μέσα από την διαδοχική και επανειλημμένη ανανέωση εντολών παραμονής των SFOR  και KFOR  αντίστοιχα εκ μέους των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ , αναδεικνύουν μία ιδιαίτερη δυσκολία “ωρίμανσης” των υποκειμενικών παραγόντων πολιτικής αυτοκυβέρνησης και αυτοκαθορισμού.  Oι πολιτικές διαδικασίες δεν λειτουργούν πραγματικά κατά την “μεταβατική” (;;) περίοδο και γιά άγνωστη διάρκεια στην βάση του αυτοκαθορισμού αλλά στην βάση των υποδείξεων, πλαισίων και ορίων,τα οποία θέτουν οι κατοχικές ουσιαστικά αρχές. Αν στην Αιτή τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως καλύτερα υπέρ των ενδογενών επιλογών , η περίπτωση της Βοσνίας δείχνει το όριο αυτής της συνθήκης : ακύρωση εκλογών,παύση εκλεγμένων αντιπροσώπων και κυβερνήσεων,οι οποίες απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της Βουλής από εξωτερικά όργανα και αρχές κλπ. Ακόμη όμως και εκεί όπου οι διαδικασίες φαίνονται να γίνονται σεβαστές ( π.χ. στην Αιτή, τον Παναμά, ίσως το Κοσσυφοπέδιο,τουλάχιστον μιλώντας γιά την αλβανική πλειοψηφία, δεν δημιουργείται αναγκαστικά αντεπειχείρημα : αν τα αποτελέσματα των διαδικασιών δεν ήταν αρεστά γιά τις κατοχικές αρχές, όπως συνέβη π.χ. επανειλημμένα στην Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι οι επεμβάσεις θα αποφεύγονταν ως επιλογή αρχής.

 

Πρόκειται λοιπόν ,όπως επανειλημμένα, έχει γραφεί, όχι γιά διαδικασίες αμιγώς “δημοκρατικής ανοικοδόμησης” , αλλά γιά διαδικασίες ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού. Γιά διαδικασίες δηλαδή, όπου λειτουργούν μεν τυπικά οι θεσμοί, αλλά υπό τέτοιους όρους επιτήρησης και ελέγχου ώστε να διασφαλίζεται το επιθυμητό γιά τις κατοχικές αρχές πολιτικό περιεχόμενο, δηλαδή γιά μορφές “κηδεμονίας ” (προτεκτοράτα ) ή αλλοιώς γιά μορφές φιλελεύθερου/πεφωτισμένου δεσποτισμού.Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ως “πιλότος” αυτής της ανοκοδόμησης λαμβάνεται το δυτικογερμανικό και ιαπωνικό πείραμα της περιόδου 1945-1950, ένα πρότυπο δηλαδή πολυκομματισμού και εκλογών υπό τον προστατευτικό κλοιό όμως και τις συνακόλουθες επεμβάσεις (συνδυαζόμενες και με την διεθνή οικονομική βοήθεια )  του αμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού. Ακόμη και έτσι όμως, αναγνωρίζεται ότι τα σημερινά πειράματα “nation building” δεν διαθέτουν τους πολιτισμικούς και εκπαιδευτικούς όρους σύντομης απεξάρτησης, τους οποίους διέθεταν η ιαπωνική και η δυτικογερμανική κοινωνία εκείνη την περίοδο (von Hippel 2000).

 

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ,πλέον, ανάλογα πειράματα διεξάγονται όχι μόνον σε κλασσικές “τριτοκοσμικές κοινωνίες” (Σομαλία,Παναμάς,Αιτή) αλλά και σε κοινωνίες όπου υπήρξε παράδοση δημοκρατικής λειτουργίας και  θεσμών κοινωνίας των πολιτών έστω και στο μικροκοινωνικό επίπεδο  (όπως π.χ. η πρώην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία,έστω και υπό συνθήκες μονοκομματικού κράτους ) και πάντως υπάρχουν δημοκρατικές πολιτικές παραδόσεις. Παρά το ότι η επέκταση της κηδεμονίας από τον “Τρίτο Κόσμο” και σε ευρωπαικές κοινωνίες συντελείται στο όνομα της “κατάρρευσης των κοινωνιών αυτών” λόγω των εθνοτικών συγκρούσεων, φοβούμαστε ότι πρόκειται γιά διαδικασία που αντιστοιχεί σε μονιμότερες τάσεις και στρατηγικές.Περιοριζόμαστε σε αυτό το σημείο να απαριθμήσουμε ορισμένες από αυτές τις τάσεις, στις οποίες,εν πολλοίς, θα αναφερθούμε στην συνέχεια :

 

-η προστασία πλέον της εθνικής κυριαρχίας υπό την αίρεση της συμφωνίας της με “αρχές” και “αξίες”,στην πραγματικότητα όμως με τις τάσεις και επιλογές ενός κόσμου ενοποιούμενου υπό την μονοπολική ηγεμονία των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

  • η μετατροπή ζωνών του πλανήτη σε “νεοαποικιακά οργανωμένες διοικήσεις” είτε με την έγκριση του ΟΗΕ είτε άμεσα από τις Μεγάλες Δυνάμεις..
  • η ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων και εκ τούτου η δυσχέρεια πολιτικής ομογενοποίησης των κοινωνιών και δημοκρατικής διακυβέρνησης κατά τα πρότυπα του 20ου αιώνα.
  • Εκ του παραπάνω λόγου, η υιοθέτηση σταδιακά ακόμη και στις φιλελεύθερες δημοκρατίες ολιγαρχικών πολιτικών μορφών, με τήρηση κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά με ελλείπουσα δημοκρατική νομιμοποίηση (“φωτισμένες δεσποτείες” Kaplan 2001).Αν αυτές οι τάσεις ισχύουν γιά τις φιλελεύθερες δημοκρατίες σε κάποιο βαθμό ως προοπτική, γιά τον “Τρίτο Κόσμο” ή έστω τις καταρρέουσες βαλκανικές χώρες η φιλελεύθερη δημοκρατία μετατρέπεται σε πολυτέλεια. Υπ’ αυτήν την έννοια ο “ελεγχόμενος κοινοβουλευτισμός” γίνεται διαρκές καθεστώς. Το πρότυπο του “nation building” δεν αντιστοιχεί,κατά τα φαινόμενα, στην ιστορική εξέλιξη της Γερμανίας ή της Ιαπωνίας. Η Τουρκία μοιάζει να είναι το κράτος-πιλότος αυτής της διαδικασίας,με την διαφορά ότι εδώ ο εποπτεύων εγγυητής δεν είναι (ακόμη ;; ) το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και οι  ενδογενείς Ενοπλες Δυνάμεις αλλά ο στρατός των φορέων της επέμβασης176.
Γράφτηκε το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 1999. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Δικαιώματα του Ανθρώπου» τ. 6/2000 σελ. 289-364.

 

 

 

 

 

 

 

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ*

Δημήτρης Μπελαντής
Δρ Νομικής – Δικηγόρου
Ημερομηνία: 03-09-2003

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ*

Η συζήτηση για τη σχέση της  τρομοκρατίας ως οργανωμένης  πολιτικής βίας με την έννοια του πολιτικού εγκλήματος, όπως αναπτύσσεται κατά το τελευταίο διάστημα με αφετηρία τη δίκη της “17ης Νοέμβρη”, έχει πολλά επίπεδα και σημεία αναφοράς. Ένα από αυτά αναφέρεται στη συνταγματική έννοια του πολιτικού εγκλήματος, όπως αυτή τίθεται συστηματικά από τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3 και 4 (αμνηστία), 97 παρ. 1 εδ. α’ και παρ. 2 Σ.[1] (αρμοδιότητα επί πολιτικών εγκλημάτων) -σε συνδυασμό ενδεχομένως και με τη διάταξη  του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. γ’ Σ. για τη μη έκδοση αλλοδαπού, ο οποίος διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας ως μιας ειδικής μορφής πολιτικού εγκλήματος των αλλοδαπών. Ένα δεύτερο ερώτημα σχετίζεται με τον a priori  απoκλεισμό της “τρομοκρατίας” από το πεδίο ισχύος του πολιτικού εγκλήματος: αυτή είναι σε γενικές γραμμές η λογική του υπ’ αριθμ. 2869/2003 παραπεμπτικού βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών (εισαγωγικού στην παραπάνω δίκη) και της απόφασης που εξεδόθη. Ένα τρίτο ερώτημα αφορά στη δυνατή ικανοποιητική οριοθέτηση της εννοίας του πολιτικού εγκλήματος και στη σχέση της “αντιτρομοκρατικής” νομοθεσίας με την προστασία του πολιτεύματος. Τέλος, πέρα από κάθε νομική αφαίρεση, καμία απάντηση στο ζήτημα αν η δράση της  “17ης Νοέμβρη” περιελάμβανε πολιτικά εγκλήματα δεν είναι ικανοποιητική αν αγνοήσουμε το πρόβλημα των ορίων της πολιτικής ως μιας ειδικής μορφής κοινωνικής πρακτικής: η πολιτική περιορίζεται στην ισχύουσα θεσμική διαμόρφωση του πολιτικού γίγνεσθαι ή περιλαμβάνει και μορφές που τείνουν να ανατρέψουν τους θεσμικούς και συνταγματικούς κανόνες;  Ή αλλοιώς: η τάση συστολής και έκπτωσης  της εννοίας του πολιτικού εγκλήματος[2] μήπως ενέχει και την ισχυρή τάση “συσταλτικής” οριοθέτησης της πολιτικής;

 

Το εύρος της συνταγματικής εννοίας του πολιτικού εγκλήματος

 

Κατά τη λεγόμενη στενή αντικειμενική θεωρία πολιτικά είναι εκείνα τα εγκλήματα που κατατείνουν ευθέως και αμέσως στην προσβολή της συνταγματικής τάξης, του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η άποψη αυτή υιοθετείται από το παραπεμπτικό βούλευμα αλλά και από την εκδοθείσα  επί της σχετικής ενστάσεως απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στη δίκη της “17ης Νοέμβρη”. Θεμελιώνεται δε στην κρατούσα άποψη της νομολογίας του Αρείου Πάγου κατά τις τελευταίες δεκαετίες (ενδεικτικά:  ΑΠ 890/1976 στην υπόθεση έκδοσης του Ρ. Πόλε, σε Ποινικά Χρονικά [ΠΧ] 1977, σελ. 319 επ., ΑΠ 1260/1987 στην υπόθεση έκδοσης του Μ. Φολλίνι, σε Νομικό Βήμα 1987, σελ. 1452 επ., ΑΠ 820/1989 στην υπόθεση Ρασίντ σε ΠΧ 1990, σελ. 183 επ., ΑΠ 362/1995 σε Υπεράσπιση 1996, σελ. 487 επ., ΑΠ 1137/1998 σε ΠΧ ΜΘ, σελ. 655 επ. κ.α., όλες σε περιπτώσεις εκδόσεως αλλοδαπών πολιτών  στην αλλοδαπή).

Αν αυτή η άποψη γίνει δεκτή, τότε στα πολιτικά εγκλήματα θα υπαχθούν αποκλειστικά τα αδικήματα του Α’ Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικος (Προσβολές του Πολιτεύματος) και ιδίως τα αδικήματα της εσχάτης προδοσίας (134 Π.Κ.) και των προπαρασκευαστικών πράξεων εσχάτης προδοσίας (135 Π.Κ.). Στην πράξη θα πρόκειται αυστηρά για πράξεις τελούμενες κατά ή στο προστάδιο πραξικοπήματος ή ένοπλης επανάστασης και εμφυλίου πολέμου, σε εξαιρετικές δηλαδή και οριακές ενδοκρατικές συγκυρίες κρίσης.

Η τόσο στενή αποτύπωση του πεδίου του πολιτικού εγκλήματος θέτει το ζήτημα αν η έννοια αυτή έχει στην πράξη υπαρκτό  πεδίο ισχύος. Ή αν πρόκειται απλώς για ένα ιδεολογικό κατάλοιπο προγενέστερων περιόδων στη συνταγματική μας τάξη με διακηρυκτική απλώς αξία. Αν, όμως, δεχθούμε ότι όλες οι συνταγματικές διατάξεις έχουν αυτοτελές κανονιστικό περιεχόμενο και δεν αποτελούν απλές ευχές, θα χρειασθεί να αναζητήσουμε αντίστοιχο περιεχόμενο και για τα πολιτικά εγκλήματα.

Η ιδιομορφία των με τη στενότερη έννοια προσβολών του πολιτεύματος (και ιδίως της εσχάτης προδοσίας) έγκειται ακριβώς στη δυσχέρεια να συμπυκνωθεί χρονικά το ώριμο και το έγκαιρο της δίωξής τους. Όταν οι ανατρεπτικές εκδηλώσεις κολάζονται σχετικά πρόωρα, προτού αναδειχθεί συγκεκριμένος κίνδυνος κατάλυσης ή αλλοίωσης του πολιτεύματος με τη χρήση βίας ή απειλής βίας,  (με την υπαγωγή τους στο πεδίο των προπαρασκευαστικών πράξεων εσχάτης προδοσίας ή με τη μορφή ενός “προληπτικού” πολιτικού  ποινικού δικαίου[3]), τίθεται πάντοτε το ενδεχόμενο μιας υπέρμετρης ποινικοποίησης του ανατρεπτικού λόγου και της ανατρεπτικής πολιτικής σε βάρος της πολιτικής ελευθερίας. Όταν πάλι  οι ανατρεπτικές πρακτικές κολάζονται καθυστερημένα, έχει δηλαδή ήδη εκδηλωθεί η επιχείρηση ανατροπής του πολιτεύματος, τότε είναι συνήθως αρκετά αργά για να προστατευθεί αποτελεσματικά  το συγκεκριμένο  έννομο αγαθό. Οι “ανατροπείς” από διωκόμενοι γίνονται κυβερνήτες και θέτουν το δικό τους δίκαιο. Ακόμη και στην περίπτωση όμως που η επιβουλή τους αποκρούεται ή που τελικώς ανατρέπονται και η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποκαθίσταται, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτοί θα δικασθούν ως πολιτικοί εγκληματίες. Η ιστορική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών ελληνικής πολιτικής ιστορίας επιβεβαιώνει την ισχυρή τάση απαξίωσης του ενόπλου πολιτικού αντιπάλου διά της εκπτώσεώς του από τη σφαίρα του πολιτικού εγκλήματος.

Η ηττημένη παράταξη του Εμφυλίου, υπαγόμενη στις διατάξεις του α.ν. 509/1947 και του Γ’ Ψηφίσματος, στερήθηκε την αρμοδιότητα των ορκωτών δικαστηρίων. Αλλά και αυτοί οι “πρωταίτιοι” της δικτατορίας (1967-1974) υπήχθησαν στο Πενταμελές Εφετείο με τις διατάξεις της Στ’ Συντακτικής Πράξης της 3/3-10-1974, ενώ κανονικά και στο πλαίσιο του Συντάγματος 1952 θα έπρεπε να δικασθούν από ορκωτό δικαστήριο. Γεννιέται, λοιπόν, το ερώτημα αν ο τόσο στενός ορισμός του πολιτικού εγκλήματος αποσκοπεί ακριβώς στην εξάλειψη της όποιας δυνατότητας εφαρμογής του.  Όμως, ο συντακτικός νομοθέτης επεδίωξε την επιβίωση και όχι την έμπρακτη εξάλειψη του πολιτικού εγκλήματος. Επιβεβαίωσε δε αυτή την επιλογή του και κατά την πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ενισχύοντας και τη θέση ότι η συνταγματική δωσιδικία των ορκωτών δικαστηρίων για τα πολιτικά εγκλήματα έχει ειδική ratio σε σχέση με εκείνη των κοινών κακουργημάτων, στο βαθμό που αποσκοπεί ακριβώς στην προστασία των παραβατικών πολιτικών αντιπάλων από την ενδεχόμενη εκδικητικότητα των θεσμικών οργάνων της κρατικής εξουσίας μέσα από την παρουσία του λαικού στοιχείου στους δικαστικούς μηχανισμούς[4].  Η δε εγγύηση αυτή αποτελεί εξειδίκευση της ίδιας της δημοκρατικής αρχής

Στην περίπτωση, όμως, που οι εσχατοπροδοτικές πράξεις θεωρηθούν όχι η αποκλειστική μορφή αλλά το βασικά μη εμφανιζόμενο άκρο όριο του πολιτικού εγκλήματος, απελευθερώνεται ακριβώς ένα πολύ ευρύτερο πεδίο ισχύος της έννοιας. Αυτό μπορεί να καλυφθεί κατά το μέγιστο μέρος από τα αδικήματα της (πολιτικής) τρομοκρατικής δράσης, με την έννοια της ένοπλης αντισυστημικής δράσης και,  δευτερευόντως από αδικήματα κατά της κρατικής ασφαλείας με την στενή έννοια[5],  κατά της δημόσιας τάξης και κατά της πολιτειακής εξουσίας. Αυτού του είδους οι διακινδυνεύσεις της κρατικής ασφαλείας μπορούν να συνυπάρξουν, σε μία διαλεκτική  αμοιβαίας έντασης με τη συνθήκη της δημοκρατικής ομαλότητας και μάλιστα σε μακροχρόνια κλίμακα, στο βαθμό που τόσο οι αντιθεσμικές πρακτικές κοινωνικών κινημάτων (αρχίζοντας από την άσκηση μορφών “πολιτικής ανυπακοής”, ενδεχομένως ποινικοποιούμενων[6], και φθάνοντας στις μορφές άσκησης υλικής αντιβίας προς αυτήν των μηχανισμών ασφαλείας π.χ. κατά τις δημόσιες συναθροίσεις) όσο και οι μορφές οργανωμένης πολιτικής βίας δεν φθάνουν σε ένα γενικότερο σημείο κοινωνικής ρήξης και αποσταθεροποίησης. Κατά την άποψή μας, ο συντακτικός νομοθέτης συμπεριέλαβε σε κάθε περίπτωση αυτά τα ενδεχόμενα παραβίασης της νομιμότητας στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος συγκροτώντας ένα πεδίο αξιόποινης και παραβατικής εξωθεσμικής  πολιτικής δράσης[7]. Τόσο ιστορικώς όσο και τελολογικώς αυτή είναι η μόνη λογική εκδοχή ως προς τη συνταγματική έννοια του πολιτικού εγκλήματος, αυτή που της δίνει χώρο για να υπάρξει.

Κατά της υπαγωγής της πολιτικής τρομοκρατίας στη συνταγματική  έννοια του πολιτικού εγκλήματος έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι το φαινόμενο αυτό δεν ήταν σε ανάπτυξη κατά τον χρόνο θέσπισης του Συντάγματος και άρα δεν είχε αυτό υπ’ όψη του ο συντακτικός νομοθέτης[8]. Έχει ακόμη υποστηριχθεί ότι σε συνθήκες λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για τη διάπραξη πολιτικών εγκλημάτων πλην εκείνων των περιπτώσεων που κάποιος “αγωνίζεται υπέρ της ελευθερίας” (άρθρο 5 παρ. 2 εδ. γ’ Σ.).

Όσον αφορά  το πρώτο επιχείρημα, χρειάζεται να υπενθυμισθεί ο ιστορικός ορίζοντας του 1975 σε ευρωπαϊκή κλίμακα: πυκνή δράση των οργανώσεων “ένοπλης πάλης” σε Ιταλία και Δυτική Γερμανία, έντονη εμφάνιση της λεγόμενης “διεθνούς τρομοκρατίας” (π.χ. επιχείρηση ΟΠΕΚ στη Βιέννη, γερμανική πρεσβεία στην Στοκχόλμη, “Μαύρος Σεπτέμβρης”, αεροπειρατεία Έντεμπε κ.λπ.). Προφανώς, οι πολιτικές δυνάμεις που διαμόρφωσαν τη συνταγματική μας τάξη δεν περιορίζονταν στις παραστάσεις της ελληνικής κοινωνίας και μόνο ούτε στις συμπυκνώσεις της ιστορικής στιγμής και μόνο: η πλειοψηφία αποδέχθηκε τη διαιώνιση ενός ιδιαίτερου συνταγματικού καθεστώτος για το με την ευρύτερη έννοια πολιτικό έγκλημα  διατηρώντας το “προνόμιο” να ορίσει στη συνέχεια ως νομοθετική πλειοψηφία τις εξαιρέσεις του (αναβλητικός συμβιβασμός). Ένα συνταγματικό κείμενο δεν αποτελεί περιστασιακό ειδικό ποινικό νόμο αλλά επιδιώκει να καλύψει μακροχρόνιες πολιτειακές και κοινωνικές αναγκαιότητες  και να οργανωθεί απέναντι σε επικείμενες περισσότερο παρά σε ενεστώσες και μόνο “απειλές”. Άλλωστε, η τάση “άμυνας” του πολιτεύματος απέναντι σε μακροχρόνια, και όχι βεβαίως “στιγμιαία”  -εσχατοπροδοτική- δράση “εσωτερικών εχθρών” αναπτύχθηκε με συνέπεια τα πρώτα χρόνια ισχύος  του Συντάγματος 1975, ακόμη και αν δεν παρασχέθηκε στους αποδέκτες αυτών των πολιτικών ελέγχου το καθεστώς του πολιτικού εγκληματία[9].

‘Οσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα[10], αυτό εμπεριέχει έναν έντονο ταυτολογικό χαρακτήρα. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συνταγματική διάταξη άρθρου 5 παρ. 2 εδ. γ’ Σ. αναφέρεται σε αλλοδαπούς και μόνο όσον αφορά το δίκαιο της έκδοσης και άρα δεν μπορεί να αντληθεί από αυτήν επιχείρημα για το συνολικό εύρος ισχύος του πολιτικού εγκλήματος ούτε και για τους Ελληνες πολίτες ως πιθανά υποκείμενά του, η τόσο στενή οριοθέτηση του πολιτικού εγκλήματος θέτει και πάλι το ερώτημα γιατί να προβλέπεται αυτό από ένα δημοκρατικό Σύνταγμα στο πλαίσιο της ισχύος του. Αφού, βεβαίως, αυτή η πρόβλεψη δεν μπορεί να αφορά ούτε όσους υπερασπίζονται το δημοκρατικό Σύνταγμα έναντι της επιβουλής του όσο διαρκεί η συνταγματική έννομη τάξη -αυτοί δεν είναι εγκληματίες αλλά φορείς του συνταγματικού δικαιώματος αντίστασης (120 παρ. 4 Σ)- ούτε εκείνους που αγωνίζονται για την αποκατάσταση της δημοκρατίας ενόσω έχει καταλυθεί: αυτοί ορίζονται ως “κοινοί” εγκληματίες από την αυταρχική έννομη τάξη και παύουν να θεωρούνται, προφανώς, εγκληματίες μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ίδια η ιστορική σχετικότητα του εξουσιαστικού φαινομένου αποδυναμώνει καίρια το παραπάνω επιχείρημα.

Και υπό τον όρο, όμως, της ταύτισης του πολιτικού εγκλήματος με τον “αγώνα υπέρ της ελευθερίας”, δεν θα ήταν προφανής ο χρωματισμός της τελευταίας φράσης με τα χρώματα της ισχύουσας συνταγματικής τάξης: ο συντακτικός νομοθέτης ορίζει ως “πολιτικό εγκληματία” τον δημόσιο εχθρό του Συντάγματος, τον hostis[11] και όχι τον υποστηρικτή του. Ο οποίος, άλλωστε, δεν θεωρείται από το ίδιο το Σύνταγμα εγκληματίας εν γένει.

Ακόμη, όμως, και αν γινόταν αποδεκτή η προβληματική της στενής αντικειμενικής θεωρίας, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η δράση των οργανώσεων τύπου “17ης Νοέμβρη” θα απεκλείετο αυτομάτως από την έννοια του πολιτικού εγκλήματος.

Στο βαθμό που πρόκειται για ένα ιδιαίτερο υποσύνολο οργανώσεων του άρθρου 187 Π.Κ. με πολιτική στοχοθεσία και στρατηγική, αναγόμενη στην ανατροπή του κοινοβουλευτικού καθεστώτος και στην αντικατάστασή του από ένα “μη καπιταλιστικό” πολιτικό καθεστώς,  τόσο το έννομο αγαθό της δημόσιας τάξης (διακυβευόμενο από τη σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση) όσο και τα ιδιωτικά έννομα αγαθά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ελευθερίας ως προς τις επιμέρους εγκληματικές προσβολές δεν πλήττονται μόνον καθ’ εαυτά αλλά και ως ενδιάμεσα αγαθά σε μία αιτιακή / νοηματική αλυσίδα ενεργειών που αποσκοπεί στη διαρκή και μακροχρόνια αποδυνάμωση των πολιτικών θεσμών, στη δημιουργία ευρέων διαθεσιμοτήτων για την προσβολή της δημόσιας τάξης και στη διαμόρφωση όρων, τελικώς, για την στο τέλος της διαδρομής άμεση προσβολή του πολιτεύματος (πρβλ. και μειοψηφία στην απόφαση 1260/1987 ΑΠ [υπόθεση Φολλίνι], η οποία δέχεται ότι η αφαίρεση περιστρόφου από αστυνομικό εκ μέρους μελών ενόπλων ομάδων τείνει και οδηγεί ευθέως στην προμήθεια των μέσων για την ανατροπή της κοινωνικο-οικονομικής τάξεως). Υπό αυτή την έννοια είτε μπορούμε να μιλήσουμε για τη μακροχρόνια στόχευση ανατροπής του πολιτεύματος χωρίς ακόμη τη σύνδεση με ορισμένη χρονικά μελλοντική προσβολή του πολιτεύματος είτε και για τη συνδρομή ήδη μορφών προπαρασκευής της εσχάτης προδοσίας (εφ’ όσον συντρέχει άσκηση βίας)  διακρίνουμε μία σχέση γραμμικής αιτιότητας -αν και όχι χρονικής αμεσότητας- ανάμεσα στην δράση της πολιτικής τρομοκρατίας και στην προσβολή της πολιτειακής τάξης καθ’ εαυτήν[12].

 

“Η τρομοκρατία δεν είναι πολιτική”

 

Η θέση του παραπεμπτικού βουλεύματος αλλά και όσων υποστηρίζουν την μη πολιτικότητα -και μάλιστα αδιακρίτως- των σχετικών με την τρομοκρατία αδικημάτων διακρίνεται συχνά από ισχυρά στοιχεία “αποφασιοκρατικής” αντίληψης, τομής των θεωρητικών διαφωνιών με “απόφαση” του εθνικού ή του “διεθνούς” νομοθέτη. Επηρεασμένες οι αντιλήψεις αυτές από την επαναλαμβανόμενη σε Διεθνείς Συμβάσεις ή Αποφάσεις-Πλαίσια  ρήτρα περί “μη πολιτικότητος” των τρομοκρατικών αδικημάτων[13] προβαίνουν σε συλλογισμούς αποκλεισμού της πολιτικότητος θεμελιωμένους συχνά στην ίδια τη λήψη του ζητουμένου (“petitio principii”). Επικαλούνται διεθνείς συμβατικές ρήτρες “αποπολιτικοποίησης” και αποκλεισμού, οι οποίες χρησιμοποιούν την έννοια της “τρομοκρατίας” ως αφετηρία της ισχύος τους. Παρακάμπτουν, όμως, ακριβώς το ζήτημα ότι η ίδια η έννοια της “τρομοκρατίας” συστατικά και εγγενώς εμπεριέχει, σε ορισμένες όψεις του πυρήνα της, βασικούς προσδιορισμούς του πολιτικού εγκλήματος όπως: α) η προσβολή πολιτικών εννόμων αγαθών, β) το κίνητρο άσκησης πίεσης στην κοινωνία, γ) το κίνητρο εξαναγκασμού σε πράξη ή παράλειψη της κρατικής εξουσίας και δ) την τάση προσβολής ή αποσταθεροποίησης των πολιτικών και συνταγματικών δομών μιας χώρας[14].

Περαιτέρω, όμως, η δυνατότητα συναγωγής του χαρακτήρα των πράξεων οργανώσεων όπως η “17η Νοέμβρη” από τον ορισμό τους ως “τρομοκρατικών” με αυστηρά νομικά κριτήρια είναι τελικά απρόσφορη. Κατ’ αρχήν, η έννοια αυτή ως αυστηρά νομική έννοια δεν συναντάται στην ισχύουσα ελληνική έννομη τάξη. Μόνο στο πλαίσιο του ν. 774/1978 είχε επιχειρηθεί ο προσδιορισμός των “πολιτικών” εγκληματικών οργανώσεων ρητώς ως “τρομοκρατικών”, η προσπάθεια δε αυτή εγκαταλείφθηκε (Εισηγητική Εκθεση  ν. 1366/1983 και ν. 1916/1990)  λόγω ακριβώς της έντονης αοριστίας της και πολυσημίας της, η οποία πρακτικά είναι αδύνατο να ιαθεί με προσφυγή απλώς και μόνο σε αλλοδαπά νομοθετικά κείμενα, Διεθνείς Συμβάσεις και απόψεις της θεωρίας, αφού δεν προκύπτει μια στοιχειωδώς κοινά αποδεκτή αξιολόγηση[15]. Αυτή η αδυναμία κοινής αξιολόγησης προκύπτει ακριβώς από τον “πολεμικό” χαρακτήρα της εννοίας αυτής, από την επεκτατική / συμβολική χρήση της σε ένα απεριόριστα διευρυνόμενο φάσμα εξωσυστημικών πρακτικών και από τη σχετικότητα της εκάστοτε νομικής-θεσμικής της αποτύπωσης.

Πέρα από την συναγωγή πάντως ενός πυρήνα της (μη κρατικής)  “τρομοκρατίας” με κοινωνιολογικά βασικά και πολιτικοθεωρητικά κριτήρια (εγκληματική οργάνωση με “ανατρεπτικά” πολιτικά κίνητρα, η οποία διαπράττει δολοφονίες, απαγωγές, τραυματισμούς κ.λπ.) μπορεί να εκδιπλωθεί  ερμηνευτικά μία ευρεία περιφέρεια “τρομοκρατικών” πρακτικών ως “βίαιης”  πολιτικής δράσης που ασκεί καταναγκασμό ή εκφοβισμό όπως: α) το ζήτημα της κρατικής τρομοκρατίας, β) το ζήτημα της υπαγωγής πρακτικών εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων (π.χ. Ιρλανδία, Παλαιστίνη) ή πρακτικών εμφυλίου πολέμου (π.χ. Κολομβία ) στην έννοια, γ) το ζήτημα της υπαγωγής δυναμικών πρακτικών εξωσυστημικών κινημάτων της Δύσης (π.χ. Γένοβα 2001) στην έννοια κ.λπ. και δ) το ζήτημα της έντονα βίαιης δράσης κατά αυταρχικών καθεστώτων κ.λπ. Το τι από όλα αυτά θα ενταχθεί -επιλεκτικώς- στο θετικό δίκαιο ως “τρομοκρατία” προϋποθέτει ειδική αξιολόγηση και τελικώς ιστορικά προσδιορισμένη πολιτική απόφαση.

Αν όμως η έννοια της “τρομοκρατίας” δεν μπορεί να λειτουργήσει ερμηνευτικά ως συνεκτική νομική έννοια αλλά μόνο ως κοινωνιολογικό ή ηθικοπολιτικό επιχείρημα, ο ερμηνευτής του δικαίου πρέπει να εξηγήσει και να  παρουσιάσει τη δική του ηθικοπολιτική εκδοχή για το περιεχόμενο της “τρομοκρατίας” ως ειδικότερη εκδοχή του “οργανωμένου εγκλήματος” και τις εξ αυτής νομικές συνεπαγωγές, ιδίως μάλιστα όταν  βάσει αυτής εξορίζει την πολιτική φύση των αδικημάτων. Και όχι να τη θεωρήσει ως δεδομένη.

 

Για την ποινική οριοθέτηση του πολιτικού εγκλήματος

 

            Έχει ήδη διεξαχθεί έντονη συζήτηση για τα κριτήρια ένταξης στο πολιτικό έγκλημα. Θα ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι, παρά την εν όψει του ισχύοντος Συντάγματος αναντιστοιχία της στενής αντικειμενικής θεωρίας,  τόσο η ευρεία αντικειμενική θεωρία όσο και οι υποκειμενικές θεωρίες παρουσιάζουν από μόνες τους ορισμένα προβλήματα ως προς την ακριβή οριοθέτηση του πολιτικού από το κοινό έγκλημα.

Η ευρεία αντικειμενική θεωρία, η οποία δέχεται ως κριτήριο την προσβολή όλων των πολιτικών εννόμων αγαθών και όχι μόνον του πολιτεύματος (της εσωτερικής κρατικής ασφαλείας κατά την ευρεία έννοια, περιλαμβάνουσας εκτός από το πολίτευμα και τη δημόσια τάξη, την πολιτειακή εξουσία, τα αδικήματα κατά των πολιτικών σωμάτων όπως επίσης και της εξωτερικής κρατικής ασφαλείας) είχε ισχυρά ερείσματα  στη θεωρία ήδη κατά τις απαρχές της ποινικής επιστήμης στη χώρα μας αλλά και στην παλαιότερη νομολογία του Αρείου Πάγου (τέλος 19ου αιώνα και αρχές 20ου)[16]. Βρίσκει, επίσης, έρεισμα και σε άλλες έννομες τάξεις, όπως στην περίπτωση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ιταλικού Ποινικού Κώδικα: Α) “Κατά τις διατάξεις του ποινικού νόμου είναι πολιτικό έγκλημα κάθε έγκλημα που προσβάλλει ένα πολιτικό συμφέρον του κράτους ή ένα πολιτικό δικαίωμα του πολίτη. Β) Θεωρείται επίσης πολιτικό έγκλημα το κοινό έγκλημα που καθορίζεται εξολοκλήρου ή κατά μέρος από πολιτικές αιτίες (κίνητρα)”.

Ως αδυναμία της θεώρησης αυτής λογίζεται η δυνατότητα υπέρμετρης επέκτασης των ορίων του πολιτικού εγκλήματος, όπως π.χ. η εφαρμογή του και στις πιο δευτερεύουσες μορφές αντίστασης κατά της αρχής ή διατάραξης της δημόσιας τάξης.

Νομίζουμε ότι αυτές οι αδυναμίες καλύπτονται αν η ευρεία αντικειμενική θεωρία λειτουργήσει ως αναγκαία βάση, συναρθρωθεί, όμως, ειδικότερα και εξειδικευθεί από το κίνητρο της στενής υποκειμενικής θεωρίας, τον σκοπό ανατροπής του ισχύοντος πολιτεύματος στο πλαίσιο της λεγόμενης μικτής θεωρίας. Αυτού του τύπου η οριοθέτηση αντιμετωπίζει και τα προβλήματα των υποκειμενικών θεωριών, όπου η συνδρομή του κινήτρου και μόνο ανεξάρτητα από το προσβαλλόμενο αγαθό αντιμετωπίζει ενδεχομένως αποδεικτικές δυσχέρειες.

Όπως είναι γνωστό, η μικτή θεωρία με βάση όμως την ευρεία αντικειμενική έχει γίνει δεκτή από σχηματισμούς του Εφετείου Αθηνών  (σε συμβούλιο) σε ζητήματα έκδοσης τόσο αρκετά παλαιότερα στην υπόθεση Ρ. Πόλε (ΕφΑθ 12, 13/1976 σε ΠΧ, σελ. 660 επ.) και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ενρίκο Μπιάνκο (ΕφΑθ 2/1998 σε Υπεράσπιση 1998, σελ. 568 επ.).

Το περίγραμμα της μικτής θεωρίας (με βάση την ευρεία αντικειμενική) επιτρέπει να λειτουργήσει η συνταγματική έννοια σε όλο της το εύρος περιλαμβάνουσα και την σε “ομαλές περιόδους” διακινδύνευση της κρατικής ασφαλείας είτε από τη δράση της πολιτικής εγκληματικής οργάνωσης (ιδίως της κακουργηματικής μορφής του ν. 2928/2001),  είτε από σοβαρές διαταράξεις της δημόσιας τάξης από (ανοργάνωτους) πολιτικούς αμφισβητίες στο πλαίσιο μαζικών εκδηλώσεων, οι οποίοι πάντως εντάσσουν αυτές τις διαταράξεις σε μία στόχευση τελικά ανατροπής του πολιτεύματος έστω και κατά τρόπο μακροχρόνιο[17].  Τρεις ομόκεντροι κύκλοι λοιπόν: εσχατοπροδοτικές πράξεις, οργανωμένη  πολιτική βία  των ομαλών περιόδων (“τρομοκρατία”) και σοβαρές διαταράξεις της δημόσιας τάξης (ή άλλων πολιτικών εννόμων αγαθών) με στόχευση (στο κοντινό ή και μακρινό μέλλον) ανατροπής του πολιτεύματος.

Υπό το πρίσμα της ευρείας αντικειμενικής θεωρίας η εγκληματική οργάνωση του άρθρου 187 Π.Κ. είναι πάντοτε αμιγές πολιτικό έγκλημα, αφού στρέφεται κατά της δημοσίας τάξεως, της αυθεντίας του νόμου ως προστατευτικής ασπίδας των ιδιωτικών εννόμων αγαθών. Πιο ικανοποιητική είναι η θέση της μικτής θεωρίας, κατά την οποία η οργάνωση του άρθρου 187 Π.Κ. είναι πολιτικό έγκλημα υπό την προϋπόθεση της συνδρομής ανατρεπτικού πολιτικού σκοπού και στρατηγικής, εφ’ όσον δηλαδή μιλάμε για πολιτική εγκληματική οργάνωση και μόνο.

Όσον αφορά τις επιμέρους πράξεις των οργανώσεων πολιτικής βίας (ανθρωποκτονίες, τραυματισμοί, ληστείες κ.λπ.) αυτές κατ’ αρχήν δεν αποτελούν αμιγή πολιτικά εγκλήματα. Μπορούν, όμως, να θεωρηθούν “συνεχόμενα” στο πλαίσιο του “συνθέτου πολιτικού εγκλήματος”, στο βαθμό που εξυπηρετούν και διευκολύνουν την τέλεση του αμιγώς πολιτικού διαρκούς αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης (187 ΠΚ υπό τη μορφή 1 παρ. 1 ν. 2928/2001) αλλά και την προπαρασκευή μελλοντικών εσχατοπροδοτικών πράξεων. Ιδίως η μακροχρόνια διαρκής τέλεση του αδικήματος του 187 Π.Κ. δεν είναι δυνατή χωρίς να τροφοδοτείται και να αναπαράγεται από την τέλεση των συμφωνούμενων κάθε φορά επιμέρους εγκληματικών πράξεων. Παρά την αυτοτελή ποινική απαξία του ιδιωνύμου αδικήματος προς τις επιμέρους τελούμενες πράξεις, μία εγκληματική οργάνωση δεν θα μπορούσε να παρατείνει την ύπαρξή της στον χρόνο αν δεν υλοποιούνταν και πραγματώνονταν διαρκώς από τα μέλη της συγκεκριμένες προσβολές κατά συγκεκριμένων υλικών αντικειμένων. Επιπλέον δε ιδίως οι πράξεις όπως η παράνομη άντληση μέσων εφοδιασμού (π.χ. κλοπή οπλισμού, μεταφορικών μέσων) ή υλικών πόρων κατατείνουν άμεσα στην διαρκή ανατροφοδότηση της εγκληματικής οργάνωσης, η συνδρομή της οποίας, ορθότερα, δεν μπορεί να νοηθεί αν δεν κατέχει τον αναγκαίο εφοδιασμό για την πραγμάτωση των σκοπών της, ο οποίος και καθιστά πλέον “συγκεκριμένη” την διακινδύνευση της δημόσιας τάξης.

 

Πολιτικοποίηση του εγκλήματος – εγκληματοποίηση της πολιτικής

 

Οι απόψεις που δεν αποδέχονται τη συσχέτιση τρομοκρατίας και πολιτικού εγκλήματος δεν τοποθετούνται αποκλειστικά στο έδαφος της παραδοσιακής διάκρισης πολιτικού και κοινού εγκλήματος αλλά και  στο έδαφος της οριοθέτησης της πολιτικής. Διατυπώνεται η γενικότερη θέση: στο έδαφος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν διαπράττονται πολιτικά εγκλήματα ειμή μόνον η εσχάτη προδοσία. Ο θεσμός αυτός εμφανίζεται ως οριακό ιστορικό κατάλοιπο αυταρχικών περιόδων και έχει οριακή εφαρμογή.

Η θέση αυτή διαγράφει από το πεδίο της πολιτικής την εξωσυστημική και εξωθεσμική πολιτική. Τη διαγράφει κατ’ αρχήν στον βαθμό που μετέρχεται βίαια μέσα -ως προς αυτό όμως είναι ασυνεπής αφού δέχεται την εσχάτη προδοσία, “τελούμενη με βία ή απειλή βίας” ως πολιτικό έγκλημα. Την διαγράφει, όμως, ενδεχομένως και ως εκδήλωση “ανατρεπτικού” φρονήματος, στο βαθμό που αυτό λειτουργεί στο πλαίσιο μαζικών εκδηλώσεων, οι οποίες υπερβαίνουν τα νόμιμα όρια όχι αναγκαστικά με υλικά βίαιο τρόπο (ας θυμηθούμε εδώ ότι ακόμη και η “ανυπακοή” μπορεί να εκληφθεί ως “παράνομη βία”). Ή και “προετοιμάζει” προοπτικά την άσκηση βίας.

Είναι γεγονός ότι καμία έννομη τάξη δεν δέχεται τη βίαιη αυτοαναίρεσή της. Όμως το ισχύον Σύνταγμα δεν “αποδέχεται” την ανατρεπτική  πολιτική βία. Της ορίζει ένα ειδικό καθεστώς μεταχείρισης ως εγκληματικής μορφής αναγόμενο στην “καθολικότητα” των στοχεύσεών της, στον έντονα κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα της και στον μη εκδικητικό χαρακτήρα της δημοκρατικής εξουσίας. Αυτή η ειδική μεταχείριση αναμφίσβητητα έχει βασικά ευεργετικές όψεις (και Μαγκάκης, ΝοΒ 2002, Σταθόπουλος 2003), αναγόμενες στη μεταδιαφωτιστική αντίληψη για τον ευγενέστερο σχετικά χαρακτήρα του εγκληματία με πολιτικά κίνητρα[18]. Αυτό ήταν ακόμη σαφέστερο στην προ της Αναθεώρησης 2001 μορφή του Συντάγματος (7 παρ. 3 Σ.: μη επιβολή θανατικής ποινής στα πολιτικά εγκλήματα πλην των συνθέτων) και γινόταν δεκτό από την παλαιότερη θεωρία (και σε Καμινάρη 1979 όπ.π.). Κατά τη σημερινή περίοδο, μετά τις “αντιτρομοκρατικές” δεκαετίες 1970 και 1980, ιδίως όμως μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, η αντίληψη αυτή δέχεται μία ολομέτωπη επίθεση, τείνουσα στην εξαφάνιση του “πολιτικού εγκλήματος”. Στο πλαίσιο των νεότερων αντιλήψεων η εγκληματικότητα με πολιτικά κίνητρα αντιμετωπίζεται τόσο στο πεδίο της προδικασίας (ειδικές ανακριτικές τεχνικές και μέσα, συστολή δικονομικών δικαιωμάτων) όσο και στο πεδίο της κύριας δίκης ομοιόμορφα ή και  αυστηρότερα από την κοινή εγκληματικότητα, ταυτιζόμενη ουσιαστικά με τη βαρύτερη δυνατή μορφή του κοινού εγκλήματος (“οργανωμένο έγκλημα”). Η διάσταση αυτή δεν είναι εύλογα ερμηνεύσιμη μόνον δια της αναγωγής στο “ειδεχθές” αυτών ειδικά  των εγκλημάτων (π.χ. 11η Σεπτεμβρίου). Η ανθρωποκτονία είναι πάντοτε ένα ειδεχθές αδίκημα, είναι, όμως, μη εύλογο να υποθέσουμε ότι στο πλαίσιο μιας στρατηγικής βίαιης ανατροπής του πολιτεύματος είναι ένα “απρόσφορο” μέσο. Στην ζωή και στην ιστορία τα πολιτικά εγκλήματα σχεδόν ποτέ δεν συναντώνται ως αμιγείς προσβολές πολιτικών αγαθών (και Μανωλεδάκης 2003)  και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το πολύτροπο αδίκημα της εσχάτης προδοσίας μπορεί να εκδηλωθεί και ως απόπειρα θανάτωσης πολιτειακών παραγόντων (134 παρ. 3 ΠΚ). Η βίαιη εξωσυστημική πολιτική δεν είναι βεβαίως νόμιμη, είναι όμως  κοινωνικά υπαρκτή.

Οι συνέπειες της αποσύνδεσης της πολιτικής τρομοκρατίας από το κανονιστικό περιεχόμενο του πολιτικού εγκλήματος έχουν οριακά μόνον διαφανεί στην υπόθεση της “17ης Νοέμβρη”. Η προγραμματισμένη ψήφιση του  συμπληρωματικού  σχεδίου νόμου για την καταστολή της τρομοκρατίας -“επιτέλους” ρητά διατυπωμένης- το οποίο διευρύνει σε πολύ σημαντικό βαθμό την έννοια της τρομοκρατίας περιλαμβάνοντας ρητώς και δυναμικές μορφές δράσης των κοινωνικών κινημάτων, θα δείξει -φοβούμαστε- τις  πλήρεις διαστάσεις του “τέλους του πολιτικού εγκλήματος”.

 

* Ορισμένες από τις παρακάτω σκέψεις του γράφοντος κατατέθηκαν υπό τη μορφή γνωμοδότησης ως προς το πολιτικό έγκλημα  στη δίκη της “17ης Νοέμβρη”.

[1] Ως προς τις συνταγματικές συνέπειες της εννοίας του πολιτικού εγκλήματος βλ. και σε Α. Λοβέρδου “Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα”, Αθήνα 1987· Γ. Μανωλεδάκη “Τρομοκρατία και νομοκρατία”, σε Ποινική Δικαιοσύνη, 1/2003, σελ. 65 επ.· Δ. Μπελαντή “Πενταμελή Εφετεία ή τακτικά ποινικά δικαστήρια; Συνταγματικά ζητήματα από την ενδεχόμενη (επανα)θεσμοθέτηση ειδικής δωσιδικίας για τα εκ της τρομοκρατικής δράσης αδικήματα” σε Το Σύνταγμα 2000, σελ. 725 επ.· επίσης και σε Ε. Αποστολόπουλου-Α. Κότσιφα “Συνέπειαι εκ του χαρακτηρισμού του εγκλήματος ως πολιτικού” σε Αποστολόπουλου – Καμινάρη – Κότσιφα – Κομματά “Το πολιτικόν έγκλημα”, Αθήνα 1979, σελ. 55 επ.· Π. Παπαδάτου “Η τρομοκρατία”, Αθήνα 1987 κ.α. Στο πλαίσιο του Συντάγματος 1952 και σε Δ. Καρανίκα “Ο χαρακτηρισμός των κατά της εσωτερικής και εξωτερικής υποστάσεως του κράτους εγκληματικών ενεργειών ως πολιτικών εγκλημάτων”, Αρμενόπουλος 1954 σελ. 345 επ.,  σελ. 347· Χρ.Σγουρίτσα “Συνταγματικόν Δίκαιον”, Αθήνα 1966 κ.α.

[2] Η τάση αυτή είχε επισημανθεί κατά τη δεκαετία του 1950 από το νομικό και θεωρητικό της πολιτικής O. Kirchheimer (“Politische Justiz” in “Politik und Verfassung”, Frankfurt am Main, 1981, σελ. 96 επ.).

[3] Κατά την έννοια ενδεχομένως της “διακινδύνευσης της συνταγματικής τάξης”, όπως αυτή ισχύει στο γερμανικό ποινικό δίκαιο (Πρώτο Κεφάλαιο Ειδικού Μέρους STGB). Ως προς την προβληματική αυτή, της προληπτικής προστασίας του πολιτεύματος,  πρβλ. μεταξύ πολλών  την παλαιότερη μελέτη του H.Copic “Grundgesetz und politisches Strafrecht neuer Art”, Berlin 1967, ο οποίος καταδεικνύει και το εξαιρετικά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της με την στενή έννοια νομοθεσίας προστασίας του πολιτεύματος, σελ. 201 επ.

 

[4] Βλ. και σε Δ. Μπελαντή “Πενταμελή Εφετεία…” όπ.π. σελ. 738. Η άποψη αυτή είχε πρωτουποστηριχθεί στην Ελλάδα ρητώς από τον ποινικολόγο Κ. Τσουκαλά στο έργο του “Τα ορκωτά δικαστήρια”, Αθήνα 1929 σελ. 200 επ.  Η υπαγωγή των πολιτικών εγκλημάτων στα ορκωτά δικαστήρια έχει ειδική ratio ως προς αυτήν των λοιπών κακουργημάτων: δεν αφορά μόνο την νομιμοποίηση της επιβολής αυστηρών ποινών δια του λαϊκού στοιχείου αλλά και την αποτροπή της εκδικητικής λογικής απέναντι στον έκνομο πολιτικό αντίπαλο, ενυπάρχουσας ενδεχομένως στους φορείς του κρατικού μηχανισμού. Συνεπώς, η μεταφορά κακουργημάτων στα Τριμελή Εφετεία κατά το άρθρο 97 παρ. 2 Σ. αφορά τα κοινά κακουργήματα και μόνο.

[5] Για τη διάκριση μεταξύ εσωτερικής κρατικής ασφαλείας κατά την ευρεία έννοια, περιλαμβάνουσας και το πολίτευμα και κατά τη στενότερη έννοια βλ. και σε E. Denninger in E. Benda – W. Maihofer – H. J. Vogel “Handbuch des Verfassungsrechts den Bundesrepublik Deutschland”, Berlin-New York 1983, σελ. 1293 επ. Επίσης σε Ι. Μανωλεδάκη “Επιβουλή της δημόσιας τάξης”, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 7 επ.

[6] Πρβλ. το αδίκημα της παράνομης βίας κατά το άρθρο 330 Π.Κ. και τις δυνατές χρήσεις του. Στο ζήτημα της “πολιτικής ανυπακοής” ως μη (φυσικά) βίαιης πολιτικής διαμαρτυρίας  αναφέρεται και ο Σ. Τσακυράκης σε Ελευθεροτυπία της 11-3-2003, ο οποίος πάντως φαίνεται να ταυτίζει τις ανισόμετρες έννοιες του “πολιτικού κρατούμενου” και του “πολιτικού εγκληματία”. Επίσης εντάσσει στα εγκλήματα με πολιτικά κίνητρα και κρατικά εγκλήματα, τα οποία σαφώς εκφεύγουν από την παραδοσιακή προβληματική  του πολιτικού εγκλήματος. Το τελευταίο -σε αντίθεση με την “κρατική τρομοκρατία”- αναφέρεται βασικά  στη σχέση του κράτους και του επίδοξου βίαιου ανατροπέα του.

[7] Για το ότι η πολιτική τρομοκρατία αποτελεί βασική μορφή εκδήλωσης του πολιτικού εγκλήματος βλ. και σε Α. Λοβέρδο “Για την τρομοκρατία…” (1987) όπ.π. και του ιδίου “Παρεκκλίσεις πολιτικής συμπεριφοράς και Σύνταγμα”, Αθήνα 1988.

8 Πρβλ. τις απόψεις του καθηγητή Μ. Σταθόπουλου στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία της 8-3-2003. Ο ίδιος θέτει και το επιχείρημα ότι δεν συντρέχει πολιτικό έγκλημα χωρίς την προϋπόθεση μιας ελάχιστης λαϊκής συναίνεσης. Νομίζουμε όμως ότι στην αμιγέστερη μορφή πολιτικού εγκλήματος, την εσχάτη προδοσία, είναι εξαιρετικά πιθανό να μη συντρέχει καμία υπολογίσιμη λαϊκή συναίνεση -π.χ. στην περίπτωση στρατιωτικού πραξικοπήματος.

[9] Ψηφίσθηκαν οι ν. 410/1976 (τροποποίηση της “αντίστασης αρχής” και άλλων αδικημάτων περί την πολιτειακή εξουσία), ν. 495/1976 περί εκρηκτικών υλών, ν. 774/1978 για την “καταστολή της τρομοκρατίας και την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος” κ.α.

[10] Το οποίο υποστηρίχθηκε με έμφαση από τον Γ. Α. Μαγκάκη “Σκέψεις για την διαστολή της τρομοκρατίας από το πολιτικό έγκλημα” σε ΝοΒ 2002 σελ. 1813 επ.

Ο συγγραφέας δέχεται τη στενή αντικειμενική θεωρία, υποπίπτει όμως σε  σημαντικές αντιφάσεις: α) ενώ κατ’ εξοχήν πολιτικό έγκλημα κατά την στενή αντικειμενική θεωρία και την νομολογία του ΑΠ, αφετηρίες της θέσης του συγγραφέα, είναι η εσχάτη προδοσία, ο συγγραφέας αρνείται ότι η βίαιη δράση κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος (όπου όμως εμπίπτει και η εσχάτη προδοσία) υπάγεται στο πολιτικό έγκλημα, β) η ίδια η βίαιη δράση κατά της δικτατορίας θεωρείται από τον συγγραφέα πράξη αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 Σ. και όχι έγκλημα, γ) ο συγγραφέας θεωρεί ως εκδήλωση του πολιτικού εγκλήματος στο πλαίσιο της δημοκρατίας πράξεις αντίστασης κατά τη διάρκεια λαϊκών εκδηλώσεων, οι οποίες υπερβαίνουν τα νόμιμα όρια. Όμως αυτές οι πράξεις σε καμία περίπτωση δεν προσβάλλουν αμέσως το πολίτευμα (αφετηριακή θέση).

Σύνδεση του πολιτικού εγκλήματος με τον “αγώνα υπέρ της ελευθερίας” επιχειρεί και η ΑΠ 820/1989, ΠΧ 1990, σελ. 183, θεωρώντας  τα μέσα της τρομοκρατίας αντιτιθέμενα σε έναν τέτοιο αγώνα.

[11] Βλ. ως προς την έννοια του “δημοσίου εχθρού” σε Κ. Σμιττ “Η έννοια του πολιτικού”, Αθήνα 1988.

 

[12] Πρβλ. και τη σχετική  συζήτηση, στο πλαίσιο της γερμανικής ποινικής θεωρίας, μεταξύ του  J. Wagner “Terrorismus, Hochverrat und Abhörgesetz”, in NJW 1980, σελ. 913 επ., και του  F. Schröder “Moabiter Landrecht oder Hamburger Juristische Spökenkiekerei?” in NJW 1980, σελ. 920 επ. Η συζήτηση αυτή παρουσιάζεται και σε Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου “Προσβολές του Πολιτεύματος”, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 308-315.

[13] Χαρακτηριστική περίπτωση και η πρόσφατη Απόφαση-Πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Έκδοσης. Βλ. και σε Χ. Παπαχαραλάμπους “Το ποινικό δίκαιο του εχθρού. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, Τρομοκρατία και Έκτακτη Αντιτρομοκρατική Νομοθεσία στις ΗΠΑ.”, Ποινική Δικαιοσύνη 2002, σελ. 189 επ.

[14] Πρβλ. για το β) και γ) κριτήριο τους ορισμούς του βρετανικού αντιτρομοκρατικού νόμου του 2000 (Antiterrorism Act)· για το α) και δ) κριτήριο την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου Υπουργών της Ε.Ε. του 12.2001 για την “καταπολέμηση της τρομοκρατίας”· βλ. και σε Μ. Μπόση “Περί του ορισμού της τρομοκρατίας”, Αθήνα 2000, για τις αντιφατικές προσπάθειες προσδιορισμού της εννοίας με προσφυγή στη “χρήση βίας με σκοπό εκφοβισμού”, “εξαναγκασμού των αρχών” κ.λπ.

[15] Για τα προβλήματα ερμηνείας της αόριστης αξιολογικής εννοίας της “τρομοκρατίας” βλ. αναλυτικά σε Δ. Μπελαντή “Αντιτρομοκρατική νομοθεσία και αρχή του κράτους δικαίου”, Αθήνα 1997, σελ. 178-191, ιδίως υποσ. 22· πρβλ. και Γ. Πανούση “Τα έσχατα όρια της εγκληματολογίας – η περίπτωση της τρομοκρατίας”, Αρμενόπουλος 1986, σελ. 381 επ.

 

[16] Βλ. για την ευρεία αντικειμενική και σε Α. Λοβέρδο (1987) όπ.π. σελ. 145 επ. Ήδη, στο “Σύστημα της εν Ελλάδι ισχύουσας ποινικής νομοθεσίας” (Αθήνα 1870, τ.Γ’, σελ. 444) ο Ν. Ι .Σαρίπολος όριζε ως πολιτικό έγκλημα “πάσαν κατά της εσωτερικής ή εξωτερικής ασφαλείας του Κράτους πράξιν, απειλούσαν την ύπαρξιν της Πολιτείας ή του πολιτεύματος”. Η παραπάνω διάκριση μεταξύ “Πολιτείας” και “πολιτεύματος” αντικατοπτρίζει ακριβώς τη διεύρυνση της εννοίας στο σύνολο των πολιτικών εννόμων αγαθών.

[17] Πρβλ. πάντως εδώ τη θεωρία του πολιτικού εγκληματία, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη πολιτικής εγκληματικής οργάνωσης ως de facto πολιτικού σχηματισμού (Λοβέρδος 1987, σελ. 164-191). Η θεώρηση αυτή εγγράφει, υπό την προϋπόθεση της αναλογικότητας μέσων και ανατρεπτικού σκοπού την τρομοκρατία ως κύρια μορφή του πολιτικού εγκλήματος.

Για την ενδιαφέρουσα άποψη ότι οι μαζικές διαταράξεις της δημόσιας τάξης (π.χ. αποκλεισμοί) αποτελούν το βασικό πεδίο ισχύος του πολιτικού εγκλήματος πρβλ. και τη θέση  του Π. Βασιλακόπουλου σε “Πρακτικά της δίκης ’17ης Νοέμβρη'”, 12-3-2003 και  Ελευθεροτυπία της 13-3-2003· επίσης πρβλ. τη θέση του Αλ. Λυκουρέζου (“Πρακτικά της δίκης ’17ης Νοέμβρη'”, 13-3-2003) κατά τον οποία ειδικώς η “17η Νοέμβρη” σε αντιδιαστολή με ξένες οργανώσεις δε λειτούργησε ως πολιτικός σχηματισμός. Νομίζουμε, όμως, ότι κρίσιμο είναι το πολιτικό προγραμματικό στοιχείο και όχι οι ειδικές μορφές άρθρωσής του (φυλλάδια, έντυπο υλικό κ.λπ.).

Για τη συσχέτιση “τρομοκρατίας και  πράξεων στο πλαίσιο μαζικών κινητοποιήσεων” βλ. και Ν. Παρασκευόπουλου “Σκέψεις για την έννοια του πολιτικού εγκλήματος στην εποχή μας”, ΝοΒ 2003, σελ. 397 επ.

[18] Το πολιτικό έγκλημα είναι προϊόν των γαλλικών επαναστάσεων και ιδίως της περιόδου της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830 -1848), οπότε θεσπίσθηκε δια του Συντάγματος του 1830 (άρθρο 69) αλλά και δια νόμου του 1832 η αρμοδιότητα των ορκωτών δικαστηρίων και η επιβολή ηπιοτέρων ποινών για τους πολιτικούς εγκληματίες. Μέχρι τότε οι πολιτικοί εγκληματίες τιμωρούνταν ως ένοχοι του crimen majestatis με βαρύτατες ποινές, επιβαλλόμενες από έκτακτα δικαστήρια (Καρανίκας 1954, σελ. 346, κ.α.).

 

Νομικό Βήμα 2003, σελ. 965 επ.

 

 

OI ΔΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ «17 Νοέμβρη» ΚΑΙ ΤΟΥ  «Ε.Λ.Α.»

Δημήτρης Μπελαντής
Δρ Νομικής – Δικηγόρου
Ημερομηνία: 03-03-2003

 

OI ΔΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ «17 Νοέμβρη» ΚΑΙ ΤΟΥ  «Ε.Λ.Α.» :

 Οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι ( ν. 2928/2001 και ν. 3251/2004) στην πράξη

 

 

« εις ήν περίπτωσιν ο συνδυασμός ασφαλείας του κράτους και ελευθερίας δεν είναι δυνατόν να επιτευχθή , η ασφάλεια του κράτους υπερισχύει και συνεπώς η ελευθερία υποχωρεί…».

( Αριστόβουλου Μάνεση «Το πρόβλημα της ασφαλείας του κράτους και η ελευθερία», 1962, σε Α.Μάνεση «Συνταγματική Θεωρία και Πράξη», Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 390 επ.,  417)

 

 

Κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών (2003-2008) διεξήχθησαν δύο σημαντικές ποινικές δίκες στο πεδίο της δράσης των ενόπλων οργανώσεων πολιτικής βίας (« εγκληματικών οργανώσεων» με πολιτικά κίνητρα κατά τον   ν. 2928/2001 και «τρομοκρατικών οργανώσεων» κατά τον πιο πρόσφατο   ν.  3251 / 2004 ) : αυτές για την υπόθεση της «17 Νοέμβρη» και για την υπόθεση του «Επαναστατικού Λαικού Αγώνα» ( «Ε.Λ.Α..»).  Μετά την περάτωση αυτών των δικών στον πρώτο βαθμό

( Δεκέμβριος 2003 για την «17 Νοέμβρη», Οκτώβριος 2004 για τον «Ε.Λ.Α.» )    διεξήχθη και ολοκληρώθηκε ήδη   η 2η δίκη για την υπόθεση του ΕΛΑ , αφού μία σειρά αξιοποίνων πράξεων ( «διακεκριμένων εκρήξεων κατά εγκαταστάσεων κοινής ωφελείας» ( άρθρο 270 περ. γ) Π.Κ.)  κατά το κατηγορητήριο,  οι οποίες αρχικά είχαν θεωρηθεί στο πλαίσιο της  κυρίας ανακρίσεως   παραγεγραμμένες ) εισήχθη σε νέα δίκη στο  αρμόδιο πλέον Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων καθώς και η εφετειακή δίκη (2006)  για την «17 Νοέμβρη», η οποία σε γενικές γραμμές επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση. Αναμένεται ακόμη η εφετειακή δίκη για την υπόθεση «Ε.Λ.Α.» .  .

 

Η εξέλιξη των δικών αυτών  και το αποτέλεσμά τους  έχουν βαρύνουσα σημασία για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2928/2001 (αφού η ποινική δίωξη ad personam  ξεκίνησε  κατά την περίοδο 2002-2003 και άρα υπό το καθεστώς ισχύος ακόμη του ν.  2928/2001 και πριν από την ψήφιση του ν. 3251/2004 ). Αλλά και γενικότερα για την ερμηνεία και εφαρμογή της ειδικής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας , για τις σταθμίσεις στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις οποίες αυτή εισάγει και εμπεριέχει, για την ιδεολογία η οποία παράγεται στο πλαίσιο της εκτελεστικής αλλά και της δικαστικής λειτουργίας στον ειδικό αυτόν τομέα της αντεγκληματικής πολιτικής. Εν τέλει, για το πώς απαντάται στη συγκεκριμένη συγκυρία το δίλημμα μεταξύ της «ασφαλείας» και της «ελευθερίας».

 

Η καλύτερη κατανόηση αυτών των εξελίξεων προϋποθέτει μία περιεκτική   αναδρομή στην ανάδυση και  μεταλλαγή  της ειδικής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, θα φωτισθούν ορισμένες ειδικές διαστάσεις της εφαρμογής της στο πλαίσιο των παραπάνω δικών.

 

 

1.Η πρόσφατη  αντιτρομοκρατική νομοθεσία στην Ελλάδα  (2001-2005) :

διεθνής ορίζοντας, προβληματική  και χαρακτηριστικά αυτής.

 

1.1.Το τελευταίο κύμα  ειδικών αντιτρομοκρατικών νόμων στην Ελλάδα συμπίπτει  με μία γενικότερη διεθνή τάση για την ποινική   θωράκιση των δυτικών δημοκρατιών έναντι της «νέας τρομοκρατίας» , κυρίως της τρομοκρατίας φονταμενταλιστικής  ισλαμικής προέλευσης αλλά όχι αποκλειστικά ( πρβλ. και τη συζήτηση για τις νέες μορφές «αναρχικής τρομοκρατίας» μετά τη μαζικότατη  διεθνή διαδήλωση στη Γένοβα το καλοκαίρι του 2001).

Η τάση αυτή  ενδυναμώθηκε και συστηματοποιήθηκε με αφορμή την πολύνεκρη   επίθεση στους Δίδυμους Πύργους (ΗΠΑ, 11-9-2001 ) αλλά δεν ενεργοποιήθηκε ούτε ξεκίνησε τότε. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990  εγείρεται μία σημαντική συζήτηση, διεθνώς,  τόσο στο πλαίσιο των εθνικών κοινοβουλίων και κυβερνήσεων όσο και στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών, για τις νέες μορφές τρομοκρατίας και ιδίως τις διεθνοποιημένες μορφές του φαινομένου 1.  Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο σε αυτή τη συζήτηση. Η πρώτη επίθεση στο Διεθνές  Κέντρο Εμπορίου  το 1993 και η ανάδυση του μαχητικού φονταμενταλισμού στον ισλαμικό κόσμο ήσαν τα έκδηλα  κίνητρα αυτής της συζήτησης. Η εξέλιξη των κοινωνικών συγκρούσεων στον αναπτυγμένο κόσμο και η εμφάνιση των λεγόμενων «αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων» μετά το Seattle  είναι εξαιρετικά πιθανό να λειτούργησαν ως ένα σημαντικό  λανθάνον κίνητρο.

 

Προϊόντα  αυτού του «πρώϊμου» προβληματισμού (πριν από την 11η Σεπτεμβρίου) υπήρξαν στις ΗΠΑ ο νόμος HelmsBarton του 1996  ( ο οποίος έτεινε κυρίως να ελέγξει τη χρηματοδότηση των οργανώσεων διεθνούς τρομοκρατίας) και ο νόμος dAmato  και στη Βρετανία ο  αντιτρομοκρατικός νόμος του 2000.  Στο νόμο αυτόν δόθηκε ένας ευρύτατος ορισμός στο τρομοκρατικό αδίκημα αφού ως τέτοιο ορίσθηκε «κάθε συμπεριφορά στρεφόμενη κατά των κρατικών αρχών και τείνουσα στον εξαναγκασμό τους σε πράξη ή παράλειψη» (άρθρο 1 του νόμου). Είναι προφανές ότι μία τόσο ευρεία περιγραφή της πολιτικής τρομοκρατίας θα έτεινε να περιλάβει σε αυτήν ακόμη και πράξεις στρεφόμενες απλώς κατά της δημόσιας τάξης και της πολιτειακής εξουσίας.

Στο ίδιο πλαίσιο  κινήθηκε και η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ για την καταπολέμηση του Οργανωμένου Εγκλήματος ( Σύμβαση του Παλέρμο, 2000).   Στο συμβατικό αυτό κείμενο , το οποίο αναφέρεται , βεβαίως, στο σύνολο της οργανωμένης εγκληματικής δράσης και όχι ειδικά στην πολιτική τρομοκρατία, τίθενται για πρώτη φορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της εγκληματικής οργάνωσης α)  με διάρκεια β) δομή γ) τουλάχιστον τρία άτομα δ) αποσκοπούσα στην επίτευξη οικονομικού ή άλλου συμφέροντος. Τα στοιχεία αυτά περιγράφουν και την αντικειμενική υπόσταση του βασικού αδικήματος  του ελληνικού  ν. 2928/2001 (εγκληματική οργάνωση κατά το νέο άρθρο 187 Π.Κ.).

Μπορεί λοιπόν να γίνει λόγος για ένα δεύτερο κύμα ειδικής  αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η οποία αξιοποίησε, βεβαίως, και τη θεσμική  εμπειρία του πρώτου κύματος  καθώς και τα  υπαρκτά  κατάλοιπα αυτού

( της δεκαετίας 1970) 2 .

 

1.2.Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 , οι ΗΠΑ αντιδρούν έντονα και συστηματικά στο επίπεδο της νομοθετικής πρόληψης και «αποτροπής» της τρομοκρατίας. Παράλληλα προς την έναρξη διεθνών στρατιωτικών επιχειρήσεων,   τα όργανα  της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας υιοθετούν πλήρως την άποψη ενός προβαδίσματος της «ασφαλείας» έναντι της «ελευθερίας», στις συνθήκες ενός ακήρυχτου και διαρκούς  «πολέμου  κατά της τρομοκρατίας».  Ο Πατριωτικός Νόμος ( Patriot Act) του Οκτωβρίου 2001  είναι το επίκεντρο αυτής της προσπάθειας  3  . Βασικές ρυθμίσεις αυτού του δαιδαλώδους νομοθετήματος  υπήρξαν :

 

Α) η νόμιμη συστηματική παρακολούθηση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας κάθε μορφής ( τηλέφωνα, επιστολές, e-mail κ.α.)  υπόπτων για τρομοκρατική δράση από το FBI χωρίς την έγκριση πλέον αυτών των μέτρων ασφαλείας από δικαστική αρχή

Β)  η  νόμιμη παρακολούθηση της επικοινωνίας κατηγορουμένου και συνηγόρου σε υποθέσεις τρομοκρατικών αδικημάτων.

Γ) η  κράτηση για λόγους ασφαλείας «υπόπτων» ή κατηγορουμένων για τρομοκρατικά αδικήματα για μη ορισμένο  « εύλογο διάστημα» (“reasonable time”) , χωρίς δίκη και χωρίς να έχει υπάρξει δικαστική απόφαση για την προσωρινή τους κράτηση. Το μέτρο αυτό, όπως και το προγενέστερο του Πατριωτικού Νόμου μέτρο της προσωρινής κράτησης χωρίς ένταλμα των «υπόπτων»  μεταναστών (διοικητική κράτηση της μεταναστευτικής νομοθεσίας) , εφαρμόσθηκε σε χιλιαδες άτομα αραβικής καταγωγής ή ισλαμικού θρησκεύματος στις ΗΠΑ μετά την 11-9-2001, προκαλώντας συχνά προσφυγές και δικαστικές διαδικασίες για την απελευθέρωση αρκετών από αυτά τα άτομα.  Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες από τις δικαστικές αποφάσεις άρσης της κράτησης  δεν εφαρμόσθηκαν ποτέ  από την εκτελεστική εξουσία ή από τον Γενικό Εισαγγελέα  κάτω από την επικληση λόγων «εθνικής ασφαλείας» ( σχετικά σε Bovard 2003) . Κατά τη διάρκεια της κράτησης, οι «ύποπτοι» δεν είχαν συνήθως επικοινωνία ούτε με δικηγόρο ούτε με τους οικείους τους και αναφέρθηκαν αρκετά περιστατικά κακοποίησής τους (καθώς και ένας θάνατος).

 

Ο Πατριωτικός Νόμος ενισχύεται και από μεταγενέστερα νομοθετήματα όπως  o “Nόμος για την Ασφάλεια στο Εσωτερικό της Χώρας» του 2002 (Homeland Security Act) , ο οποίος προέβλεψε  : α) την ενοποίηση και συντονισμό των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ στο περίφημο Υπερυπουργείο Ασφαλείας με βασικό αντικείμενο την πρόληψη και  ανάσχεση της τρομοκρατίας και β) τη διαμόρφωση

μιάς γιγαντιαίας βάσης πληροφοριών σε εθνική κλίμακα όπου θα εγγράφονταν όλες οι ηλεκτρονικές πράξεις των πολιτών των ΗΠΑ.  Η διαδικασία διαμόρφωσης της βάσης αυτής γνώρισε σημαντικές αντιδράσεις και κριτικές από τη θέση της προστασίας του ιδιωτικού χώρου και την ανάσχεση ενός οργουελιανού συστήματος ελέγχου και πληροφόρησης.

 

Τέλος, ο  δεύτερος Πατριωτικός Νόμος ( Patriot Act II”) του 2003 , προέβλεψε μεταξύ άλλων :

Α) Την μυστική κράτηση πολιτών των ΗΠΑ.

Β) Την άρση του πλαισίου  εγγυήσεων που έχει θέσει το Supreme Court  το 1976

( μετά τις υπερβάσεις του FBI στο περίφημο πρόγραμμα COINTELPRO  για την καταστολή  «ανατρεπτικών οργανώσεων» όπως οι περίφημοι  «Μαύροι Πάνθηρες» ) για την παρακολούθηση από την αστυνομία μη εγκληματικών οργανώσεων και δημοσίων γεγονότων.

Γ)  Τη δυνατότητα  παράτασης των περιόδων εξουσιοδότησης για μυστικές υποκλοπές ή παρακολούθηση του Διαδικτύου.

Δ) Την αφαίρεση της ιθαγενείας των ΗΠΑ από υπόπτους για τρομοκρατική δράση με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα  (expatriation)  κ.α.

Πρόκειται λοιπόν εδώ για ένα πλαίσιο πιο συνεκτικό αλλά και  πιο έντονα στραμμένο προς ενδογενείς «απειλές» από ό,τι ο Πατριωτικός Νόμος Ι (προς πολίτες των ΗΠΑ, συνεργαζόμενους ή συμπαθούντες προς την διεθνή τρομοκρατία).

 

Είναι προφανές ότι οι ρυθμίσεις του δικαίου των ΗΠΑ υπήρξαν οι εντονότερες και οι πιο ακραίες από άποψη περιεχομένου, σε βαθμό ώστε να γίνεται λόγος για μία μορφή «δικαίου της ανάγκης» 4.  Όμως, η τάση αυτή έχει βρει ήδη  σημαντική ανταπόκριση και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Τόσο στο επίπεδο της Ένωσης όσο και στο επίπεδο των εθνικών νομοθεσιών.

 

1.3.Ήδη, πριν από την 11η Σεπτεμβρίου,  η Επιτροπή, το Συμβούλιο Υπουργών και τα άλλα αρμόδια όργανα  της Ε.Ε. . είχαν αρχίσει να επεξεργάζονται μία απόφαση-πλαίσιο για την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» 5.Η  διαδικασία αυτή  επιταχύνθηκε μετά την 11-9-2001 έτσι ώστε τον Μάϊο του 2002 ετέθησαν από το Συμβούλιο Υπουργών δύο σχετικές Αποφάσεις-Πλαίσια , η Απόφαση Πλαίσιο για την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» , η οποία αποσκοπεί στην ενοποίηση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου  στο πεδίο της τρομοκρατίας και το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και Έκδοσης , το οποίο, πάντως,  αφορά το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.  και έχει πολύ  ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από την τρομοκρατία καθώς αναφέρεται και σε πολλές άλλες αξιόποινες πράξεις6.

 

Ιδίως , η απόφαση-πλαίσιο  για την εναρμόνιση του ουσιαστικού ποινικού  δικαίου αποκτά  ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την πρόσφατη ελληνική αντιτρομοκρατική νομοθεσία, αφού ο τελευταίος ν. 3251/2004 αποτελεί ουσιαστικά ένταξη του πλαισίου αυτού (όχι κύρωση, αφού δεν πρόκειται για Διεθνή Σύμβαση) στην ελληνική έννομη τάξη. Στην απόφαση – πλαίσιο αυτήν  επιχειρείται να δοθεί ένας κοινός για τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.  ορισμός στο τρομοκρατικό αδίκημα. Βασικά του στοιχεία είναι :

Α) η τέλεση μιάς σειράς από απαριθμούμενα ποινικά αδικήματα, τα οποία πρέπει να τιμωρούνται ως τρομοκρατικά με μία ελάχιστη (κακουργηματική)   στάθμη  ποινών  Β) εφ’όσον διαπράττονται με σκοπό  i)  να εκφοβίσουν οι δράστες τους σοβαρά έναν πληθυσμό

  1. ii) να εξαναγκάσουν αδικαιολόγητα τις δημόσιες αρχές ή ένα διεθνή οργανισμό να εκτελέσουν οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχουν από την εκτέλεσή της   iii) να αποσταθεροποιήσουν σοβαρά ή να καταστρέψουν τις θεμελιώδεις πολιτικές, συνταγματικές , οικονομικές ή κοινωνικές δομές μιάς χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού. 

Η συμπερίληψη στον κατάλογο των πράξεων και περιπτώσεων όπως η «κατάληψη μέσων μαζικής μεταφοράς», η «διαταραχή ή διακοπή του εφοδιασμού ύδατος , ηλεκτρικής ενέργειας ή κάθε άλλου φυσικού πόρου με αποτέλεσμα την έκθεση ανθρώπινων ζωών σε κίνδυνο» ή πάλι η «απειλή τέλεσης ενός εκ των προαναφερομένων εγκλημάτων» έθεσε το πρόβλημα ότι ως τέτοιες πράξεις θα μπορούσαν  να νοηθούν ακόμη και κάποιες συνδικαλιστικές ενέργειες. Το ζήτημα αυτό  λύθηκε κατ’ αρχήν με σχετική (αρνητική) ερμηνευτική δήλωση.  Όμως, αυτή η διάσταση αποτελεί απλώς επιμέρους όψη ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος : η τόσο ευρεία οριοθέτηση του φάσματος των πράξεων αυτών-πολύ πέρα από τον στενό πυρήνα της πολιτικής τρομοκρατίας-  αντικειμενικά συνδέει το ζήτημα  της επαύξησης του κινδύνου και της κοινωνικής απαξίας της τέλεσης όχι πιά τόσο με το αντικειμενικό άδικο (την ίδια την  πράξη) αλλά με τον «ανατρεπτικό σκοπό» ως υπερχειλή όψη της υποκειμενικής της  υπόστασης 7. . Τίθεται λοιπόν   

το  ανησυχητικό ενδεχόμενο της εμφάνισης και εφαρμογής ποινικών  νομοθεσιών με έντονο το υποκειμενικό και φρονηματικό στοιχείο, η οποία μπορεί να παρεκκλίνει από τη θεμελιώδη  αρχή ότι το φιλελεύθερο Ποινικό Δίκαιο είναι δίκαιο της πράξεως και όχι της εγκληματικής προσωπικότητος (“Strafrecht der Tat, nicht des Taeters”)  . Αλλά και το ζήτημα αν η αντιτρομοκρατική νομοθεσία αποτελεί πλέον μία ειδική μορφή προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

 

1.4. Στο πεδίο των εθνικών νομοθεσιών, σημειώθηκαν πολλά και σημαντικά βήματα.

Πρωταγωνιστικό ρόλο –μετά τις ΗΠΑ- διεδραμάτισε η Βρετανία. Τον Οκτώβριο

του 2001 (σχεδόν ταυτόχρονα προς τον Patriot Act) το βρετανικό κοινοβούλιο ενέκρινε νόμο περί  προσωρινής αναστολής της ισχυος του άρθρου 5  της Ε.Σ.Δ.Α. (εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας και ασφαλείας). Η αιτιολόγηση αυτής της ρύθμισης στηρίχθηκε  ακριβώς στην συνδρομή μιάς διεθνούς «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», προβλεπόμενης άλλωστε και από το άρθρο 15 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. ( το οποίο αναφέρεται στην δυνατότητα παρεκκλίσεως από τις διατάξεις της Σύμβασης σε «περίπτωση έκτακτης ανάγκης», δηλαδή σε περίπτωση «πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου που απειλεί την  ζωή του έθνους». Βάσει αυτής της ρυθμίσεως, κατέστη δυνατή η στέρηση της ελευθερίας (κράτηση)  πολλών ατόμων στην Βρετανία,είτε Βρετανών πολιτών είτε  κυρίως αλλοδαπών, για σημαντικά χρονικά διαστήματα χωρίς δίκη και χωρίς –σε πολλές περιπτώσεις- να έχει απαγγελθεί κατηγορία ή να έχει εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης.  Παρατηρούμε ότι και εδώ, όπως και στον Πατριωτικό Νόμο,  εισήχθη μία μορφή ουσιαστικά  διοικητικής κράτησης.  .

Πιο πρόσφατα (2004) , η Βρετανία εισήγαγε και νεότερο νόμο, κατά τον οποίο

προβλέπεται για πρώτη φορά  ο κατ’οίκον περιορισμός «υπόπτων για τρομοκρατική δράση» ή η διαρκής ηλεκτρονική τους παρακολούθηση (με την μορφή των φερόμενων από το άτομο  «ηλεκτρονικών πομπών-δεκτών»  κλπ).

Αλλά και άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. εισήγαγαν νέες ρυθμίσεις. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εισήγαγε σε συνδυασμό και με την περίφημη  (παλαιότερη) διάταξη  του  άρθρου 129a   γερμ.Π.Κ. ( «ίδρυση και συμμετοχή τρομοκρατικής οργάνωσης»8),   τη νέα διάταξη 129b γερμ. Π.Κ. Η διάταξη αυτή αφορά ειδικά τη δίωξη οργανώσεων διεθνούς τρομοκρατίας ( του τύπου της Αλ Κάϊντα). Στην Γαλλία εισήχθη νέος νόμος για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας ( ο προηγούμενος είχε ψηφισθεί το 1986 επ αφορμή της δράσεως της “Action Directe” ), ο οποίος προκάλεσε έντονες αντιδράσεις  από νομικούς κύκλους αλλά και από την Ένωση των Δικαστικών Λειτουργών.

 

Στην Ελλάδα, ο ν. 2928/2001 εισήχθη τρεις μήνες  πριν από την 11η Σεπτεμβρίου (Ιούνιος 2001)..  Η επίσημη αιτιολόγηση της εισαγωγής του αφορούσε την καταπολέμηση του κοινού οργανωμένου εγκλήματος αλλά και τη  διευκόλυνση της  εξάρθρωσης της ενεργού ακόμη οργάνωσης «  Επαναστατική Οργάνωση  17 Νοέμβρη»  και τη δημιουργία κλίματος «ασφαλείας» εν όψει της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004.

 

H κύρια αντίθεση στην εισαγωγή του  εκκινούσε από το επιχείρημα ότι  η ήδη ισχύουσα νομοθεσία (οι διατάξεις του Π.Κ. ) ήταν επαρκής για την αντιμετώπιση του

οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας 9. Μία άλλη κριτική επικεντρώθηκε στο απρόσφορο και επικίνδυνο για τα θεμελιώδη δικαιώματα της κοινής ρύθμισης του «κοινού οργανωμένου εγκλήματος» και της πολιτικής τρομοκρατίας 10 .Κατά την άποψη αυτήν, ο νόμος  θα έπρεπε να ισχύσει μόνον για το κοινό οργανωμένο έγκλημα («τύπου μαφίας») και όχι για την πολιτική  τρομοκρατία, εγκληματικό φαινόμενο με προφανείς ιδιομορφίες και ως προς τα κίνητρα και ως προς τον modus operandi.

 

Ο ν. 2928/2001 υπήρξε το νομικό έρεισμα για τις δίκες της «17 Νοέμβρη» και του «Ε.Λ.Α. » .Οι κατηγορούμενοι διώχθηκαν κατ’ αρχήν βάσει της συμμετοχής τους σε  «εγκληματική οργάνωση» του νέου 187 Π.Κ. (άρθρο 1 ν. 2928/2001) σε συνδυασμό και με τη συμμετοχή τους σε επιμέρους τρομοκρατικές ενέργειες. Παρά το ότι η δράση των οργανώσεων αυτών είχε αρχίσει πολύ πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2928/2001 και κατά κανόνα  κατά την ισχύ πλημμεληματικών μορφών της εγκληματικής οργάνωσης , και κατά την διάρκεια της ένωσης είχαν ισχύσει διαδοχικοί νόμοι, άλλοι με πλημμεληματική και άλλοι με κακουργηματική μορφή της εγκληματικής οργάνωσης, έγινε δεκτό από τα αρμόδια δικαστήρια ότι οι πράξεις θα υπήγοντο στην ισχύ του νόμου αυτού βάσει της πάγιας νομολογίας του Αρείου Πάγου για τα διαρκή εγκλήματα11.

Συμπληρωματικό διαδικαστικό χαρακτήρα στην οργάνωση των δικών είχαν και ορισμένες  διατάξεις του ν. 3090/2002, ο οποίος ψηφίσθηκε τρεις μήνες πριν από την έναρξη της δίκης της «17 Νοέμβρη».

Διαρκούσης της πρωτόδικης δίκης για την υπόθεση Ε.Λ.Α. (καλοκαίρι 2004 ) εισήχθη και ψηφίσθηκε  ο ν. 3251/2004.Το νομοθέτημα αυτό αφορά μόνον τις οργανώσεις της πολιτικής και τρομοκρατίας και μεταφέρει αυτούσιο το κείμενο της απόφασης-πλαίσιο της Ε.Ε. για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ως προς τον ορισμό της τρομοκρατίας (και  της απόφασης-πλαίσιο για το ένταλμα έκδοσης, η οποία δεν θα μας απασχολήσει εδώ). . Εισάγει μία διάταξη 187Α Π.Κ, η οποία αφορά πλέον μόνον τις (πολιτικές)  τρομοκρατικές οργανώσεις, ενώ η διάταξη του άρθρου 187 Π.Κ. (όπως είχε τεθεί από το άρθρο 1 ν. 2928/2001) αφορά πιά αποκλειστικά το κοινό οργανωμένο έγκλημα. . Επίσης εισάγει την ειδική ποινική ευθύνη του αρχηγού της τρομοκρατικής οργάνωσης (κατά το πρότυπο της γερμανικής νομοθεσίας) και ειδική παραγραφή 30 ετών για τα τρομοκρατικά αδικήματα (έναντι των 15 ή 20 ετών των κανονικών κακουργημάτων).

 

Κατά τη συζήτησή του σχεδίου νόμου η αξιωματική αντιπολίτευση αντέτεινε  τη ριζική αντίθεσή της  όχι στην ουσία  αναγκαστικά  της ευρωπαικής Απόφασης-Πλαισίου  αλλά στην ειδικότερη  μεταφορά  και ένταξή της στο εσωτερικό δίκαιο. Κατά την άποψή της, η πλειοψηφία διέθετε σημαντική  ευχέρεια ως προς τον τρόπο μεταφοράς της Απόφασης  και το επιλεγέν  περιεχόμενο του σχετικού νόμου (με δεδομένο και το μη συμβατικό χαρακτήρα της Απόφασης-Πλαισίου.

 

 

1.5. Η ειδική προβληματική των δύο πρόσφατων αντιτρομοκρατικών νόμων (αλλά και όλων των ειδικών αντιτρομοκρατικών νόμων)  αναφέρεται σαφώς στην ανάγκη μιάς νέας ιεράρχησης στη σχέση ασφαλείας και ελευθερίας, όπου το έννομο αγαθό της ασφαλείας θα αποκτά υπό τις παρούσες συνθήκες της (διεθνούς ή εγχώριας) τρομοκρατικής δράσης μεγαλύτερο ειδικό βάρος απέναντι στην ελευθερία των πολιτών και ιδίως την ελευθερία του εκάστοτε κατηγορουμένου για τρομοκρατική δράση.  Ως ασφάλεια νοείται τόσο η προστασία ενός πλέγματος θεμελιωδών  δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών των πολιτών

( δικαίωμα στη ζωή, δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα, στην προσωπική ελευθερία κλπ)  έναντι των τρομοκρατικών ενεργειών όσο και η προστασία της δημοσίας τάξεως ( ως μιάς κατάστασης ισχύος του νόμου και διατήρησης  προστατευτικής ασπίδας υπέρ των παραπάνω εννόμων αγαθών των πολιτών12)  και του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού η τρομοκρατική δράση, ακόμη και όταν δεν βάλλει ευθέως κατά του τελευταίου, προετοιμάζει μία κατάσταση αδυναμίας και αποσταθεροποίησης των θεσμών του (όπως άλλωστε δέχεται και το γράμμα πιά του ν. 3251/2004 ). Συγκροτείται λοιπόν μία τριμερής θεματοποίηση της «ασφαλείας» ως προστατευόμενου εννόμου αγαθού (ιδιωτικά έννομα αγαθά, δημόσια τάξη, πολίτευμα) 13. . Μήπως όμως θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η ασφάλεια συνιστά και αυτοτελές θεμελιώδες δικαίωμα, όπως εσχάτως

υποστηρίζεται 14 ;  (βλ και εισηγητικές εκθέσεις των δύο αντιτρομοκρατικών νόμων )

Στο ζήτημα αυτό δεν θα υπεισέλθουμε στο πλαίσιο αυτής της μελέτης.  Απλώς, θα θέσουμε δύο ερωτήματα προς διερεύνηση.  Το πρώτο αφορά στη σκοπιμότητα συνυπολογισμού, κάλυψης και υπαγωγής  πολλών διαφορετικών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών κάτω από την προστατευτική ομπρέλλα της «ασφαλείας». Τι περισσότερο παρέχει στο επίπεδο της άρτιας προστασίας  η συναρμογή τους στο δικαίωμα της ασφαλείας πέραν από την ιδεολογική συμπύκνωση της ειδικής αντιτρομοκρατικής θωράκισης και την  αμφίβολης αξίας επίκληση του «προστατευτικού» κράτους ;

Το δεύτερο αφορά στη σύνδεση αυτού του «δικαιώματος ασφαλείας» με το δικαίωμα στην «ασφάλεια» των Διακηρύξεων  της Γαλλικής και της Αμερικάνικης Επανάστασης και εν γένει των κειμένων του κλασσικού συνταγματισμού. Το δικαίωμα εκείνο αναφερόταν κατά κύριο λόγο  στην προσωπική ασφάλεια του ατόμου έναντι του κράτους.Ήταν αμυντικό δικαίωμα ,  επιταγή αποχής (κατ’ αναλογίαν,  το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια του ισχύοντος Συντάγματος, κατά άρθρο 5 παρ. 3 και 6 Συντ.).   . Αντιθέτως, το επικαλούμενο σήμερα «δικαίωμα στην ασφάλεια» είναι δικαίωμα προστασίας απέναντι σε ιδιωτικές προσβολές, το οποίο καλείται να προασπίσει  με θετικά μέτρα η κρατική θωράκιση. Πρόκειται λοιπόν για την οριζόντια- τριτενεργό ισχύ του κανονιστικού περιεχομένου   ενός ατομικού  δικαιώματος και ίσως περαιτέρω για τη συγκρότηση ενός διακριτού   δικαιώματος προς παροχή : ενός κοινωνικού δικαιώματος στο περισσότερο κράτος υπό την έννοια της δημόσιας τάξης και της αποτροπής του εγκλήματος . Αν αυτό το αίτημα υπήρξε ο γενεσιουργός λόγος του απολυταρχικού κράτους ( κατά τη λογική λ.χ. του  Χομπς ) δεν είναι βέβαιο ότι καθορίζει ταυτοχρόνως και το περιεχόμενο της «ασφαλείας» στις Διακηρύξεις των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και αν δεχθούμε ότι τα επιμέρους δικαιώματα (ζωή, ελευθερία κλπ) σαφώς τριτενενεργούν έναντι των ιδιωτικών προσβολών, δεν είναι αμέσως και λογικώς επόμενο να δεχθούμε και την οριζόντια ισχύ του δικαιώματος στην ασφάλεια.

 

H επαύξηση και ενίσχυση των περιοριστικών ρυθμίσεων κατευθύνεται   προς την επίτευξη μεγαλύτερης ευελιξίας και «αποτελεσματικότητας» στη δράση των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και της δικαστικής εξουσίας (ιδίως του ανακριτή). Στη λογική αυτήν ενυπάρχει η σκέψη ότι η απεριόριστη και απόλυτη απόλαυση ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων στο πεδίο είτε της προσωπικής ασφαλείας είτε της   ελευθερίας έκφρασης είτε κυρίως της δικαστικής ακρόασης και υπεράσπισης του κατηγορουμένου οδηγεί στην αντικειμενική ενδυνάμωση των τρομοκρατών και στη διευκόλυνση της δράσης τους.  Πέρα όμως από αυτή τη γενική κατεύθυνση, οι νομοθεσίες της «πρώτης γενεάς»  (1970-1985) διαφέρουν στις ιεραρχήσεις και τα μέσα που επέλεξαν από τις τρέχουσες νομοθεσίες  της «δεύτερης γενεάς». Οι παλαιότεροι νόμοι  ( στην Ελλάδα οι ν. 774/1978 και 1916/1990 αντιστοιχούσαν στη λογική της «πρώτης γενεάς») ήταν κυρίως νόμοι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Τυποποιούσαν μία ειδική μορφή εγκληματικής οργάνωσης («τρομοκρατική» στον ν. 774/1978, «εγκληματική» στον ν. 1916/1990) ως κακούργημα και επαύξαιναν το αξιόποινο των επιμέρους «τρομοκρατικών αδικημάτων», εφ’όσον αυτά τελούνταν σε συνάφεια με την οργάνωση αυτήν και από τα μέλη της ( διακεκριμένες μορφές των αδικημάτων).

Σε συνάρτηση με το αδίκημα  της τρομοκρατικής οργάνωσης και τα συναφή προς αυτό εισήγοντο και ορισμένες μορφές «ηπιότερης»  συμμετοχής στην  τρομοκρατική δράση ( εγκωμιασμός, υποστήριξη, χρηματοδότηση, εφοδιασμός κλπ ) καθώς, δευτερευόντως, και ορισμένες δικονομικές ρυθμίσεις (επίσπευση της ανακρίσεως, παραπομπή χωρίς ένδικα μέσα κατά του βουλεύματος, επέκταση  του χρόνου αυτοφώρου ειδικά στον ν. 1916/1990, δυνατότητα περιορισμού των υπερασπιστικών δικαιωμάτων κατηγορουμένου στον ν. 1916/1990 (άρθρο 10 ) ).

Ο ν. 1916/1990 περιέλαβε και την περίφημη διάταξη περί ποινικής ευθύνης των εκδοτών (άρθρο 6 ) για την περίπτωση δημοσίευσης των προκηρύξεων εγκληματικών οργανώσεων, η οποία όχι απλώς προκάλεσε έντονες επικρίσεις ως προς την αναλογικότητα της ρύθμισης αλλά και υπονόμευσε καθοριστικά  την κοινωνική νομιμοποίηση του νόμου μετά το  επεισόδιο της καταδίκης και βραχείας φυλάκισης των εκδοτών το 1991. .

Αντιθέτως, οι νόμοι της «δεύτερης γενεάς» δίδουν πλέον την έμφαση όχι τόσο στην τυποποίηση του βασικού αδικήματος  ( 187 Π.Κ. κατά τη διάταξη άρθρου 1 ν. 2928/2001) όσο στα δικονομικά και ανακριτικά μέτρα κατά την προδικασία , τα οποία συνοδεύουν το αδίκημα αυτό και τα συναφή προς αυτό 14α. Ειδικότερα, ο ν. 2928/2001  και ο νεότερος ν. 3251/2004 προβλέπουν  κατόπιν ειδικά αιτιολογημένου εντάλματος α) την ανακριτική διείσδυση στην εγκληματική οργάνωση β) τον έλεγχο των μεταφορών γ) την άρση του απορρήτου δ) την καταγραφή δραστηριότητος ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές εικόνας και ήχου ή άλλα ειδικά τεχνικά μέσα ε) την συσχέτιση ή συνδυασμό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ εξαίρεση του ν. 2472/1997 ( άρθρο 253Α   Κ.Π.Δ. )

Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται εφ’οσον α) προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει τελεσθεί αξιόποινη πράξη των παρ. 1 και 2του άρθρου 187 Π.Κ. και β) αν η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης είναι διαφορετικά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής . Στην κατηγορία των ανακριτικών μέτρων εντάσσεται και η λήψη DNA από τον κατηγορούμενο (άρθρο 200Α Κ.Π.Δ. ) , η οποία «περιορίζεται στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση της ταυτότητας του δράστη». Πάντως, το τελευταίο μέτρο δεν είναι πλέον  εξίσου σημαντικό, αφού η λήψη αυτή δεν είναι υποχρεωτική αλλα ζητείται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο για τις ανάγκες της υπερασπίσεώς του  –στη μορφή της διάταξης , η οποία τελικά περιελήφθη στο νόμο.

 

1.6.  Όσον αφορά την τυποποίηση του βασικού αδικήματος,  της «οργάνωσης»  (187 ΠΚ και 187Α ΠΚ του ν. 3251/2004),   η σχέση  έντασης μεταξύ ασφαλείας και ελευθερίας οριοθετείται βασικά  στο κανονιστικό πεδίο του άρθρου 7 παρ. 1 Συντ.(αρχή νομιμότητος των ποινών, nullum crimen sine lege certa ) αλλά και στο πεδίο της αρχής της αναλογικότητος. ( ήδη άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. μετά την αναθεώρηση του 2001).

Το αδίκημα αυτό παραμένει ένα αδίκημα αφηρημένης διακινδύνευσης στον ν. 2928/2001, όπως ακριβώς τυποποιείτο και στους ν. 774/1978 και 1916/1990. Ακόμη και αν θεωρηθεί υπό το πρίσμα της προληπτικής προστασίας της δημοσίας τάξεως έναντι οργανωμένων εγκληματιών   με διαρκή δομή και δράση,   ότι είναι σκόπιμη η αναγωγή της οργάνωσης σε κακουργηματική μορφή και ότι ακόμη  είναι αναγκαία μία ορισμένη ευκαμψία της αντικειμενικής υποστάσεως ώστε να μπορεί να επέμβει η κρατική εξουσία εγκαίρως και αποτελεσματικά, οι διατάξεις αυτές δεν συμβαδίζουν ικανοποιητικά με τους τεθειμένους από τη θεωρία του δημοσίου δικαίου ( και του ουσιαστικού ποινικού δικαίου)  περιορισμούς των περιορισμών.

Η  σημαντική επαύξηση του αξιοποίνου επιτάσσει ειδικότερο και σαφέστερο  ορισμό της αξιόποινης πράξης15 και συγκεκριμενοποίηση του κινδύνου , τον οποίο διατρέχει η δημόσια τάξη (σε συνδυασμό και με την αρχή της αναλογικότητος) . Υπό αυτό το πρίσμα είναι εύλογη η σκέψη ότι η κακουργηματική μορφή του άρθρου 187 Π.Κ. θα έπρεπε να εμπεριέχει στην αντικειμενική υπόσταση  και δείκτες συγκεκριμένου κινδύνου για τη δημόσια τάξη όπως π.χ. η ύπαρξη όπλων και πάντως πρόσφορου εξοπλισμού/εφοδιασμού  της ομάδος και η ύπαρξη σχεδίου, τείνοντος προς συγκεκριμένα υλικά αντικείμενα/ στόχους 16.  Στην περίπτωση  της ιδιαίτερα φορτισμένης υποκειμενικά υποστάσεως του ν. 3251/2004 («τρομοκρατική οργάνωση») , η απουσία αυτών των δεικτών ενισχύει ακόμη περισσότερο το ανησυχητικό ενδεχόμενο της ποινικοποίησης φρονηματικών εκδηλώσεων.

 

1.7. Το ζήτημα των ειδικών ανακριτικών μέτρων εισάγει πολύ σημαντικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.Και μάλιστα όχι μόνον του δικαιώματος ακρόασης-υπεράσπισης (όπως εν μέρει στον ν. 1916/1990) αλλά και  του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β’ Συντ.), του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθρο 19 Συντ.), του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Συντ.), κα..

Τα μέτρα αυτά προβλέπονταν για συγκεκριμένες κατηγορίες κακουργημάτων (ιδίως το εμπόριο ναρκωτικών ) και σε προγενέστερους νόμους. Πλην όμως, η δυνητικά σωρευτική τους πρόβλεψη στον ν. 2928/2001- παρά τη συνδρομή της  δικαστικής εγγύησης-και η ασάφεια ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους (αν θεωρηθεί ότι η «δυσχερής εξάρθρωση» λειτουργεί ως διαζευκτική προϋπόθεση, τα μέτρα μπορούν να εφαρμοσθούν και σε «υπόπτους» και όχι μόνον σε ήδη κατηγορουμένους)  θέτει το ζήτημα της διαμόρφωσης ενός κλίματος χαλάρωσης της δέσμευσης των διωκτικών αρχών από τις εγγυήσεις αλλά και από την ιδεολογία του κράτους δικαίου , εν ολίγοις, ενός παραβασιογόνου και καταχρησιογόνου  κλίματος. Η προληπτική λ.χ. λειτουργία των ανακριτικών αυτών μέτρων θα μπορούσε να οδηγήσει στην περίπτωση της λεγόμενης «ανακριτικής διεισδύσεως» στην παρακολούθηση οργανώσεων μη εγκληματικών με ριζοσπαστική και αμφισβητησιακή κοινωνικά ιδεολογία και πρακτική. Χωρίς μάλιστα, οι ενδιαφερόμενοι να λαμβάνουν γνώση και να μπορούν να ζητήσουν δικαστική προστασία κατά της παραβίασης δικαιωμάτων τους, με αποτέλεσμα να μένουν ανυπεράσπιστοι έναντι της αυθαιρεσίας. Η συνδρομή της δικαστικής εγγύησης στη λήψη των «προληπτικών» ανακριτικών μέτρων δεν πετυχαίνει πάντοτε να θέσει ικανοποιητικά όρια, όταν τα δεδομένα που παρουσιάζονται στον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό  από τις διωκτικές αρχές είναι συχνά μονομερή και υποβολιμαία και χωρίς , βεβαίως, τη δυνατότητα αντίκρουσής τους. .

 

1.8. Οι ν. 2928/2001 και 3251/2004 ορίζουν ως αρμόδια για την εκδίκαση των

τρομοκρατικών αδικημάτων (του 187 και 187Α  Π.Κ.και των συναφών προς αυτά επιμέρους τρομοκρατικών ενεργειών) τα Τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων ( 111 παρ. 5 Κ.Π.Δ. όπως ισχύει μετά τον ν. 2928/2001). Στο σημείο αυτό ακολουθείται βασικά η γραμμή των ν. 774/1978 και 1916/1990, με τη διαφορά ότι τα νομοθετήματα αυτά  όριζαν ως αρμόδια τα Πενταμελή Εφετεία στον πρώτο βαθμό.

Διασπάται έτσι η βασική δωσιδικία των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων για τα κακουργήματα αλλά και για τα πολιτικά αδικήματα ( 97 παρ. 1 Συντ.) . Η ειδική

δωσιδικία για  ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων, οριζόμενες βεβαίως κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο, είναι συνταγματικώς ανεκτή κατά τη διάταξη του άρθρου 97 παρ. 2 εδ. β’ Συντ. 17. Στο βαθμό όμως που πλέον μία ευρύτατη  ομαδοποίηση κακουργημάτων βάσει των άνω νόμων  (εφ’οσον διαπράττονται από την εγκληματική ή την τρομοκρατική οργάνωση) εκφεύγει από τη βασική δωσιδικία των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων  και ο κανόνας μετατρέπεται σε εξαίρεση, μπορεί να σκεφθεί κανείς ότι έχουμε απέναντί μας αν όχι αναγκαστικά  ευθεία παραβίαση της συνταγματικής διάταξης  πάντως μία μορφή «καταστρατήγησης» και «ανενέργειας»  αυτής, αφού σταδιακά μένει χωρίς υπαρκτό πεδίο εφαρμογής. Ενδεχομένως δε, βλάπτεται και το δικαίωμα του κατηγορουμένου στο φυσικό του δικαστή μέσα από την «καταχρηστική» αυτή συμπεριφορά του νομοθέτη.

 

Ένα διακριτό ζήτημα είναι αυτό του χαρακτήρα των αδικημάτων αυτών ως πολιτικών εγκλημάτων ή μη. Στο σημείο αυτό το Σύνταγμα (αντίθετα προς τα κακουργήματα ) δεν επιτρέπει παρέκκλιση και κατ’ εξαίρεση δωσιδικία  : ο χαρακτήρας των αδικημάτων αυτών ως πολιτικών θα καθιστούσε αντισυνταγματική την τροποποίηση της δωσιδικίας  και θα επέτασσε την κατά παραπομπή  υπαγωγή τους στα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια.

 

Το ζήτημα αυτό πρυτάνευσε στις  ενστάσεις  κατά της κατηγορίας, οι οποίες προτάθηκαν κατά τις δίκες της «17 Νοέμβρη» και του «Ε.Λ.Α.» από την πλευρά των συνηγόρων υπεράσπισης. . Ειδικότερα, το δικαστήριο Α) είτε θα συντασσόταν με την κυρίαρχη από δεκαετίες  στη νομολογία του Αρείου Πάγου «στενή αντικειμενική θεωρία» ( πρβλ. ενδεικτικά  και τις αποφάσεις    ΑΠ 890/1976 στην υπόθεση έκδοσης του Ρ. Πόλε, σε Ποινικά Χρονικά  1977, σελ. 319 επ., ΑΠ 1260/1987 στην υπόθεση έκδοσης του Μ. Φολλίνι, σε Νομικό Βήμα 1987, σελ. 1452 επ., ΑΠ 820/1989 στην υπόθεση Ρασίντ σε ΠΧ 1990, σελ. 183 επ., ΑΠ 362/1995 σε Υπεράσπιση 1996, σελ. 487 επ., ΑΠ 1137/1998 σε ΠΧ ΜΘ, σελ. 655 επ. κ.α., όλες σε περιπτώσεις εκδόσεως αλλοδαπών πολιτών  στην αλλοδαπή) κατά την οποία τότε μόνο θα έχουμε πολιτικό έγκλημα όταν η πράξη βάλλει ευθέως και αμέσως κατά της συνταγματικής τάξης επιδιώκοντας την άμεση  ανατροπή της (ουσιαστικά αυτό θα συμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις εξέγερσης/επανάστασης εκ των κάτω  ή στρατιωτικού πραξικοπήματος εκ των άνω )  . Β) είτε θα επιχειρούσε μία «στροφή» στην υπάρχουσα ποινική  νομολογία αποδεχόμενο τον πολιτικό χαρακτήρα των αδικημάτων. Θα μπορούσε να το κάνει αυτό προσφεύγοντας είτε στις υποκειμενικές θεωρίες ( στα κίνητρα του εγκληματία) και στη συναφή με αυτές  «θεωρία του πολιτικού εγκληματία» 18 είτε σε μία μορφή μικτής θεωρίας, η οποία θα συνεδύαζε τη στενή υποκειμενική θεωρία (επιδίωξη  στρατηγική ανατροπής του πολιτεύματος ) με την ευρεία αντικειμενική θεωρία ( προσβολή κρατικού εννόμου αγαθού τη ευρεία εννοία, όπως  η δημόσια τάξη, η πολιτειακή εξουσία κλπ). Τόσο στα σχετικά παραπεμπτικά βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών  ( αρ.  2869/2002 για τη «17 Νοέμβρη», αρ. 2994/2003 και 1714/2003 για τον «Ε.Λ.Α.» ) όσο και στις μη οριστικές αποφάσεις των Δικαστηρίων επί των ενστάσεων της υπεράσπισης επελέγη ο πρώτος δρόμος και τα Δικαστήρια συντάχθηκαν με την κυρίαρχη γραμμή της «στενής αντικειμενικής θεωρίας». Ως εκ του αποτελέσματος, η διάταξη για τα πολιτικά αδικήματα κινδυνεύει να μείνει μία διάταξη απολύτως οριακή χωρίς πραγματικό πεδίο εφαρμογής και χωρίς ενεργό κανονιστικό περιεχόμενο 19.  Ένα άνευ σημασίας  κατάλοιπο παλαιών «ανώμαλών» περιόδων, όπως  χαρακτηριστικά διατυπώθηκε από απόψεις απορριπτικές του χαρακτήρα της τρομοκρατίας ως πολιτικού εγκλήματος.  Υπάρχουν όμως διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες αποτελούν απλώς «κατάλοιπα» χωρίς κανονιστικό χαρακτήρα ;

 

Συμπληρωματικό ζήτημα προς αυτό της αρμοδιότητος των Τριμελών Εφετείων Κακουργημάτων ήταν αυτό του ειδικού  καθορισμού των δικαστικών συνθέσεων κατά τη διάταξη άρθρου  11 παρ. 2   ν. 3090/2002, το οποίο προσέθετε την  παράγραφο 7Α στο άρθρο 17 του Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) περί κληρώσεως των συνθέσεων  : στις δίκες όπου προεβλέπετο ότι θα κρατήσουν επί μακρόν  στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων η κλήρωση θα διεξαγόταν μεταξύ ενός μικρότερου καταλόγου εφετών και προέδρων εφετών, ο οποίος θα διαμορφωνόταν με απόφαση της ολομελείας των εφετών του οικείου δικαστηρίου σε αριθμό πολλαπλάσιο της συνθέσεως. Δεδομένου ότι τα κριτήρια της προεπιλογής δεν αναφέρονταν με σαφήνεια στο νόμο, ετέθη από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων  το ζήτημα ότι μπορούσαν δυνάμει να παρεισφρύσουν παράγοντες μεροληψίας κατά την οριοθέτηση αυτού του στενότερου φάσματος δικαστών και, άρα, θα ετίθετο σε αμφιβολία  ο αμερόληπτος καθορισμός της σύνθεσης εν όψει της αρχής του φυσικού δικαστή. Το δικαστήριο (και στις δύο υποθέσεις) απέρριψε την ένσταση κρίνοντας ότι  έχει συγκροτηθεί εκ του νόμου  με γενικά και αφηρημένα κριτήρια προ της δίκης και ότι ο ειδικός τρόπος καθορισμού της σύνθεσης  δεν επιδρά επί της αρχής  του φυσικού δικαστή κατά το άρθρο 8 Συντ. .

 

1.9. Ο ίδιος ν. 3090/2002 προέβλεψε ( άρθρο 8 ) τον αποκλεισμό της έμμεσης δημοσιότητας της δίκης ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου  (  της ολικής ή μερικής μετάδοσης από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο καθώς και της κινηματογράφησης και μαγνητοσκόπησης της δίκης) .Κατ’ εξαίρεση το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει αυτές τις ενέργειες , εφ’όσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. Αντιστρεφόταν έτσι η προγενέστερη ρύθμιση του ν. 2172/1993, κατά την οποία ο κανόνας ήταν η ελεύθερη αναμετάδοση των δικών και η εξαίρεση η απαγόρευσή της, αν το ζητούσε ειδικά ο κατηγορούμενος.

 

Η ρύθμιση αυτή αφορούσε όλες τις δίκες και όχι μόνο εκείνες των υποθέσεων τρομοκρατίας. Παρ’όλα αυτά, τα ΜΜΕ έκριναν πολύ γρήγορα ότι η θέσπισή της

λίγο πριν από μία δίκη με μεγάλο δημόσιο ενδιαφέρον (αυτήν της «17

Νοέμβρη» ) αποσκοπούσε κυρίως στην οργάνωση αυτής της δίκης και στον έλεγχο της  πληροφόρησης ως προς αυτήν. Άλλωστε, επισημάνθηκε από κάποιες πλευρές  το ανακόλουθο της θέσπισης αυτής της ρύθμισης, λίγους μήνες αφ’ότου η τηλεόραση είχε παρακολουθήσει εξαντλητικά και σε βάρος -σε ορισμένες περιπτώσεις- του δικαιώματος προσωπικότητος των κατηγορουμένων όλη την προδικασία της υπόθεσης «17 Νοέμβρη» και τις συνεχείς μεταφορές των κατηγορουμένων με αλεξίσφαιρα γιλέκα από τη Γενική Ασφάλεια στον ανακριτή ή στη φυλακή.

Αλλά και η επέκταση πλέον με ιστορικούς όρους της έννοιας της δημοσιότητος της δίκης, ώστε αυτή να μην μπορεί να καλυφθεί μόνο από την άμεση δημοσιότητα.

 

Επί των σχετικών ενστάσεων της υπεράσπισης ότι με τη διάταξη αυτήν παραβιάζονται τόσο η αρχή της δημοσιότητας της δίκης ως εγγύηση του ατομικού  δικαιώματος υπεράσπισης αλλά και ως θεσμική εγγύηση της «δίκαιης δίκης»

( άρθρο 93 παρ. 2 Συντ. όπου και οι σχετικές εξαιρέσεις)  όσο και το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση κατά το άρθρο 5Α Συντ. το δικαστήριο (και στις δύο υποθέσεις) απάντησε αρνητικά θεωρώντας ότι το Σύνταγμα επιτάσσει μόνο την άμεση δημοσιότητα της δίκης , δηλαδή την άμεση πρόσβαση του κοινού στην αίθουσα του δικαστηρίου, η δε ρύθμιση της έμμεσης είναι στην απόλυτη ευχέρεια του νομοθέτη. Όσον αφορά δε το δικαίωμα πληροφόρησης, επικαλέσθηκε το μη ανεπιφύλακτο αυτού και τη δυνατότητα θέσπισης περιορισμών κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 5Α.

 

 

  1. Το ζήτημα των ειδικών συνθηκών κράτησης κατά την περίοδο 2002-2003

 

Από την έναρξη της προσωρινής κράτησης των κατηγορουμένων της υπόθεσης «17 Νοέμβρη» ( Ιούλιος, Αύγουστος 2002) άρχισε να τίθεται το ζήτημα της κράτησής τους κάτω από ειδικές συνθήκες, διάφορες από αυτές των προφυλακισμένων για τα κοινά ποινικά αδικήματα.  Ελήφθησαν στην περίπτωσή τους ειδικά μέτρα ασφαλείας, τα οποία αποτέλεσαν μία μορφή ειδικού καθεστώτος κράτησης. Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο διάστημα, οι κατηγορούμενοι κρατούνταν σε ατομικά κελλιά, δεν είχαν  δικαίωμα επικοινωνίας μεταξύ τους, προαυλίζονταν ατομικά και όχι μεταξύ τους ή μαζί με άλλους κρατούμενους και είχαν σχετικά περιορισμένη χρονικά δυνατότητα επικοινωνίας με τους συνηγόρους και συγγενείς τους. Σχετικά, διατυπώθηκαν διαμαρτυρίες και διαβήματα εκ μέρους  οργανώσεων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Το ειδικό αυτό καθεστώς- το οποίο άρχισε να υποχωρεί μικρό διάστημα πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αιτιολογήθηκε με βάση τις ειδικές ανάγκες ασφαλείας, την εκτίμηση δηλαδή ότι η απεριόριση επικοινωνία μεταξύ των κρατουμένων θα διευκόλυνε την «παράταση» της ζωής της τρομοκρατικής οργάνωσης μέσα στη φυλακή, την απόκρυψη στοιχείων από την παρατεινόμενη ανάκριση και την ενδεχόμενη επικοινωνία με ελεύθερα μέλη της οργάνωσης.Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις επιβλήθηκε λόγω ανακοινώσεων προς τα έξω κάποιων κρατουμένων η πειθαρχική ποινή της (ολιγοήμερης) απαγόρευσης κάθε επικοινωνίας με τον έξω κόσμο (περίπτωση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου).

  Όμως, το ειδικό αυτό καθεστώς δεν στηριζόταν στο νόμο, είχε έναν de facto χαρακτήρα20. Ο Σωφρονιστικός Κώδικας δεν περιέχει διατάξεις ειδικής σωφρονιστικής  μεταχείρισης των κατηγορουμένων βάσει του ν. 2928/2001  αλλά ούτε και ο ίδιος ο ν. 2928/2001. Ούτε υπήρξε διάταξη τεθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του Σ.Κ. στο πεδίο αυτό.  Οι υπαρκτοί διαχωρισμοί των άρθρων 11-16 του Σ.Κ. αφορούν άλλες κατηγορίες κρατουμένων και πάντως δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση ως προς το ζήτημα της επικοινωνίας με τον συνήγορο ή τρίτους.  Ούτε είναι δυνατό να επιβληθεί στέρηση δικαιωμάτων , τεθειμένων από το Σύνταγμα  (άρθρο 20 παρ. 1) ή την Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 3, εδ. β’ και γ’  ) υπό τη μορφή πειθαρχικής ποινής.

 

Το ζήτημα της ειδικής μεταχείρισης των κρατουμένων ως μελών τρομοκρατικών οργανώσεων, ιδίως των υποδίκων, αλλά και του περιορισμού των υπερασπιστικών δικαιωμάτων τους  έχει απασχολήσει συστηματικά το Ε.Δ.Δ.Α. είτε υπό το πρίσμα του δικαιώματος στη «δίκαιη δίκη» (άρθρο 6 Ε.Σ.Δ.Α.) είτε υπό το πρίσμα της απαγόρευσης των  βασανιστηρίων και κάθε απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ( άρθρο 3 Ε.Σ.Δ.Α.) 21.  Ιδίως το ζήτημα της απομόνωσης και της μη επικοινωνίας με τον συνήγορο ή τους οικείους έχει αποτελέσει αντικείμενο κρίσης σε αρκετές περιπτώσεις, αν και όχι πάντοτε προς τη γραμμή της ασυμβατότητας με την Ε.Σ.Δ.Α.

 

 

  1. Όψεις των δικών της πολιτικής τρομοκρατίας και ερωτήματα ως προς το δίκαιο χαρακτήρα τους

 

   Το πρόβλημα της άμεσης εφαρμογής των αντιτρομοκρατικών νόμων και της εξέτασης της συνταγματικότητας των διατάξεών τους  στις υπό εξέταση δίκες είναι η μία μόνο όψη τους. Η άλλη όψη αφορά το όλο πλαίσιο λειτουργίας της κατηγορούσας αρχής αλλά εν μέρει και του ίδιου του δικαστηρίου υπό το βάρος της «σκοπιμότητας» να επιτευχθεί ή πάντως να καταδειχθεί η «εξάρθρωση της τρομοκρατίας». Ήταν  δεδομένη η ύπαρξη γύρω από αυτές τις δίκες ενός περιρρέοντος κλίματος , ανατροφοδοτούμενου και από δηλώσεις των οργάνων  της εκτελεστικής εξουσίας, ότι οι δίκες αυτές πρέπει να ολοκληρωθούν στο συντομότερο δυνατό χρόνο και ότι   πρέπει να ενισχυθεί η διεθνής εικόνα της χώρας ως «ασφαλούς» και «απαλλαγμένης» από την τρομοκρατική απειλή. Το κλίμα αυτό

χωρίς να ασκεί πάντοτε μία καταλυτική επίδραση- λειτούργησε συχνά υπονομεύοντας το  τεκμήριο αθωότητος εκείνων τουλάχιστον των κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνταν τις κατηγορίες και τη συμμετοχή τους στις οργανώσεις.

 

  Θα επιμείνουμε σε ορισμένες όψεις των δικών αυτών, οι οποίες συνδέθηκαν με έντονους περιορισμούς του δικαιώματος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, σε αρκετές περιπτώσεις και πέραν των ορίων του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α.. Αλλά και σε ορισμένες όψεις, αντιθέτως,  αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων από τους οικείους δικαστικούς σχηματισμούς.

 

3.1.  Ιστορικά, οι δίκες υποθέσεων  τρομοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη διακρίθηκαν από μία αισθητική και θεσμική προεπιλογή πλεονάζουσας ασφαλείας. Στη Γερμανία η διεξαγωγή της κεντρικής δίκης της R.A.F. στη φυλακή του Σταμμχάϊμ (Μάιος 1975-  Ιούλιος 1977 ) σήμανε τη μετατροπή της σε χώρο στρατιωτικά φρουρούμενο, με έντονα τα στοιχεία μιάς παντοδύναμης και καταθλιπτικής υλικής και συμβολικής  παρουσίας  του Κράτους-Λεβιάθαν, οντότητας μάλλον εγγενούς στη γερμανική πολιτική ιστορία. . Οι τραγικοί θάνατοι των ηγετών της οργάνωσης δεν ήταν ενδεχομένως  άμοιροι αυτού του συντριπτικού  κλίματος.  Στην Ιταλία, οι αρχικές δίκες  της ηγεσίας των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» (1979-1982) ενείχαν και αυτές την εικόνα του παντοδύναμου θριαμβεύοντος κράτους : κλωβοί ασφαλείας, ειδικά ηλεκτρονικά συστήματα, πανοπτισμός  κλπ.

 

Η ελληνική περίπτωση υπήρξε αρκετά διαφορετική. Προφανώς, τα μέτρα ελέγχου και ασφαλείας ήσαν εξαιρετικά ενισχυμένα σε σχέση με τις κοινές ποινικές δίκες και περιέλαβαν όχι μόνο το κοινό της δίκης αλλά και αυτούς ακόμη τους συνηγόρους.. Μετά όμως και από πρωτοβουλίες της υπεράσπισης στη δίκη της «17 Νοέμβρη» , οι μεταλλικοί  κλωβοί γύρω από τους κατηγορούμενους  απομακρύνθηκαν και υπήρξε μία δυνατότητα πιο άμεσης και ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ της έδρας , της εισαγγελικής αρχής και των κατηγορουμένων. Σε αυτό συνετέλεσε και η συστηματική προσπάθεια της έδρας για μία σύμφωνη με τη δικονομία πρόοδο της διαδικασίας.

Από αυτήν την άποψη, η ζοφερή  αισθητική του «παντοδύναμου κράτους» κάπως υποχώρησε.

 

3.2.  Το κατηγορητήριο –ιδίως στην πρώτη δίκη του «Ε.ΛΑ..» και λιγότερο στη δίκη της «17 Νοέμβρη»- στηρίχθηκε πολύ περισσότερο σε  πολιτικές εκτιμήσεις παρά στη συνδρομή  σοβαρών αποδεικτικών στοιχείων. . Εισήχθησαν τόσο ως εκθέσεις των διωκτικών αρχών   στη δικογραφία όσο και ως εκτιμήσεις των παραπεμπτικών βουλευμάτων 2993/ 2003 και 1714/2004 Συμβουλίου Εφετών απόψεις κρίσιμες για τη στήριξη της κατηγορίας, οι οποίες θεωρήθηκαν σχεδόν αυτονόητες , όπως :  λ.χ

1) η άποψη ότι η οργάνωση «Ε.Λ.Α.» και η οργάνωση «1η Μάη» (οι οποίες κατά δήλωσή τους ενοποιήθηκαν το 1991 ) ήταν αρχήθεν μία ενιαία οργάνωση με πολλά πρόσωπα  («θεωρία συγκοινωνούντων δοχείων») 2) η άποψη ότι οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση «Ε.Λ.Α.» ήταν οπωσδήποτε όχι απλώς μέλη αλλά και ηγετικά στελέχη της οργάνωσης αυτής και ότι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος ήταν ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της «17 Νοέμβρη»  3) η άποψη ότι ορισμένα πρόσωπα έπαιζαν ρόλο «διαμέσου» μεταξύ περισσότερων οργανώσεων (όπως η περίπτωση του Γιάννη Σερίφη) 4) η κρίσιμη για το ζήτημα της παραγραφής άποψη ότι η «17 Νοέμβρη» και ο «Ε.Λ.Α.» συνέχισαν τη δράση τους μέχρι την ημέρα της εξάρθρωσής τους. . Βεβαίως, η θεμελίωση του κατηγορητηρίου σε πολιτικές εκτιμήσεις και η πεισματική υποστήριξή τους από την κατηγορούσα αρχή έχει βαρύνουσες συνέπειες για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου : ενώ τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να προσκομισθούν και επικληθούν από την κατηγορούσα αρχή, οι εκτιμήσεις «πρέπει» κατ’ ανάγκη να ανταποδειχθούν από τον κατηγορούμενο -με αποτέλεσμα να πλήττεται το τεκμήριο αθωότητος.

 

3.3. Κατά την πρώτη  δίκη του Ε.Λ.Α η βασική μάρτυς κατηγορίας ήταν-κατά τη δήλωσή και ομολογία της- η ίδια πρώην μέλος της οργάνωσης αυτής . .Το παραπεμπτικό βούλευμα έπαυσε την ποινική δίωξη κατά  της κατηγορουμένης αυτής λόγω παραγραφής με αποτέλεσμα να μπορεί αυτή να καταθέσει ως μάρτυς κατηγορίας χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ. ( κατά το οποίο η καταδικαστική απόφαση δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη μαρτυρία συγκατηγορουμένου). Δεν έγινε δηλαδή εφαρμογή  υπέρ της των ευεργετικών διατάξεων του ν. 2928/2001 ( αφού θα έπρεπε να διατηρήσει την ιδιότητά της ως κατηγορουμένης) αλλά μία επιλεκτική εφαρμογή του θεσμού της παραγραφής  (έγινε δεκτό ότι αυτή απεχώρησε αρκετά νωρίς από την οργάνωση, ενώ ο ίδιος ισχυρισμός των κατηγορουμένων απερρίφθη) και μία έμμεση μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα της μορφής του «μάρτυρος του στέμματος» ( “Kronzeuge”) : Ο κατηγορούμενος, ο οποίος συμβάλλει αποφασιστικά στην εξάρθρωση της οργάνωσης μετατρεπόμενος σε μάρτυρα κατηγορίας κατά των συγκατηγορουμένων του και πρώην συμμετόχων του  εξασφαλίζει την απαλλαγή ή μία πολύ ευνοική μεταχείριση.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία αυτής της «μορφής» είναι εξαιρετικά αντιφατική και ασταθής. Ενώ ως προς την ιταλική περίπτωση  υποστηρίζεται ότι η δικαιοσύνη αξιοποίησε με μεγάλη αποτελεσματικότητα τους «συνεργαζόμενους τρομοκράτες» (βλ. και Σ.Βιδάλη 1998 οπ.π. )  , ως προς τη γερμανική περίπτωση ασκήθηκε έντονη κριτική στη φερεγγυότητα και  αξιοπιστία των μαρτύρων αυτού του τύπου επισημαίνοντας  τον κίνδυνο της δόλιας ενοχοποίησης αθώων.

Παρ’όλα αυτά, η απόφαση της πρώτης δίκης του Ε.Λ.Α. στηρίχθηκε ως προς το καταδικαστικό της σκέλος «( ιδίως για τους κατηγορούμενους Α.Κανά, Κ.Αγαπίου και Ε.Αθανασάκη) σχεδόν αποκλειστικά στη μαρτυρία της πρώην συγκατηγορουμένης ( και πρώην συζύγου μάλιστα του πρώτου από τους παραπάνω).

3.4.  Κατά την πρώτη δίκη του Ε.Λ.Α. εισήχθησαν στη δικογραφία ανεπικύρωτα αποσπάσματα από τα περίφημα «αρχεία» της πρώην ανατολικογερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών Stasi (Ministerium fuer Staassicherheit ).  . Από αυτά προέκυπταν –κατά την κατηγορούσα αρχή- ορισμένες ενδείξεις για τη συνεργασία ορισμένων προσώπων με «ψευδώνυμο» , συμμετεχόντων στον Ε.Λ.Α., με τη Stasi και με αλλοδαπές τρομοκρατικές οργανώσεις συνεργαζόμενες με τη Stasi  (την ομάδα Κάρλος).   Παρά το ότι τα αποσπάσματα αυτά δεν έπαιξαν τελικώς ρόλο στη θεμελίωση των καταδικαστικών αποφάσεων, δαπανήθηκε εξαιρετικά πολύς χρόνος σε άγνωστης προέλευσης ανεπικύρωτα έγγραφα, τα οποία από δικαστήρια άλλων χωρών (όπως το  γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο αλλά και  δικαστήρια ουσίας της  χώρας αυτής ) έχουν κρίνει ως έγγραφα με εξαιρετικά μειωμένη αξιοπιστία με δεδομένη  τη λογική λειτουργίας και τις μεθόδους της παραπάνω μυστικής υπηρεσίας. .

 

3.5. Κατά τη δίκη της υπόθεσης «17 Νοέμβρη»  (Μάρτιος – Δεκέμβριος 2003) διατυπώθηκε ο ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο Σάββα Ξηρό ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας  του στον «Ευαγγελισμό» τον Ιούλιο του 2002 υπέστη βασανιστήρια, σωματικά και ψυχικά ,  αναγκαστική λήψη ψυχοτρόπων ουσιών και γενικότερα απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση με αποτέλεσμα οι ληφθείσες καταθέσεις του να μην είναι προϊόν ελεύθερης και αβίαστης βούλησης . Ανεξάρτητα από τη βασιμότητα αυτών των αιτιάσεων, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι περιστατικά σημαντικά για το κύρος των ληφθεισών προανακριτικών καταθέσεων, αν και  καταγγέλθηκαν, δεν ερευνήθηκαν σε βάθος.

Η άρνηση αυτή καταδεικνύει όχι επαρκώς αναπτυγμένα αντανακλαστικά υπεράσπισης του κράτους δικαίου από τα αρμόδια όργανα (ιδίως την εισαγγελική αρχή) και -ενδεχομένως – μία υφέρπουσα λογική Staatsraeson στο πλαίσιο της με «κάθε μέσο εξάρθρωσης της τρομοκρατίας»22: δεν είναι απαραίτητο το αρμόδιο όργανο να γνωρίζει ότι όντως τελέσθηκαν παραβιάσεις (και άρα να λειτουργεί δόλια).. Αρκεί η εκτίμηση ότι σε μία περίπτωση «επείγουσας» έρευνας κατά της τρομοκρατίας τα μέσα δεν είναι αναγκαίο να διερευνηθούν αφού εν τέλει  έχουμε θετικό αποτέλεσμα.  Ήδη, η εκτίμηση αυτή αποτελεί μία σοβαρή ρωγμή για το οικοδόμημα του κράτους δικαίου : δεν είναι τυχαίο ότι στις Η.Π.Α μετά την 11-9-2001 έγινε λόγος για «νομιμοποίηση των βασανιστηρίων» και στη συνέχεια ακολούθησαν τα γεγονότα της φυλακής του Άμπου-Γκράϊμπ  .

 

3.6.   Η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης στις δίκες αυτές υπήρξε εξαιρετικά λεπτή και συχνά δυσχερής23.  Διότι ναι μεν η ελληνική έννομη τάξη δεν γνωρίζει –ευτυχώς- μηχανισμούς παρέμβασης  κατά των συνηγόρων υπεράσπισης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στις δίκες τρομοκρατίας 24. Παρ’όλα αυτά, η φόρτιση υπήρξε σε αρκετές στιγμές των μακρών αυτών δικών πρόδηλη, καθώς το προπεριγραφέν «περιρρέον πολιτικό  κλίμα» ασκούσε σημαντική επίδραση στην μαχητικότητα της κατηγορούσας αρχής αλλά- σε αρκετές συγκυρίες- και στο ύφος του δικαστηρίου ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας. Η  αναγκαστικά μαχητική και έντονη άσκηση των υπερασπιστικών καθηκόντων στις συγκυρίες αυτές οδήγησε σε συγκρούσεις και παρεξηγήσεις με την εισαγγελική αρχή και την έδρα, συχνά δε –τουλάχιστον κατά την πρώτη δίκη του Ε.Λ.Α.- υπελήφθη και ως οξύτητα ή έλλειψη σεβασμού προς την έδρα. Ο «πολεμικός» χαρακτήρας αυτών των δικών , παρά το γεγονός ότι αποφεύχθηκαν οξύτητες όπως εκείνες της γερμανικής ιδίως και δευτερευόντως της ιταλικής εμπειρίας ( αποβολές συνηγόρων,  ποινικές διώξεις κατά συνηγόρων) , δεν επέτρεψε μία απολύτως αφόρτιστη και αξιολογικά ουδέτερη διαδικασία. Κατά την άποψή μας, η οξύτητα δεν προκλήθηκε από κάποια δήθεν  «ταύτιση» με τους κατηγορουμένους αλλά από την ένταση της σύγκρουσης μεταξύ των ειδικών αναγκών ασφαλείας  (όπως εκφράζονται και στην ειδική νομοθεσία αλλά και στη νομική πράξη) ) και του προτάγματος αποτελεσματικής υπεράσπισης των κατηγορουμένων υπό τις παρούσες συνθήκες. .Άλλωστε, η επιταγή της αποτελεσματικής υπεράσπισης δεν τίθεται στις «ομαλές συνθήκες»-οπότε και είναι αυτονόητη-  αλλά ακριβώς  στη συγκυρία της «εξαίρεσης».

 

  • Οι αποφάσεις που εξεδόθησαν στις πρώτες δύο « δίκες της τρομοκρατίας»

( «17 Νοέμβρη» και πρώτη δίκη «Ε.Λ.Α.»)  υπήρξαν άνισες και σε ορισμένα σημεία προκάλεσαν έντονο προβληματισμό. Ιδίως, η απόφαση επί της υπόθεσης «17 Νοέμβρη» θεωρήθηκε «ισορροπημένη», αυτός όμως ο χαρακτηρισμός εν όψει ειδικότερων πλευρών της δεν είναι ικανοποιητικός.

Η απόφαση αυτή   εύλογα υπήρξε απαλλακτική στις περιπτώσεις όπου η ενοχή είτε δεν αποδεικνυόταν ή πάντως συνοδευόταν από αμφιβολίες (περιπτώσεις Γ.Σερίφη, Α.Σωτηροπούλου, Α.Παπαναστασίου). .

Ως προς το καταδικαστικό της σκέλος, είναι αξιοσημείωτη η  έντονα «διασταλτική» εφαρμογή της εννοίας της «ηθικής αυτουργίας σε αρκετούς κατηγορούμενους και ιδίως στην περίπτωση του φερομένου ως «αρχηγού»  Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Παρά το ότι κατά την ακροαματική διαδικασία  δεν προέκυψαν σοβαρά στοιχεία ως προς την πρόκληση της απόφασης για τις ενέργειες της οργάνωσης από τον κατηγορούμενο αυτόν στους συγκατηγορουμένους του

–αλλά και ανεκλήθησαν από τους περισσότερους συγκατηγορουμένους του οι σε βάρος του αρχικές καταθέσεις τους- , έγινε δεκτή από το δικαστήριο η συνδρομή της ηθικής αυτουργίας για τις περισσότερες και σημαντικότερες από τις ενέργειες της οργάνωσης.  Η κρίση αυτή στηρίχθηκε στην εκτίμηση περί του «αρχηγικού ρόλου» του κατηγορουμένου αλλά  και περί της συνδρομής  μιάς μορφής πολιτικής ηθικής αυτουργίας25, κατά την οποία μία ηγετική μορφή αποφασίζει/ διατάσσει/πείθει  και τα απλά μέλη εκτελούν.Ουσιαστικά, εδώ δεν έχουμε  stricto sensu ηθική αυτουργία αλλά μία μορφή «αντικειμενικής ευθύνης του αρχηγού» για τη δράση της οργάνωσης. Η ερμηνεία αυτή κάλυψε και το κενό της μη ύπαρξης κατά την έναρξη της ad personam  δίωξης  ειδικής  διάταξης για τον αρχηγό ή ιδρυτή της οργάνωσης – η διάταξη αυτή περιλήφθηκε στον μεταγενέστερο ν. 3251/2004.

 

Η ερμηνεία της «πολιτικής ηθικής αυτουργίας» παρουσιάζει δύο βασικά μειονεκτήματα. Αντιπαρέρχεται την αναγκαία εξατομίκευση της αξιόποινης πράξης και την απόδειξή της , αφού η εκάστοτε εξώθηση των ηθικών αυτουργών δεν χρειάζεται να αποδειχθεί αλλά προκύπτει εκ της «θέσεως του αρχηγού26.

Στηρίζεται σε ένα πλαίσιο πολιτικών εκτιμήσεων των διωκτικών αρχών και όχι στην ακροαματική διαδικασία.

Αλλά, επίσης, προϋποθέτει  ως αναγκαία την ύπαρξη μιάς ιεραρχικής συγκεντρωτικής δομής της τρομοκρατικής οργάνωσης, η οποία δεν επιβεβαιώνεται πάντοτε από τα πορίσματα της εγκληματολογίας και της πολιτικής επιστήμης.Συνήθως, οι μετέχοντες στις οργανώσεις αυτές είναι «δράστες εκ πεποιθήσεως» (“Ueberzugungstaeter”) και δεν πείθονται από κάποιον προιστάμενο ή «αρχηγό» αλλά από τα συμπεράσματα της δικής τους πολιτικής συγκρότησης.

 

Ακόμη εντονότερα προβλήματα έθεσε η απόφαση επί της πρώτης δίκης του «Ε.Λ.Α.». Ενώ θεώρησε παραγεγραμμένο το αδίκημα της συμμετοχής (187 Π.Κ.) καθώς δέχθηκε την αυτοδιάλυση του «ΕΛΑ» το 1995, το δικαστήριο έκρινε ενόχους τους 4 από τους 5 κατηγορουμένους (αθώωσε τον Μιχάλη Κασίμη)

για  το αδίκημα της απλής (ψυχικής) συνέργειας στην τέλεση των επιμέρους τρομοκρατικών ενεργειών (κακουργηματικών πράξεων) . Ας σημειωθεί εδώ ότι η προαναφερθείσα μάρτυς κατηγορίας κατέθεσε μόνο για την εν  γένει  συμμετοχή ορισμένων κατηγορουμένων στον «Ε.Λ.Α.» και όχι για την τέλεση από αυτούς επιμέρους ενεργειών.

Η καταδίκη για ψυχική συνέργεια αντικατέστησε την αρχική κατηγορία (κατά όλων των κατηγορουμένων) για ηθική αυτουργία στις επιμέρους ενέργειες του «Ε.Λ.Α.».

Η έννοια της «ψυχικής συνέργειας» ως μορφής της απλής συνέργειας  είναι μία έννοια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη στη θεωρία του Ποινικού Δικαίου27 και στην ποινική νομολογία. Έχει κυρίως την έννοια της ψυχικής ενθάρρυνσης του αυτουργού και της άρσης των αναστολών στο να τελέσει την πράξη. Κατά μία πολλή πιο διασταλτική ερμηνεία28, μπορεί να έχει και την έννοια της μη παρεμπόδισης του αυτουργού από άτομο παρόν κατά την τέλεση της πράξης, ως να είχε αυτό μία μορφή εγγυητικής ευθύνης (άρθρο 15

Π.Κ. )  για την παρεμπόδιση των αξιοποίνων πράξεων. Μία τόσο ευρεία προσέγγιση τείνει να δημιουργήσει σύγχυση μεταξύ των καθηκόντων του πολίτη και αυτών των οργάνων της δημόσιας τάξης.

.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, κυριαρχεί στη νομολογία η άποψη ότι ο ψυχικός συνεργός πρέπει να βρίσκεται σε τοπική συνάφεια/εγγύτητα  προς την τέλεση της πράξης και όχι να την «ενθαρρύνει» από μακρυά.

 

Η αδιάκριτη επιβολή της «ψυχικής συνέργειας» στους 4 κατηγορουμένους χωρίς καν να προκύπτει η τοπική τους συνάφεια προς την τέλεση των πράξεων  παρέβη ουσιωδώς   την αρχή της εξατομίκευσης της ποινικής ευθύνης και της εξατομικευμένης αποδείξεως αυτής. Στο πλαίσιο ενός δικαιοκρατικού Ποινικού Δικαίου, η ευθύνη εξαρτάται από την ατομική τέλεση της πράξης ως εξωτερικής συμπεριφοράς  και τον ατομικό καταλογισμό αυτής στο δράστη. Αλλά και η κατηγορία αποδίδεται πάντοτε ατομικά. Δίδεται έτσι η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του απέναντι σε μία αποδείξιμη κατηγορία.    Δεν νοείται η συλλήβδην και αδιάκριτη απόδοσή της ευθύνης  στα μέλη μιάς ομάδας, ακόμη και παράνομης- εγκληματικής. Αν γίνει δεκτή η απόδοση «συλλογικής ευθύνης», τότε αναγκαστικά η ποινική ευθύνη δεν προκύπτει ως προϊόν εξατομικευμένης απόδειξης αλλά ως προϊόν ένταξης στην ομάδα, πράγμα που συνεπάγεται μία προβληματική όχι πλέον  αξιοποίνων πράξεων αλλά της ομάδας ως εστίας «αντικειμενικού κινδύνου»29.

Αν μάλιστα η ομάδα έχει και πολιτικά-φρονηματικά χαρακτηριστικά ( όπως λ.χ. η βούληση βίαιης ανατροπής του πολιτεύματος), η επικινδυνότητα και η εξ αυτής ποινική ευθύνη καταλήγει σε σημαντικό βαθμό να εξαρτάται από αυτά.

Η λογική της συλλογικής ευθύνης, εκκινούσα από τον «αποδεκατισμό» της ρωμαϊκής περιόδου, γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της στο δίκαιο του φασιστικού και εθνικοσοσιαλιστικού  καθεστώτος. Αρκετές αναλογίες είχε και η διοικητική πρακτική της σταλινικής περιόδου, όμως εκεί η πρακτική δεν ακολουθήθηκε και από την αντίστοιχη θεωρητικοποίηση.

Ιδίως υπό το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς η λογική των ατομικών αξιοποίνων πράξεων αντικαταστάθηκε πλήρως από τη λογική των επικινδύνων ομάδων και των «αντικειμενικά εχθρικών πρακτικών». Στην πρώτη φάση, αυτή η συλλογική  απαξία σημάδευε τα μέλη του κομμουνιστικού και του σοσιαλιστικού κόμματος ( πολιτική συλλογική ευθύνη ), στη δεύτερη τα μέλη της «εβραϊκής φυλής» ( φυλετική συλλογική ευθύνη ) και στην τρίτη ακόμη και τα μέλη των οικογενειών των «υπόπτων για συνωμοσία» ( οικογενειακή συλλογική ευθύνη , Sippenschuld/Sippen haftung  )30.

 

Η λογική της καταδικαστικής απόφασης παρουσιάζει μία σοβαρή εγγύτητα προς την προβληματική της «συλλογικής ευθύνης». Εκκινώντας από το δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέλος της εγκληματικής οργάνωσης θεμελιώνει και μία σχέση του προς τις επιμέρους πράξεις αυτής. Αν μεν η απόφαση ελήφθη από τον κατηγορούμενο ως ηγετικό στέλεχος  και εκτελέσθηκε από τα απλά μέλη , θα έχουμε μία περίπτωση πολιτικής ηθικής αυτουργίας. Αν ο ηγετικός ρόλος του κατηγορουμένου δεν προκύπτει, τότε θεωρείται ως δεδομένη μία συναπόφαση των μελών , η οποία τα καθιστά ψυχικούς συνεργούς, ακόμη και αν δεν παραβρίσκονταν κατά την τέλεση για να ενθαρρύνουν το δράστη. Η συμμετοχή των μελών  στις πράξεις είναι «καταδικασμένη» να θεμελιωθεί31.

 

Ανεξάρτητα από το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης, το σκεπτικό αυτό εγείρει και άλλα συστηματικής φύσεως ερωτήματα. Αν όλα τα μέλη μιάς εγκληματικής οργάνωσης     μετέχουν κατά κάποιο τρόπο στις επιμέρους πράξεις της, δεν καταρρέει μόνον η θεμελιώδης για τα δικαιώματα του ανθρώπου εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης αλλά και η ίδια η αναγκαιότητα της τυποποίησης της «εγκληματικής οργάνωσης» ως ιδιωνύμου αδικήματος. Αυτή καλύπτει, όπως είναι γνωστό, τη σύσταση της εστίας εγκληματικού κινδύνου και τη συμμετοχή σε αυτήν,  ανεξαρτήτως από την τέλεση των σχεδιαζομένων εγκλημάτων.

 

3.8. Η  δεύτερη  δίκη της υπόθεσης  «Ε.Λ.Α.»

 

Αντιθέτως, η πρόσφατη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων   επί  της δεύτερης δίκης του «Ε.Λ.Α.» (Ιούλιος 2005), αφορώσα άλλες αξιόποινες πράξεις της οργάνωσης αυτής, κινήθηκε σε ριζικά άλλη κατεύθυνση.

Δέχθηκε  κατά πλειοψηφία ότι η συμμετοχή (με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας ή της απλής-ψυχικής συνεργείας) των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας και την αποδεικτική  διαδικασία στο ακροατήριο. Απέφυγε δε , κατά τον τρόπο αυτόν, να εισέλθει σε συλλογισμούς πέραν της εξατομικευμένης ποινικής ευθύνης , μην ακολουθώντας το σκεπτικό της πρώτης απόφασης.

Η απόφαση αυτή έχει εξαιρετική νομικοπολιτική σημασία, καθώς εδώ παρακάμφθηκε η αντίληψη της «αποτελεσματικής εξάρθρωσης» και ακολουθήθηκε μία μεθοδολογία πιο συνεπής με τις εγγυήσεις και την ιδεολογία του κράτους δικαίου και ιδίως με την εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης.

Διαψεύσθηκε έτσι η αίσθηση ότι, κατά την εποχή του « διαρκούς πολέμου κατά της τρομοκρατίας» , η δικαιοπολιτική  αντίληψη περί «προτεραιότητας της ασφαλείας» μπορεί κατά τρόπο ομοιογενή και αδιαμφισβήτητο να διαπερνά και να καθορίζει την πρακτική των ποινικών δικαστηρίων και μάλιστα πέρα  ακόμη και από τα όρια που έχουν θέσει οι ίδιοι οι ειδικοί αντιτρομοκρατικοί νόμοι. .

 

 

                 Επίλογος : «Πολιτική Δικαιοσύνη»;

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου,  ο καθηγητής Otto Kirchheimer, σημαίνων διανοητής του Κύκλου της Φραγκφούρτης,  είχε υποστηρίξει ότι οι δυτικές δημοκρατίες διέρχονται μία φάση αυταρχικής θωράκισης με βασικά «συμπτώματα»  την ολίσθηση του Ποινικού Δικαίου προς αυταρχικές μορφές και την τάση ποινικοποίησης της πολιτικής32. Η καταπολέμηση του «εσωτερικού εχθρού»  , δανειζόμενη στοιχεία και από τις αυταρχικές νομοθεσίες εσωτερικής ασφαλείας του Μεσοπολέμου, ήδη προσελάμβανε τη μορφή έκτακτων ποινικών νομοθεσιών με έμφαση στο «αφηρημένο κίνδυνο» και στην «ανατρεπτική πρόθεση» και εφαρμοζόταν από δικαστήρια, τα οποία παραδόξως  δεν έκαναν   «τίποτε παραπάνω από το να εφαρμόζουν το νόμο» .Ένα νόμο όμως όχι πιά επικεντρωμένο στην «πράξη» και στην βίαιη προσβολή της δημόσιας τάξης αλλά οργανωμένο γύρω από τον έλεγχο του φρονήματος.

Τα δικαστήρια αυτά – και εδώ ο Κιρχχάιμερ έχει υπ’όψιν του ιδίως το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης κατά την απαγόρευση του ΚΚΓερμανίας (KPD-Urteil )  το 1956 – δεν παρεβίαζαν ανοιχτά τη συνταγματική νομιμότητα, την εφάρμοζαν όμως κατά έναν τρόπο συσταλτικό και επιλεκτικό  έτσι ώστε να καταργείται ουσιαστικά η ικανότητα ισότιμης πολιτικής συμμετοχής των θεωρουμένων ως «εχθρών» . Αυτή η τάση ήταν σύμμετρη προς τη νομιμοφανή αλλά «δόλια» στρατηγική του «εχθρού», την επιλεγόμενη «ψυχρή επανάσταση» (“kalte Revolution”).  Με τα ίδια τα  λόγια του Κιρχχάϊμερ,  επρόκειτο για την εξουδετέρωση των πολιτικών «εχθρών» με νομιμοφανείς και τυπικά αδιαμφισβήτητες διαδικασίες. Τότε, οι «εχθροί» ήταν κυρίως οι κομμουνιστές και οι «συμπαθούντες» προς το χώρο αυτόν.  Οι φορείς του «ανατολικού στρατοπέδου».

 

Η σημερινή συγκυρία είναι προφανώς σημαντικά διαφορετική από εκείνη του Ψυχρού Πολέμου. Δεν υφίσταται μία τάση  γενικού αποκλεισμού και απαγόρευσης συμμετοχής  της  κομμουνιστικής Αριστεράς ή κάποιου άλλου πολιτικού χώρου στην πολιτική δράση. Παρ’όλα αυτά, η εδραίωση ενός «πολεμικού» κλίματος γύρω από το πολύσημο (και ίσως άσημο)  σημαίνον της «τρομοκρατίας» ελλοχεύει σημαντικούς κινδύνους για τις ελευθερίες και ιδίως αυτές «όσων σκέφτονται διαφορετικά» κατά την περίφημη φράση της Ρόζας Λούξεμπουργκ (την οποία δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει ο Αριστόβουλος Μάνεσης).

Αυτό είναι ήδη εμφανές  στην ποιότητα και στο περιεχόμενο των αντιτρομοκρατικών νόμων «δεύτερης γενεάς». Αλλά και στην εφαρμογή τους από τα δικαστήρια τα οποία έρχονται αντιμέτωπα με μία μερίδα των διωκτικών αρχών και της εκτελεστικής εξουσίας, πεπεισμένη ότι υπό τις παρούσες συνθήκες το κατακτημένο επίπεδο πολιτικής ελευθερίας  αποτελεί πολυτέλεια ή ακόμη και πρόσκομμα για τη δίωξη και την προληπτική ανάσχεση  των τρομοκρατών.  Ο κίνδυνος μιάς αδιάκριτης και «παραδειγματικής» ποινικοποίησης είναι υπαρκτός και φωτίζεται από ορισμένες τάσεις της νομολογίας.

 

Δεν μπορεί όμως να αγνοηθεί ότι έχουν πλέον αναδειχθεί και αντίρροπες νομολογιακές  τάσεις, οι οποίες αμφισβητούν την «με κάθε μέσο» εξάρθρωση της τρομοκρατίας και την εκ νέου ανάδυση αυταρχικών μορφωμάτων  όπως η συλλογική ευθύνη.   Οι τάσεις αυτές , όπως και οι κινήσεις πολιτών, οι οποίες δραστηριοποιούνται κατά του περιορισμού των ελευθεριών, αποτελούν μία βαρύνουσας σημασίας  ασπίδα για την προστασία του κράτους δικαίου.

 

 

Υποσημειώσεις/ αναφορές

 

  1. Βλ. σχετικά σε Μ.Μπόση «  Περί του ορισμού της τρομοκρατίας», Αθήνα 2000, εκδόσεις  Τραυλός,   της ίδιας «Προβλήματα ασφάλειας στη νέα τάξη πραγμάτων»,  Αθήνα 1999, εκδόσεις Παπαζήση, όπου και αναλυτικές πληροφορίες για την αντιτρομοκρατική νομοθεσία των Η.Π.Α. πριν από την 11-9-2001, Δ.Σαραφιανού- Χρ.Τσαϊτουρίδη  «Η προστασία της δημοκρατίας από τρομοκρατικά αδικήματα και η προστασία της ελευθερίας από αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα» σε Α.Μανιτάκη- Α.Τάκη (επιμ.) «Τρομοκρατία  και δικαιώματα» ( Συνέδριο Ομίλου Μάνεση, Ιούνιος 2002) , Αθήνα 2004, Σαββάλας , σελ.  159 επ.

 

  1. Για το πρώτο κύμα ιδίως στη Γερμανία και την Ιταλία βλ. σε Δ.Μπελαντή «Αναζητώντας τον «Εσωτερικό Εχθρό»- Διαστάσεις της αντιτρομοκρατικής πολιτικής», Αθήνα 2004, εκδόσεις Προσκήνιο, ιδίως σελ.  100-110, επίσης  για τη δυτικογερμανική εμπειρία σε S.Cobler “Der vorverlegte Staatsschutz”, Berlin 1976, P.Bakker-.Schut ( συνηγόρου υπεράσπισης της RAF) “Stammheim-zur Korrektur der herrschenden Meinung”, Neuer Malik Verlag 1986, κ.α..  . Για την ιταλική εμπειρία  πρβλ. και Σ.Βιδάλη «Η τρομοκρατία στην Ιταλία κατά τη δεκαετία   του 1970- Εγκληματολογική και σωφρονιστική προσέγγιση», Αθήνα-Κομοτηνή 1998, εκδόσεις Σάκκουλα,  V.Ferrari “ Symbolischer Nutzen der Gesetzgebung zur inneren Sicherheit in Italien” in E.von Blankenburg (hsg) “Politik der innreren Sicherheit” , σελ. 90 επ. ,  Frankfur  a. Main 1980, Suhrkamp, κ.α.

 

 

  1. Βλ. σε J.Bovard “Terrorism and Tyranny”, εκδόσεις Palgrave- Macmillan, N.Y. 2003 , σελ.   επ. για τη διαδικασία ψήφισης του νόμου αυτού και τις έντονες  πολιτικές αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν από ορισμένα μέλη του Κογκρέσσου, επίσης για όψεις της εφαρμογής του. .

 

  1. Πρβλ. τις απόψεις του καθηγητή Michael Rattner  σε «Μonde Diplomatique» , αναδημοσιευμένο σε «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» της 16-11-2001 («Οι ελευθερίες στις ΗΠΑ μετά την 11-9-2001»). .

 

5.Βλ. σε Δ.Σαραφιανό-Χρ. Τσαιτουρίδη οπ.π. , υποσ. 1.

 

  1. Βλ. ως προς το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Έκδοσης σε Χ.Παπαχαραλάμπους «Το Ποινικό Δίκαιο του «εχθρού». Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τρομοκρατία και έκτακτη αντιτρομοκρατική νομοθεσία στις ΗΠΑ» , σε «Ποινική Δικαιοσύνη» 2/2002 σελ. 189 επ. , Ι.Μανωλεδάκη – Ε.Καϊάφα-Γκμπάντι «Παρατηρήσεις στην πρόταση της Επιτροπής για έκδοση απόφασης πλασίου από το Συμβούλιο σχετικά με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης» σε «Ποινική Δικαιοσύνη» 2001 σελ. 1107 επ..

Ως προς την Απόφαση-Πλαίσιο για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας» βλ.  σε  Δ.Μπελαντή « Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό..», οπ.π.  σελ. 276 επ.

 

 

  1. Το ζήτημα της βαρύτητας του «ανατρεπτικού σκοπού» είχε τεθεί παλαιότερα πολύ συστηματικά κατά τη συζήτηση για τη συνταγματικότητα της ποινικής προστασίας του πολιτεύματος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ως προς την συζήτηση αυτήν της “streitbare” ή “wehrhafte Demokratie” («μαχόμενης δημοκρατίας») των δεκαετιών 1950, 1960 και 1970 ( σε συνδυασμό και με τη διάταξη άρθρου 21 του Θεμελιώδους Νόμου για την απαγόρευση πολιτικών  κομμάτων ) βλ. κυρίως σε J.Lameyer “Streitbare Demokratie” , Berlin 1978, Duncker und Humblot., H.Copic “Grundgesetz und politisches Strafrecht  neuer Art” , Berlin 1967  κ.π.α.  Η ποινική νομοθεσία προστασίας της «φιλελεύθερης –δημοκρατικής τάξης» στην ΟΔΓ  μεταρρυθμίσθηκε σε βάθος το 1968, με αποτέλεσμα την άμβλυνση

του ψυχροπολεμικού της προσήμου.

 

  1. Η διάταξη αυτή, η οποία ισχύει ειδικά για τις οργανώσεις της πολιτικής τρομοκρατίας, συνεπλήρωσε την κοινή «εγκληματική οργάνωση» του άρθρου 129 γερμ.Π.Κ. Ψηφίσθηκε το 1976, εν μέσω της δράσης της ακροαριστερής ένοπλης οργάνωσης «Πτέρυγα Κόκκινος Στρατός» (“R.A.F.”).  Βλ. ενδεικτικά σε

R.LangerStein “  Legitimation und Interpretation der strafrechtlichen Verbote krimineller und terroristischer Verinigungen”, Muenchen 1987 (διδακτορική διατριβή), επίσης την παρέμβαση  του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης H.J.Vogel “ Die Antiterrorgesetzgebung-eine Billanz”, Neue Juristische Wochenschrift 1978 σελ. 2217 επ. , ως απάντηση στις οξείες κριτικές, κ.π.α.

 

  1. Η άποψη αυτή είχε υποστηριχθεί κατά την ψήφιση του ν, 774/1978 και του ν, 1916/1990, των δύο παλαιότερων αντιτρομοκρατικών νόμων εμφατικά από τις αντιπολιτευτικές πτέρυγες του ΠΑΣΟΚ και της κομμουνιστικής Αριστεράς..Ο τότε (1978) αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ανδρέας Παπανδρέου είχε χαρακτηρίσει το σχέδιο του ν. 774/1978 «νέο νόμο 509».  Πράγματι, η εισαγωγή αντιτρομοκρατικού νόμου από την   κυβέρνηση του Κ.Σημίτη το 2001  αποτελούσε ποιοτική αλλαγή γραμμής σε σχέση με αυτήν την άποψη.

 

  1. Βάσει αυτής της αντιπαραθέσεως, μία μερίδα των νομικών που μετείχαν στην νομοπαρασκευαστική επιτροπή (οι καθηγητές Γ.Κασιμάτης, Ι.Μανωλεδάκης, Ν.Παρασκευόπουλος, ο Χ.Παπαχαραλάμπους  κ.α. ) απεχώρησε από αυτήν. Βλ. σχετικά  και σε  Εισηγητική Έκθεση του ν. 2928/2001. Για την άποψη ότι είναι δυσανάλογη η μετατροπή της «εγκληματικής ένωσης» του άρθρου 187 Π.Κ. (της παλαιάς «σύστασης και συμμορίας» ) σε κακούργημα πρβλ. και τη συνέντευξη του καθηγητή Ι.Μανωλεδάκη σε «Ελευθεροτυπία» της 16-3-2001 και την μελέτη αυτού «Τρομοκρατία και νομοκρατία – η τήρηση της νομιμότητας ως απάντηση στην τρομοκρατία» σε Ποινική Δικαιοσύνη 2003 , σελ. 65 επ. .

 

  1. Βλ. σχετικά σε  Βούλευμα   1714/ 2004 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (επί της υποθέσεως Ε.Λ.Α. ) φύλλο 5ο  , Βούλευμα   2994/2003 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών

(και πάλι επί της υποθέσεως Ε.Λ.Α. ) φύλλο 5ο, Α.Π. 1177/1990 Ποιν. Χρον. ΜΑ’ σελ. 421, Α.Π. 1273/2001 ,Ποιν. Χρον. ΝΒ’ σελ. 512 , Εφ.Αθηνών 343/1981 ,Ποιν. Χρον. ΛΑ’ σελ. 379 κ.α. Η αιτιολόγηση δέχεται ότι επί διαρκών εγκλημάτων (διαρκούντων ως τη λήξη τους) ισχύει ο νόμος του χρόνου λήξεως του εγκλήματος ανεξαρτήτως αν αυτός είναι επιεικέστερος ή δυσμενέστερος για τον κατηγορούμενο και από την ερμηνεία αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της μη αναδρομικής  εφαρμογής του δυσμενέστερου νόμου ( 7 παρ. 1 Συντ.) . Η θέση αυτή ήταν σύμφωνη και με τη γερμανική αντίστοιχη θεωρία και νομολογία ως προς τα διαρκή εγκλήματα και το επί αυτών ισχύον δίκαιο . Από το χρόνο λήξεως  (διάλυση οργάνωσης ή αποχώρηση από αυτήν) και βάσει του τότε ισχύοντος δικαίου   αρχίζει και η παραγραφή του αδικήματος της συμμετοχής στην εγκληματική οργάνωση.

 

  1. Για τη «δημόσια τάξη» ως «ευταξία» και ως προστατευτική ασπίδα των επιμέρους αγαθών  βλ. σε Ι.Μανωλεδάκη «Επιβουλή της δημόσιας τάξης», Θεσσαλονίκη 1990 σελ. 18 επ.

 

  1. Σχετικά σε Δ.Μπελαντή «Αντιτρομοκρατική νομοθεσία και αρχή του κράτους δικαίου», Αθήνα 1997, «Δίκαιο και Οικονομία», Εισαγωγικό Κεφάλαιο.

 

  1. Ως προς το ζήτημα αυτό βλ. ενδεικτικά σε J. Isensee “Das Grundrecht auf Sicherheit” , Berlin 1983, Duncker und Humblot.

 

14α. Για την ανάδυση των μέτρων ελέγχου και επιτήρησης και τη λειτουργικότητά τους στον έλεγχο των κοινωνικών πλειοψηφιών βλ. και σε Ν.Παρασκευόπουλου

«  Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο-τρομοκρατία και κράτος δικαίου», Αθήνα 2003, εκδ.Πατάκη.

 

  1. Για την εφαρμογή της εγγύησης του άρθρου 7 παρ. 1 Συντ. στην ποινική νομοθεσία  βλ. σε Ν.Ανδρουλάκη «Ποινικόν Δίκαιον-Γενικόν Μέρος», Αθήνα-Κομοτηνή  1985, σελ. 136 επ. , του ιδίου “Νullum crimen sine lege certa” , Ποινικά Χρονικά ΚΓ’ σελ. 513 επ.

 

16.Ως προς την άποψη αυτήν βλ. σε Δ.Μπελαντή «Αντιτρομοκρατική νομοθεσία..» οπ.π. σελ. 223-224, του ιδίου ειδικά για τον ν. 2928/2001 «Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό …» οπ.π..  σελ. 315.  Γενικότερα για την προβληματική  τυποποίηση του άρθρου 187 Π.Κ. στον ν. 2928/2001, βλ. σε Ι.Μανωλεδάκη

« Ελευθερία και ασφάλεια. Κριτική στον ν. 2928/2001», Αθήνα 2001.

 

  1. Ως προς το ζήτημα της δωσιδικίας για τα τρομοκρατικά αδικήματα πρβλ. και Δ.Μπελαντή « Πενταμελή Εφετεία ή τακτικά ποινικά δικαστήρια ; Συνταγματικά ζητήματα από την ενδεχόμενη (επανα)θεσμοθέτηση ειδικής δωσιδικίας για τα εκ της τρομοκρατικής δράσης αδικήματα» σε Το Σύνταγμα 2000 σελ. 725 επ.

 

  1. Βλ. σχετικά σε Α.Λοβέρδου «Πολιτικό έγκλημα και τρομοκρατία», Αθήνα 1987, Interbooks , όπου η έμφαση στον πολιτικό χαρακτήρα της τρομοκρατικής εγκληματικής οργάνωσης και στην αιτιώδη συνάφεια των πράξεων προς αυτόν.
  2. Από τη συζήτηση του 2002-2003 για το εύρος της συνταγματικής εννοίας του πολιτικού εγκλήματος βλ. ενδεικτικά σε Ι.Μανωλεδάκη « Τρομοκρατία και νομοκρατία ..» οπ.π., Γ. Α. Μαγκάκη “Σκέψεις για τη διαστολή της τρομοκρατίας από το πολιτικό έγκλημα” σε ΝοΒ 2002 σελ. 1813 επ. , Ν. Παρασκευόπουλου “Σκέψεις για την έννοια του πολιτικού εγκλήματος στην εποχή μας”, ΝοΒ 2003, σελ. 397 επ. , Δ.Μπελαντή « Η τρομοκρατία ως πολιτικό έγκλημα» σε ΝοΒ 2003 σελ. 965 επ. , κ.α.

 

  1. Πρβλ. και Δ.Μπελαντή –Ε. Γεωργίτση « Δικαιώματα των υποδίκων κρατουμένων ως μελών τρομοκρατικών οργανώσεων- εφαρμογή της νομιμότητας ή καθεστώτα παραβιάσεων» σε «Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου» τ. 1/2003 , σελ. 45 επ.

 

  1. Πρβλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις  Tekin vs Turkey της 9/6/1988, Dikme vs Turkey της 11-7-2000 (ως προς τα καθεστώς απομόνωσης) , Brannigan and Mc Bride vs UK , απόφαση της 26-5-1993 , όπου θεωρήθηκε ότι δεν υπήρχε παραβίαση γιατί συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 15 Ε.Σ.Δ.Α. («κατάσταση ανάγκης»), Brennan vs UK, απόφαση της 16-10-2001, η οποία  έκρινε ότι τα δικαιώματα βάσει των άρθρων 6 παρ. 1 και 6 παρ. 3 εδ. γ’ της Σύμβασης δεν αφορούν μόνο την ακροαματική διαδικασία αλλά επεκτείνονται και στην προδικασία, Lanz vs Austria, απόφαση της 31-1-2002, η οποία έκρινε ότι η παρακολούθηση της εμπιστευτικής συνομιλίας κατηγορουμένου και συνηγόρου του από τις αρχές συνιστά μείζονα κίνδυνο για  τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και την αποτελεσματική του υπεράσπιση, κ.π.α.

 

22.Πρβλ. τα δημοσιευθέντα Πρακτικά της δίκης της «17 Νοέμβρη» (ήδη «Η Δίκη της 17 Νοέμβρη», Αθήνα 2004,τρεις τόμοι). Επίσης, και σε Ι.Μυλωνά (συνηγόρου στη δίκη της «17 Νοέμβρη») « Υπόθεση 17Ν-γιατί δεν ήταν δίκαιη η δίκη», Αθήνα 2005, εκδ. Προσκήνιο, όπου πολλές εύστοχες αναφορές στις παραβιάσεις δικαιωμάτων κατά τη δίκη της «17 Νοέμβρη».

 

  1. Στο σημείο αυτό, ο γράφων παραθέτει και την προσωπική του εμπειρία ως συνηγόρου υπεράσπισης στην πρώτη δίκη της υπόθεσης «Ε.Λ.Α.»

( Φεβρουάριος-Οκτώβριος 2004).

  1. Αντιθέτως προς τη γερμανική ποινική δικονομική νομοθεσία. Με διάταξη, η οποία εισήχθη στη γερμανική Βουλή το Δεκέμβριο 1974 ( πέντε μήνες πριν από την έναρξη της δίκης του Σταμμχάϊμ) προβλέφθηκε ο με απόφαση της Ολομέλειας Εφετών  αποκλεισμός του συνηγόρου από τη δίκη, αν κρινόταν ύποπτος συμμετοχής ή υποστήριξης των σκοπών της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο  138 α γερμ. Κ.Π.Δ.). Επίσης, απαγορευόταν η πολλαπλή υπεράσπιση (Mehrfachverteidigung ),  η εκπροσώπηση δηλαδή  από τον ίδιο συνήγορο περισσοτέρων μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης (για να μην λειτουργεί ο συνήγορος ως ενδιάμεσος στην επικοινωνία των κατηγορουμένων). Αναλυτικά σε Bakker- Schut “Stammheim..”  οπ.π. σελ.  123  επ.

 

  1. Ως προς την προϊστορία της πολιτικής ηθικής αυτουργίας στην ελληνική νομοθετική και δικαστική πρακτική βλ. σε Δ.Μπελαντή «Αντιτρομοκρατική νομοθεσία…» οπ.π σελ. .272, υποσ. 155  ( «Η λογική της πολιτικής ηθικής αυτουργίας»).Η πρώτη εφαρμογή ουσιαστικά της πολιτικής ηθικής αυτουργίας στην ελληνική πολιτική ιστορία ήταν η περίφημη «δίκη των έξι» το 1922. Μετά τη μεταπολίτευση (1974)  διώχθηκαν ποινικώς  τα μέλη της  ηγεσίας του Ε.Κ.Κ.Ε. (Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος Ελλάδας)  ως ηθικοί αυτουργοί  για τις βίαιες συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομίας.  έξω και μέσα από την πρεσβεία των ΗΠΑ στις 21-4-1975. Πρότυπο αυτών των διώξεων ήταν και ο γαλλικός νόμος anticasseurs της 8-5-1970, ο οποίος όριζε αντικειμενική ποινική ευθύνη των διοργανωτών  μιάς διαδήλωσης για τα «έκτροπα» που θα συνέβαιναν σε αυτήν (σχετικά και σε Λ. Φεραγιόλι «Αυταρχική δημοκρατία και κριτική της πολιτικής», Αθήνα 1985, εκδ. Στοχαστής. .

 

26.Πρβλ. και την πάγια νομολογία του ΑΠ κατά την οποία πρέπει να αναφέρονται α πραγματικά περιστατικά , από τα οποία να προκύπτει ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό την απόφαση της αξιόποινης πράξης ( ενδεικτικά οι  811/ 2001 , 617/1998 , 447/1999 κπα ).

 

  1. Βλ. και σε Ν.Ανδρουλάκη «Ποινικόν Δίκαιον» οπ.π. σελ. 680.

 

  1.  Αυτή η ερμηνεία δόθηκε κατά τις δίκες των 500 καταληψιών του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1995  από τα Τριμελή Πλημμελειοδικεία ( κατά την πρώτη φάση των δικών αυτών).

 

  1. Η άποψη ότι η μετάβαση από τον εξατομικευμένο δράστη στον «ύποπτο» και εν τέλει στον ανήκοντα στην «αντικειμενικά επικίνδυνη ομάδα» είναι δείγμα αυταρχικών και στην τελική κατάληξη ολοκληρωτικών πολιτκών μορφών ανήκει στη φιλόσοφο Χ.Άρεντ («Oι ρίζες του ολοκληρωτισμού-το ολοκληρωτικό κράτος», Αθήνα 1988, Ευρύαλος).  Για μία κριτική πάντως  της  αμφιλεγόμενης έννοιας του «ολοκληρωτισμού» βλ. σε Σ.Ζίζεκ «Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό ;», Αθήνα 2001, εκδ. scripta.

 

  1. Βλ. ιδίως σε Χ.Άρεντ οπ.π., E.Fraenkel “Der Doppelstaat-Justiz und Recht im dritten Reich”, Darmstadt 1984, όπου παρατίθενται και οι αντίστοιχες θεωρητικοποιήσεις περί «κινδύνου» και «εχθρού»  των νομικών εκπροσώπων του καθεστώτος όπως ο H.Frank , o R.Freisler , o H.Huber, o E.Forsthoff, o W.Frick   κ.π.α.

Για τη Sippenhaftung βλ. και σε Κ.Λαναρά «Εθνικοσοσιαλισμός , Κίνημα-Κόμμα-Κράτος» , Αθήνα 2001. Αναφέρεται ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε εντατικά κατά των οικογενειών των  αξιωματικών του Επιτελείου, οι οποίοι επεχείρησαν να δολοφονήσουν τον Χίτλερ την 20-7-1944  (υπόθεση von Stauffenberg).

Στο ζήτημα της «συλλογικής ευθύνης» κατά την πρώτη δίκη του «Ε.Λ.Α.»  έχει αναφερθεί επανειλημμένα και η ευαίσθητη σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στήλη «Ιός της Κυριακής» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία».

  1. Ο Bakker-Schut (1987)  οπ.π. σημειώνει ότι και στη δίκη του Σταμμχάιμ χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας για πράξεις όπου δεν αποδεικνυόταν η φυσική αυτουργία ή  η άμεση συνέργεια των κατηγορουμένων, ηγετών της R.A.F., σε αυτές.

 

  1.  Otto Kirchheimer “Politische Justiz” in “Politik und Verfassung”, Frankfurt a.Main 1981, Suhrkamp, σελ. 96 επ. . Η μελέτη αυτή είναι ουσιώδης για την κατανόηση του πολιτικού ποινικού δικαίου τόσο στη φιλελεύθερη δημοκρατία όσο και υπό αυταρχικά καθεστώτα.

 

 

Γράφτηκε  τον Ιούλιο 2005

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Δικαιώματα του Ανθρώπου» τ. 36/2007 σελ. 1139–1172

Γνωμοδότηση στη δίκη της υπόθεσης 17 Νοέμβρη

Δημήτρης Μπελαντής
Δρ Νομικής – Δικηγόρου
Ημερομηνία: 03-03-2003

ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

  1. Το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ πριν και μετά τον ν. 2928/2001 )

Η υπόσταση της εγκληματικής ένωσης του άρθρου 187 ΠΚ τόσο κατά την πλημμεληματική μορφή της πριν από τον ν. 2928/2001 (” σύσταση και συμμορία”)  και δευτερευόντως/κατ’ εξαίρεση στο πλαίσιο του ν. 2928/2001 (άρθρο 1 παρ. 3 ν. 2928/2001)  όσο και κατά την κακουργηματική της μορφή κατά την διάταξη άρθρου 1 παρ. 1 ν. 2928/2001 αποτελεί αδίκημα,το οποίο προσβάλλει πολιτικό/κρατικό έννομο αγαθό και ειδικότερα την δημόσια τάξη ως έκφανση της εσωτερικής κρατικής ασφαλείας ή της εσωτερικής υποστάσεως του κράτους” (Μανωλεδάκης 1990, Μπελαντής 1997,2000).

Ως δημόσια τάξη ( Κεφάλαιο Στ’ του Ποινικού Κώδικος)  νοείται τόσο α) η ίδια η αυθεντία της ισχύος του νόμου και της υποταγής σε αυτόν  όσο και β) ο ειρηνικός περίγυρος γύρω από τα προστατευόμενα ιδιωτικά έννομα αγαθά, ο οποίος γίνεται σεβαστός βάσει του μονοπωλίου κρατικού καταναγκασμού (Μανωλεδάκης 1990, σελ. 18-25). Ο λόγος ακριβώς της τυποποιήσεως μιάς προπαρασκευαστικής συμπεριφοράς πριν από την προσβολή των επιμέρους εννόμων αγαθών (ζωή,ελευθερία κλπ) από τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης σε ιδιώνυμο αδίκημα έγκειται στην έγκαιρη προστασία της κρατικής αυθεντίας ως προστατευτικής ασπίδας γιά όλα τα υπόλοιπα (ιδιωτικά ή και δημόσια) έννομα αγαθά και στην προληπτική της θωράκιση έναντι της συνασπισμένης εγκληματικής δυναμικής (  βλ. κατά την γερμανική ποινική θεωρία και σε R.LangerStein ” Legitimation und Interpretation strafrechtlicher Verbote krimineller und terroristischer Organisationen” , Muenchen 1987 ).

Γιά την ένταξη της “δημόσιας τάξης” στα κρατικά έννομα αγαθά βλ. και σε Καρανίκα 1954, Βάλληνδρα 1973 κ.α. Στο πλαίσιο της γερμανικής θεωρίας και σε SchoenkeSchroeder “Strafgesetzbuch” Muenchen 1980 , ανάπτυξη του Lenckner σελ. 1009 επ, Langer-Stein οπ.π.).

Ηδη η επιβουλή  (ορθότερα η διακινδύνευση είτε αφηρημένη είτε συγκεκριμένη)

του αγαθού της δημοσίας τάξεως καθιστά την μορφή της εγκληματικής οργάνωσης,κατά την ευρεία αντικειμενική θεωρία (Λοβέρδος 1987,Καμινάρης 1979,Καρανίκας 1954 κ.α.) , πολιτικό έγκλημα Κάθε μορφή προσβολής ή και διακινδύνευσης  πολιτικού εννόμου αγαθού (δηλαδή αγαθού αναγόμενου στην εσωτερική ή στην εξωτερική ασφάλεια του κράτους κατά τα κεφάλαια Α’ ως Στ’ του ΠΚ, γιά την “εσωτερική ασφάλεια”  και Μάνεσης  1980  ) συνιστά κατά την ερμηνευτική αυτήν εκδοχή πολιτικό έγκλημα.Στην δε εσωτερική κρατική ασφάλεια κατά την ευρύτερη έννοια (Λοβέρδος 1987)  υπάγονται α) η ίδια η πολιτειακή οργάνωση, το πολίτευμα  ή αλλοιώς η εσωτερική υπόσταση του κράτους,  β) η προστασία  των πολιτικών σωμάτων και της ασκήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το Δ’ Κεφάλαιο του ΠΚ γ) η πολιτειακή εξουσία ως ικανότητα διατήρησης του μονοπωλίου κρατικού καταναγκασμού δ)  η δημόσια τάξη κατά τις παραπάνω έννοιες. Η πολιτειακή εξουσία και η δημόσια τάξη συναποτελούν την εσωτερική ασφάλεια του κράτους κατά την στενότερη έννοια,stricto sensu  (Μανωλεδάκης 1988 σελ. 7 επ., Λοβέρδος 1987)

Η ευρεία αντικειμενική θεωρία (αναφερόμενη στην επιβουλή των κάθε είδους πολιτικών εννόμων αγαθών)  είχε γίνει δεκτή και στα πρώτα βήματα της ελληνικής ποινικής επιστήμης από τον Ν.Ι.Σαρίπολο ( Ν.Ι.Σαρίπολος τ.Γ’ 1870σελ. 144), ο οποίος αναφέρεται σε  “πάσαν κατά της εσωτερικής ή εξωτερικής ασφαλείας του Κράτους πράξιν, απειλούσαν την ύπαρξιν της Πολιτείας ή του πολιτεύματος”.

Ομοίως και τάσεις της γαλλικής ποινικής επιστήμης στις αρχές του 20ου αιώνα φαίνεται να ασπάζονται την ευρεία αντικειμενική θεωρία, αναφερόμενες σε πολλαπλά κρατικά έννομα αγαθά  (Garraud 1934).

Αν λαμβανόταν ως μέτρο των αντικειμενικών θεωριών η άμεση επιβουλή της πολιτειακής μορφής δηλαδή εκείνη η εγκληματική δράση η οποία άμεσα στρέφεται κατά του πολιτεύματος και, κατά τρόπο άμεσο,  κατατείνει στην μεταβολή,  στην κατάλυση ή στην αλλοίωσή του ( στενή αντικειμενική θεωρία, ακολουθούμενη και από το παραπεμπτικό βούλευμα ), το πεδίο ισχύος  του πολιτικού εγκλήματος , η οποία διαθέτει σαφές συνταγματικό και κανονιστικό έρεισμα (άρθρα 47 παρ. 3 , 97 παρ. 1 και 2 Συντ.)  θα έτεινε να συρρικνωθεί σε  ιδιαίτερα σημαντικό βαθμό, αφού θα αντιστοιχούσε αποκλειστικά  στα αδικήματα του Α’ Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Π.Κ ( Προσβολές του Πολιτεύματος) και ιδίως στα αδικήματα της εσχάτης προδοσίας ( 134 ΠΚ) και των προπαρασκευαστικών πράξεων εσχάτης προδοσίας (άρθρο 135 ΠΚ). Στην πράξη, θα επρόκειτο γιά πράξεις τελούμενες κατά ή στο προστάδιο πραξικοπήματος ή ένοπλης επανάστασης και εμφυλίου πολέμου, σε εξαιρετικές δηλαδή και οριακές συγκυρίες.

Η στενή αντικειμενική θεωρία προτάθηκε αρχικώς από την ΑΠ 238/1930, η οποία αναφερόταν σε “πράξιν αμέσως τείνουσαν εις την ανατροπήν του πολιτεύματος”.

Κατά την περίοδο αυτήν δεν μπόρεσε να επικρατήσει, αφού υπερίσχυσαν οι υποκειμενικές θεωρίες στην νομολογία του ΑΠ.Κατά την σύγχρονη περίοδο φαίνεται πάντως  να κατέχει μία ισχυρή τάση  στην ποινική νομολογία.

Η τόσο στενή προσέγγιση της εννοίας του πολιτικού εγκλήματος καταστρατηγεί την συνταγματική του οριοθέτηση και οδηγεί ουσιαστικώς στο συμπέρασμα ότι στην κοινοβουλευτική φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να τελούνται πολιτικά αδικήματα. Δεν εξηγείται όμως έτσι η συνταγματική ρύθμιση του 1975 , η οποία εκ των πραγμάτων  α) αποδέχεται την ιστορικότητα του πολιτεύματος και των πολιτικών θεσμών του και άρα τη δυνατότητα να υπάρξει μία αντίπαλη προς αυτά πολιτική παραβατικότητα  ακόμη και σε συνθήκες σχετικής ομαλότητος β)απορρέει από μία ιστορική μήτρα, η οποία  παραχωρούσε μία διακριτή ηθικοπολιτική  ποιότητα στους επίδοξους  ανατροπείς αντιπάλους της (Τσουκαλάς 1929)  .

Δεν είναι τυχαίο ότι παλαιότερα δεν ίσχυε η ποινή του θανάτου γιά τα πολιτικά εγκλήματα.

Παρ’όλα αυτά, μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα, στο έδαφος ακόμη και της στενής αντικειμενικής θεωρίας, ότι εκείνη  η εγκληματική οργάνωση η οποία στρέφεται βάσει πολιτικών κινήτρων κατά της δημόσιας τάξης ( πολιτική εγκληματική οργάνωση ή “τρομοκρατική” οργάνωση , και σε Λοβέρδο 1987, Μπελαντή 1997 ) και προετοιμάζει βάσει των ιδίων κινήτρων την προσβολή επιμέρους εννόμων αγαθών  συνδέεται από την ίδια την πολιτική  στρατηγική της με την προοπτική επαναστατικής  ανατροπής του πολιτεύματος και τέλεσης εσχατοπροδοτικών πράξεων, με όρους πολιτικής θεωρίας με την προοπτική του εμφυλίου πολέμου. Διαφωτιστική εδώ μπορεί να θεωρηθεί η συζήτηση κατά την γερμανική ποινική θεωρία αν η σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης της παραγράφου 129 α ΓΠΚ και οι κατ’ιδίαν τρομοκρατικές πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ότι συρρέουν με προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας ( J.Wagner ” Terrorismus, Hochverrat und Abhoerfgesetz ” in NJW 1980 σελ. 913 επ. , F.Schroeder “Moabiter

Landrecht oder Hamburger Juristische Spoekenkiekerei? ” in NJW 1980 σελ. 920 επ.)

Ιδίως, η ανάπτυξη του J.Wagner δείχνει ότι η τάση προσβολής του πολιτεύματος από την δράση αυτήν ναι μεν δεν αποτελεί προπαρασκευή εσχάτου προδοσίας αφού αναφέρεται όχι σε μία χρονικά  συγκεκριμένη αλλά σε μία μελλοντική και  αόριστη επαναστατική ανατροπή την οποία προετοιμάζει σταδιακά διά της αλλαγής των συνειδήσεων πλην όμως η όλη δράση (και ιδίως η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης) προσβάλλει ενδιάμεσα έννομα αγαθά όπως η δημόσια τάξη εν όψει ακριβώς της τελικής προσβολής του αγαθού του πολιτεύματος.  Εδώ δεν υπάρχει χρονική αμεσότητα στην  προσβολή της πολιτειακής τάξης, υπάρχει όμως μία αιτιακή αλυσσίδα ενεργειών οι οποίες κατατείνουν τελικώς στην πολιτειακή ανατροπή και δι’ αυτής άλλωστε αποκτούν καθολικό  νόημα.

 

Στο πλαίσιο των υποκειμενικών θεωριών, τόσο της ευρείας όσο και της στενής υποκειμενικής, η  σύσταση και συμμετοχή σε (πολιτική) εγκληματική οργάνωση πρέπει να θεωρηθεί σε κάθε περίπτωση πολιτικό έγκλημα, στον βαθμό  που προκύπτουν σαφώς από το υλικό της δικογραφίας (δημόσιες τοποθετήσεις, τρόπος δράσης κλπ)  τα πολιτικά κίνητρα όσων συναπαρτίζουν την οργάνωση και ο τελικός (ανατρεπτικός)  πολιτικός σκοπός της ίδιας της  οργάνωσης, ο οποίος υπερπροσδιορίζει τον ειδικό σκοπό τελέσεως ανθρωποκτονιών , απαγωγών, σωματικών βλαβών κλπ.   Στην περίπτωση των “τρομοκρατικών” οργανώσεων ως ιδιαίτερων εγκληματικών οργανώσεων (υποσυνόλου αυτών του ν. 2928/2001 ) συντρέχει κίνητρο επαναστατικής  πολιτικής ανατροπής και άρα οι  προυποθέσεις όχι μόνον της ευρείας (“σκοπός προσβολής πολιτικού εννόμου αγαθού”) αλλά και της στενής υποκειμενικής θεωρίας (“σκοπός κατάλυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος” και αντικατάστασής του από ένα άλλο πολίτευμα). Οψεις της στενής  υποκειμενικής θεωρίας, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με την μεικτή θεωρία, έγιναν δεκτές κατά την εκδίκαση της υποθέσεως εκδόσεως στην ΟΔΓ του R.Pohle από το Εφετείο Αθηνών (12, 13/1976 Εφετείου Αθηνών ,Ποινικά Χρονικά 1976 σελ. 660 επ.).Το σκεπτικό αυτό (” εν όψει των ελατηρίων, του σκοπού που επιδιώχθηκε και της φύσης των δικαιωμάτων που προσβλήθηκαν στρέφεται κατά της πολιτικής οργάνωσης του κράτους και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της καθεστηκυίας τάξεως “) επαναλαμβάνεται και στις ΑΠ 1741/1984 (σε Συμβούλιο), ΠΧρ. ΛΕ, 552, ΑΠ 820/1989 ΠΧρ. Μ , 183 , κ.α. καθώς και στην πρόσφατη  Συμβ.Εφ. 2/1998 σε Υπεράσπιση 1998 σελ. 568 επ.

 

Επέκταση της στενής υποκειμενικής θεωρίας αποτελεί και η θεωρία του πολιτικού εγκληματία (Μανωλεδάκης 1981, Λοβέρδος 1988), η οποία εστιάζει στο εγκληματικό υποκείμενο και εξ αυτού ορίζει και τη φύση της εγκληματικής συμπεριφοράς. Η θεώρηση αυτή θέτει ως κριτήρια α) την ένταξη της εγκληματικής δράσης στο πεδίο επίτευξης του τελικού ανατρεπτικού πολιτικού σκοπού β) τη φύση της εγκληματικής οργάνωσης ως de facto πολιτικού σχηματισμού και γ) τη σχέση αναλογικότητος μεταξύ της εγκληματικής δράσης και των πολιτικών στόχων της εγκληματικής (πολιτικής) οργάνωσης.Και υπό αυτά τα κριτήρια η πολιτικού χαρακτήρα  ένωση του 187 ΠΚ βασικά εντάσσεται στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος.

 

   Κατά τα παραπάνω προκύπτει ότι η εγκληματική ένωση του 187 ΠΚ τόσο ως “σύσταση και συμμορία” πριν από τον ν. 2928/2001 όσο και ως “εγκληματική οργάνωση” του ν. 2928/2001 αποτελεί σε κάθε περίπτωση  αμιγές πολιτικό έγκλημα κατά την ευρεία αντικειμενική θεωρία  και υπό ορισμένες προυποθέσεις-αν ερμηνευθεί ευρέως η αμεσότητα της επιβουλής της πολιτειακής τάξης και όχι ως χρονική συνάφεια- και κατά την στενή αντικειμενική θεωρία , η οποία πάντως συστέλλει υπερβολικά  το πεδίο ισχύος της συνταγματικής ρύθμισης άρθρου 97 Συντ. (και Λοβέρδος 1987, Μπελαντής 1997 και 2000). Στο πλαίσιο των υποκειμενικών και των μεικτών θεωριών η συνδρομή “ανατρεπτικού” πολιτικού σκοπού στην εγκληματική οργάνωση ως ένα πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο καθιστά την οργάνωση σε κάθε περίπτωση  πολιτικό έγκλημα.

 

2.Επιμέρους πράξεις της οργάνωσης (ανθρωποκτονίες κλπ).

Οι επιμέρους αξιόποινες πράξεις, οι οποίες τελέσθηκαν, πρέπει να θεωρηθούν πολιτικά εγκλήματα κατά τις υποκειμενικές θεωρίες,στον βαθμό που  συνοδεύονταν από ανατρεπτικά πολιτικά κίνητρα των δραστών τους.Ιδίως οι  μακροχρόνια επαναλαμβανόμενες δημόσιες τοποθετήσεις μιάς πολιτικού χαρακτήρα εγκληματικής οργάνωσης παρέχουν μία ισχυρή θεμελίωση αυτών των κινήτρων.  Ορθότερα δε, αυτό ισχύει και στο πλαίσιο της στενής υποκειμενικής θεωρίας αλλά και της θεωρίας του πολιτικού εγκληματία ως επεκτάσεως των υποκειμενικών θεωριών.

Αντιθέτως, στο πλαίσιο της αντικειμενικής θεωρίας (ευρείας ή στενής) οι πράξεις αυτές δεν αποτελούν αμιγή τουλάχιστον πολιτικά εγκλήματα, αφού προσβάλλουν ιδιωτικά έννομα αγαθά . Μπορούν όμως να θεωρηθούν “συναφή” ή “συνεχόμενα” αδικήματα στο πλαίσιο της συνδρομής “συνθέτου πολιτικού εγκλήματος” (Λοβέρδος 1987, Καμινάρης 1979 κ.α.), δηλαδή κοινά ποινικά αδικήματα, τα οποία συντείνουν στην διευκόλυνση  τελέσεως του διαρκούς αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης  (187 ΠΚ υπό την μορφή 1 παρ. 1 ν. 2928/2001) ως αμιγούς πολιτικού εγκλήματος ,καθώς μάλιστα η μακροχρόνια διαρκής τέλεση του αδικήματος αυτού δεν είναι λογικώς νοητή χωρίς την τέλεση των συμφωνούμενων κάθε φορά επιμέρους εγκληματικών πράξεων. Στην περίπτωση αυτήν , και από την στιγμή που τα συνεχόμενα αποτελούν ένα ενιαίο εγκληματικό όλο με τα αμιγή πολιτικά αδικήματα και δεν διαχωρίζονται από αυτά από την άποψη των συνεπειών ( Καμινάρης 1979), η συνταγματική δωσιδικία των αμιγών (97 παρ. 1 Συντ.)  καθορίζει σε κάθε περίπτωση

και τη δωσιδικία των συνεχομένων.

Επιπλέον, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι τα αδικήματα αυτά δεν εντάσσονται στο “σύνθετο” πολιτικό  έγκλημα , θα έπρεπε κατά πάσα πιθανότητα στο πλαίσιο της συναφείας τους (άρθρα 128, 129 ΚΠΔ) με το διαρκές αδίκημα του 187 ΠΚ

(  εκδικαζόμενο κατά το Σύνταγμα υποχρεωτικώς από ΟΔ)  να ακολουθήσουν την αρμοδιότητα του αμιγούς πολιτικού εγκλήματος.

 

Ερωτήματα :

1) Μπορεί και εδώ ίσως να προταθεί η σχέση με το πολιτειακό έννομο αγαθό βάσει της μακροχρόνιας αιτιακής αλυσσίδας ; (WAGNER  )

2) Μπορεί να αξιοποιηθεί η σχέση φορέως και θεσμού (π.χ. στην περίπτωση Μπακογιάννη ) όπου στο πρόσωπο συμπυκνώνεται και η πολιτειακή λειτουργία και η προσβολή του ιδιωτικού εννόμου αγαθού (της ζωής)  αποτελεί το αναγκαίο μέσο γιά την προπαρασκευή προσβολής του πολιτεύματος. Παράλληλη προβληματική στην περιύβριση αρχής.

 

Βιβλιογραφία

             ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Δ.Βάλληνδρα ” Το πολιτικόν έγκλημα εις την σύγχρονον γερμανικήν ποινικήν θεωρίαν” ,Ποινικά Χρονικά ΚΒ’ σελ. 338 επ.

2) Α.Καμινάρη,Π.Κομματά  κ.α.”Το πολιτικόν έγκλημα “, Αθήνα 1979

3)  Δ.Καρανίκα ” Ο χαρακτηρισμός των κατά της εσωτερικής και εξωτερικής υποστάσεως του κράτους εγκληματικών ενεργειών ως πολιτικών εγκλημάτων” σε Αρμενόπουλο 1954 σελ. 345 επ, Ποινικά Χρονικά 1954 σελ. 23 επ. .

  • Α.Λοβέρδου “Πολιτικό Εγκλημα και τρομοκρατία”,Αθήνα 1987
  • Γ.Μανωλεδάκη “Γενική Θεωρία Ποινικού Δικαίου”, Αθήνα 1981
  • Γ.Μανωλεδάκη “Επιβουλή της δημόσιας τάξης”,Θεσσαλονίκη 1990
  • Γ.Μανωλεδάκη “Προστασία της πολιτειακής εξουσίας”, Θεσσαλονίκη 1988
  • Γ.Μανωλεδάκη “Νόμος 2928/2001”, Αθήνα 2002
  • Γ.Μανωλεδάκη ” Τρομοκρατία και νομοκρατία”, Ποιν.Δικ. 1/2003 σελ. 65 επ.
  • Αρ.Μάνεση “Το πρόβλημα της ασφαλείας του κράτους και η ελευθερία” σε “Συνταγματική Θεωρία και Πράξη”, Θεσσαλονίκη 1980 σελ. 390 επ.
  • Δ.Μπελαντή “Αντιτρομοκρατική νομοθεσία και  αρχή του κράτους δικαίου”, Αθήνα 1997
  • Δ.Μπελαντή ” Πενταμελή Εφετεία ή τακτικά ποινικά δικαστήρια ;-Συνταγματικά ζητήματα από την ενδεχόμενη επαναθεσμοθέτηση ειδικής δωσιδικίας γιά τα εκ της τρομοκρατικής δράσης αδικήματα” ,Το Σύνταγμα 2000 σελ. 726 επ.
  • Β.Παπαναστασίου ” Πολιτικά εγκλήματα και αι επ’ αυτών διακρίσεις”,Ποινικά Χρονικά 1981 σελ. 1 επ.
  • Ν.Ι.Σαριπόλου ” Σύστημα της εν Ελλάδι ισχύουσας ποινικής νομοθεσίας”, τ.Γ’ . Αθήνα 1870
  • Χρ.Σγουρίτσα (- Κ.Γεωργόπουλου) “Συνταγματικόν Δίκαιον”, Αθήνα 1966.
  • Κ.Τσουκαλά “Τα ορκωτά δικαστήρια”, Αθήνα 1929 .

 

ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Garraud ” Precis de Droit Criminell” , 1934.
  • Lenckner in Schoenke-Schroeder “Strfagesetzbuch” , 129 a StGB, 129 ff.
  • Wagner ” Terrorismus, Hochverrat und Abhoerfgesetz ” in NJW 1980 σελ. 913 επ.
  • Schroeder “Moabiter Landrecht oder Hamburger Juristische Spoekenkiekerei? ” in NJW 1980 σελ. 920 επ

H προστασία της δημόσιας περιουσίας και ιδίως η προστασία των κοινοχρήστων πραγμάτων εν όψει μιας πιθανής συνταγματικής αναθεώρησης

Δημήτρης Μπελαντής
Δρ Νομικής – Δικηγόρου
Ημερομηνία: 06-02-2014

 H προστασία της δημόσιας περιουσίας και ιδίως η προστασία των κοινοχρήστων πραγμάτων εν όψει μιας πιθανής συνταγματικής αναθεώρησης

  Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 Η συζήτηση  σχετικά με την διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια δεν έχει προκύψει στην πραγματικότητα ως προϊόν μιας φυσιολογικής αναγκαιότητας προσαρμογής της συνταγματικής μας πραγματικότητας σε νέα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα και με αφετηρία την απροσφορότητα της ισχύουσας συνταγματικής ρύθμισης. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί  ότι  ίσχυσε κατά τις αναθεωρητικές διαδικασίες του 1986 ή ακόμη του 2001, στην μεν πρώτη περίπτωση όταν τέθηκε το ζήτημα μετατροπής  της πολιτειακής οργάνωσης από προεδροκεντρική σε πρωθυπουργοκεντρική με αποτέλεσμα την διαμόρφωση ενός «κλειστού κυκλώματος εξουσίας» μεταξύ κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και εκτελεστικής εξουσίας  [1] στην δε δεύτερη περίπτωση, όταν τέθηκε το ζήτημα του ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας ως ενός απεριόριστα διογκούμενου τομέα  είτε μέσω της θέσπισης νέων δικαιωμάτων είτε μέσω της ανάδυσης των ανεξαρτήτων αρχών.

 

Αντιθέτως, αυτό που φαίνεται να συμβαίνει σήμερα δεν είναι η αναγκαία προσαρμογή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης σε συνθήκες ακμής και ανόδου της κανονιστικής της ισχύος και της επίτευξης μιας σχετικής αρμονίας  μεταξύ της πρόβλεψης και της πραγματικά ισχύουσας συνταγματικής πραγματικότητος, του λεγόμενου «υλικού Συντάγματος» αλλά, αντιθέτως, η ανάδυση ενός ποιοτικά νέου  υλικού Συντάγματος σε συνθήκες συνταγματικής και θεσμικής κρίσης. Αυτό δεν είναι κάτι το απολύτως καινοφανές στην συνταγματική μας ιστορία  : είναι γνωστό το ότι μια σειρά από αναθεωρητικές διαδικασίες (μεταξύ των οποίων, βεβαίως, και η Ε’ Αναθεωρητική Βουλή)  κινήθηκαν στα  όρια ή και πολύ πέραν των ορίων  της αναθεωρητικής λειτουργίας ως συντεταγμένης κρατικής λειτουργίας εν όψει ακριβώς των εκρηκτικών διαστάσεων μιας συνταγματικής θεσμικής κρίσης και της ανάγκης μιας ριζικά νέας πολιτικοσυνταγματικής απόφασης [2].

 

Όμως, ιδίως η σημερινή κατάσταση πραγμάτων –για πρώτη φορά μετά το 1975- αποκτά οριακά χαρακτηριστικά. Η κλασσική νομοθετική λειτουργία έχει υποκατασταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από μια «εξαιρετικού» χαρακτήρα νομοθέτηση εκ μέρους της κυβέρνησης με τον πολλαπλασιασμό αλλά και την σημειολογική αποδυνάμωση των «εκτάκτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης» του άρθρου 44 παρ. 1 του   Συντάγματος, ενώ την ίδια στιγμή αναπτύσσεται όλο και συχνότερα ένας συνεκτικός λόγος πλήρους  αντιστροφής των βασικών αξιολογήσεων των εννόμων αγαθών, όπως αυτές προέκυπταν τόσο ιστορικά όσο και συστηματικά από την διαδικασία παραγωγής του Συντάγματος του 1975. Βεβαίως, αυτή η αντιστροφή των αξιακών αξιολογήσεων μεταξύ των συγκρουομένων εννόμων αγαθών είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την επιτάχυνση της παρούσας  οικονομικής κρίσης και την ανάδυση της δημοσιονομικής κρίσης και της κρίσης διεθνούς δανεισμού μετά την περίοδο 2009-2010. Αν ισχύει η διαπίστωση του Φουκώ σύμφωνα με την οποία ο νεοφιλελευθερισμός δεν συνιστά απλώς την ένταξη , όπως συνέβαινε με την κλασσική φιλελεύθερη  σχολή του Μάντσεστερ, ενός χώρου ελεύθερης αγοράς και επιχειρηματικότητας  στην σφαίρα του δικαίου, απαραβίαστου από την κρατική παρέμβαση, αλλά , αντιθέτως, ένα εκτεταμένο πρόγραμμα πολιτικών παρεμβάσεων  προς την κατεύθυνση της παγίωσης της «τάξης του ελεύθερου ανταγωνισμού», μιας τάξης ελεύθερης από τις «κρατικιστικές» ή τις συνδικαλιστικές στρεβλώσεις  και τα «κρατικά μονοπώλια»  μιας ολόκληρης φορντιστικής ή κεϋνσιανής  περιόδου[3], η σημερινή κρατική παρέμβαση στον χώρο του κοινωνικού και του οικονομικού Συντάγματος  στοχεύει αναμφισβήτητα να κάμψει ισορροπίες και «νοοτροπίες» δεκαετιών και να καθιερώσει  νέες πολιτικές και  νομικές ιεραρχήσεις. Το γεγονός ότι αυτό συνεπάγεται βαρύτατους και εντονότατους περιορισμούς στον χώρο των εργασιακών, κοινωνικών  και ασφαλιστικών δικαιωμάτων αλλά και βαθειές μετατοπίσεις στο υπό έρευνα ζήτημα των δημοσίων αγαθών  είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Όμως, η αιτιολόγηση της επιβολής τους εμφανίζεται όχι μόνο ως «αναγκαία»  αλλά και ως κρατούσα, όπως στην περίπτωση των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εφαρμογή των μνημονίων[4], από τις οποίες φαίνεται να γεννάται μια νέα μορφή «δικαίου της ανάγκης», το οποίο, όμως, δεν υπόκειται σε ευθεία συνταγματική πρόβλεψη. Η ανάδυση μιας μορφής δημοσίου συμφέροντος που απορρέει  βασικά από την «οικονομική έκτακτη ανάγκη»[5], στενά και ειδικά προσανατολισμένου προς την ταμειακή  ικανοποίηση του δημοσίου χρέους και την λεγόμενη «δημοσιονομική σταθεροποίηση»,  επανεισάγει κατά τρόπο άμεσο  καίριες  αξιολογικές αμφισβητήσεις όσον αφορά την κοινωνική ωφελιμότητα, την δημόσια κτήση και την ως τώρα  σχέση μεταξύ των δημοσίων αγαθών και της δυνάμει αγοραίας  λειτουργίας τους. Εδώ εντάσσεται και το πρόβλημα της δημόσιας περιουσίας και ιδίως των κοινοχρήστων πραγμάτων και η πιθανή διαχείρισή του από μια επικείμενη αναθεώρηση .

 

  1. Η εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας ως άμεσο νομικό και συνταγματικό πρόβλημα

Η νομοθεσία των τελευταίων ετών και ιδίως η σχετική με την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας για την κάλυψη των μνημονιακών και δημοσιονομικών αναγκών έχει ως επίκεντρο την οργανωτική μορφή του Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. Παρά το γεγονός ότι η σχετική νομοθεσία ( ο ν. 3986/2011) αναφέρεται  ονομαστικά στην ιδιωτική περιουσία του κράτους , δηλαδή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορά μόνο σε πράγματα  και περιουσιακά στοιχεία που λειτουργούν ως fiscus, η συναρμογή του νόμου αυτού με κατηγορίες πραγμάτων που από την φύση  και την λειτουργία τους εξυπηρετούν και μάλιστα μονιμότερα  δημόσιο σκοπό –και, άρα, υπάγονται κατ’ αρχήν στην δημόσια περιουσία του κράτους, την δημόσια κτήση[6] – είναι έκδηλη τόσο σε σχέση με την ίδια την τυπολογία του Μεσοπροθέσμου Προγράμματος (ν. 3985/2011 ) όσο και σε σχέση με την μεθοδολογία εφαρμογής του ν.3986/2011 ως εφαρμοστικού νόμου :  παραχωρούνται  στο Τ.ΑΙ.Π.Ε.Δ. και τελικά σε ιδιώτες όχι μόνο  δικαιώματα κάρπωσης και εκμετάλλευσης αλλά και πλήρη δικαιώματα κυριότητας  σε εκτάσεις που περιλαμβάνουν δημόσια δάση, λιμάνια, οδούς και οδικούς άξονες, αεροδρόμια, ιαματικές πηγές και άλλες μορφές ρεόντων υδάτων, στρατιωτικά οχυρά  κ.α. Και μάλιστα κατά τρόπο (άρθρο 2 παρ. 7 ν. 3986/2011 ) που απαγορεύει πλήρως την αναμεταβίβαση αυτών των πραγμάτων στο Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ. ως αρχικούς ιδιοκτήτες τους πριν από την νομική  περιέλευση στο Ταμείο. Η  διφυής λειτουργία του Τ.ΑΙ.Π.Ε.Δ. ως ενός sui generis  νομικού προσώπου, το οποίο ασκεί μεν κυριαρχική εξουσία αλλά λειτουργεί με βάση τους κανόνες  του ιδιωτικού δικαίου και της ιδιωτικής οικονομίας είναι ιδιάζουσα, καθώς σε αντίθεση με προγενέστερα οχήματα ιδιωτικοποιήσεων όπως η Ε.Τ.Α. Α.Ε., δεν αναλαμβάνει το ίδιο την οικονομική εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων αλλά έχει ως αποκλειστικό σκοπό την ταχύρρυθμη ταξινόμηση και ιδιωτικοποίηση των άνω περιουσιακών στοιχείων. Όσον αφορά  τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα δημόσια πράγματα, είναι περισσότερο από προφανές ότι αυτά κατά το λειτουργικό κριτήριο υπάγονται στην έννοια των «κοινοχρήστων πραγμάτων» και, άρα,  εξυπηρετούν άμεσα την κοινή πρόσβαση, ωφέλεια και χρήση τους από το κοινό, δηλαδή από όλους, σύμφωνα με την φύση τους και τον προορισμό τους. Επίσης, η ένταξη στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και κτιρίων που επί πολλά χρόνια και βάσει της ιδιαίτερης καταλληλοτητάς τους στέγασαν δημόσιες  υπηρεσίες και λειτουργίες (όπως τελείως ενδεικτικά το Υπουργείο Πολιτισμού, η ΓΑΔΑ και συνολικά μια κατηγορία 28 σημαντικών ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας) θέτει το πρόβλημα των ορίων αξιοποίησης και οικονομικής εκμετάλλευσης και των λεγομένων «ιδιοχρήστων πραγμάτων».

 

Βεβαίως, μπορεί να υποστηριχθεί –και ήδη υποστηρίζεται στην θεωρία, (βλ. και σε Δαγτόγλου όπως παραπάνω σελ. 817-823), ότι τα ανήκοντα στην δημόσια κτήση  και ιδίως τα κοινόχρηστα πράγματα δεν είναι απαραίτητο να ανήκουν στο Δημόσιο ή σε δημόσιο νομικό πρόσωπο και επιχείρηση. Άρα, θα μπορούσε να αντληθεί επιχείρημα υπέρ της τρέχουσας ιδιωτικοποίησής τους.   Όμως, ακόμη και σε αυτήν την εξαιρετική περίπτωση, η ιδιωτική κτήση δεν πρέπει να αναιρεί τον δημόσιο σκοπό στον οποίο είναι αφιερωμένο το πράγμα. Ο δε κανόνας πρέπει να έγκειται, όπως προσδιορίζει και η προσυνταγματική ρύθμιση  των άρθρων 966 ΑΚ για τα εκτός συναλλαγής και 968 ΑΚ για το καθεστώς  κυριότητας των κοινοχρήστων, ρύθμιση που όμως καταλήγει να αποτυπώνει και την υφιστάμενη συνταγματική προστασία στην υπαγωγή των δημοσίων πραγμάτων στην κυριότητα του Δημοσίου ή δημοσίων φορέων (βλ. και Παππά σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο «Αστικός Κώδικας», άρθρο 1000, σελ. 310 επ., 314 επ.).  Είναι εξαιρετικά αμφίβολο και στην ουσία αναληθές το συμπέρασμα ότι η παραχώρηση επ’ άπειρον ιδιωτικών δικαιωμάτων στο πράγμα με σκοπό την έντονη οικονομική του εκμετάλλευση (πράγμα που ισοδυναμεί ουσιαστικά και με αποστέρηση κυριότητας , αφού το δικαίωμα λήψης καρπών, η fructus, είναι ουσιαστική διάσταση της κυριότητας κατά τον Αστικό Κώδικα)  ή πολύ περισσότερο η μεταβίβαση κυριότητας με σκοπό την έντονη οικονομική του  εκμετάλλευση μπορεί να διασώζει τον δημόσιο σκοπό και μάλιστα αυτόν της κοινοχρησίας. Η τελική κατάληξη  στην απολύτως ιδιωτική κτήση με δηλωμένη την έντονα κερδοσκοπική λειτουργία του πράγματος συνοδεύεται και από την τελική  οικονομική διοίκηση και διαχείριση του από τον ιδιώτη, ο οποίος μπορεί να θέσει όρια και αποκλεισμούς στην κοινή χρήση. Επιπλέον, η αδιάκριτη και χρονικά απεριόριστη μεταβίβαση σειράς δημοσίων και κοινοχρήστων πραγμάτων  στα πλαίσια του Τ.ΑΙ.Π.Ε.Δ –και μάλιστα χωρίς να προηγηθεί μια διαδικασία διοικητικού αποχαρακτηρισμού τους-  ρευστοποιεί πλήρως τα εννοιολογικά όρια μεταξύ της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας του κράτους.

 

   Τίθεται, λοιπόν, ζήτημα αν υφίσταται συνταγματική προστασία και μάλιστα υπό την μορφή υποκειμενικού δικαιώματος των πολιτών στα δημόσια πράγματα και ιδίως στα κοινόχρηστα πράγματα, η οποία θα μπορούσε να οριοθετήσει έως και να ανασχέσει  την διαδικασία μαζικής και αδιάκριτης  ιδιωτικοποίησής τους. Κατά την γνώμη μας, αυτή η προστασία μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά και υποστηρίζεται σήμερα εν όψει πολλαπλών δικαστικών προσφυγών κατά των παραχωρήσεων στα πλαίσια του Τ.ΑΙ.Π.Ε.Δ.   Όπως τέθηκε το ζήτημα ήδη σε υποθέσεις ιδιωτικοποιήσεων προς την Ε.ΤΑ. Α.Ε. (χωρίς να ληφθεί απόφαση ουσίας τότε  από το ΣτΕ) στις αρχές της δεκαετίας του 2000[7], θεμέλιο του δικαιώματος  στην κοινοχρησία μπορεί να θεωρηθεί το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητος ( 5 παρ. 1 Συντάγματος) νοούμενο εδώ, όμως,  σε αντίθετη φορά προς την κατά κύριο λόγο επιχειρηματική  και κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτών των πραγμάτων και σε συστηματική ενότητα τόσο με το δικαίωμα στο περιβάλλον ( 24 παρ.1 Σ) όσο και με την ερμηνευτική ενίσχυση θεμελιωδών αρχών όπως η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 Σ)  όσο και η ίδια η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας ( 1 παρ. 2 Σ). Πράγματι, και πέρα από την διάσταση του υποκειμενικού δικαιώματος στην κοινοχρησία και στην δημόσια κτήση, τίθεται ζήτημα αναπαραγωγής της δημοκρατικής κρατικής υπόστασης χωρίς έναν αναγκαίο ελάχιστο πυρήνα δημοσίων πραγμάτων, τα οποία κατά κανόνα είναι αναπαλλοτρίωτα και μη υποκείμενα σε ιδιωτικοποίηση εν όψει της ματαίωσης του δημοσίου σκοπού τους. Το δημοκρατικό  κράτος, όταν απωλέσει τον έλεγχο αλλά και την κυριότητα επί του σκληρού πυρήνα των δημοσίων πραγμάτων, καθίσταται μη βιώσιμο.   Διαφαίνεται, λοιπόν, ακόμη και χωρίς να προσφύγει κανείς σε παλαιότερες θεωρήσεις της δημόσιας κτήσης ως μιας κυριότητας απολύτως ιδιαιτέρου τύπου[8], μια συστηματική λειτουργική  σχέση της δημόσιας κτήσης με την υπόσταση ενός λειτουργικού και ανεξάρτητου κρατικού μορφώματος.

 

Στα πλαίσια αυτής της ανάπτυξης,  δεν θα αναφερθούμε στο ζήτημα των ως τώρα δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν και πωλούν με ιδιαίτερους όρους κοινωφελείς υπηρεσίες. Είναι, όμως, αρκετά προφανές ότι και εδώ συντρέχει μια έννοια ορισμένων αγαθών ως «δημοσίων αγαθών», τα οποία χρήζουν μιας ιδιαίτερης  νομικής και συνταγματικής προστασίας και δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν στην λογική μιας αναβίωσης στον 21ο αιώνα των «περιφράξεων» του 16ου αιώνα.

 

  1. Η αντιμετώπιση των δημοσίων και των κοινοχρήστων πραγμάτων στα πλαίσια μιας συνταγματικής αναθεώρησης

 

Είναι αρκετά πιθανό το   ότι στα πλαίσια της σχολής σκέψης  της « επείγουσας οικονομικής ανάγκης» αλλά και των επελαυνουσών «αντικρατιστικών» αντιλήψεων, η παραπάνω θεώρηση περί συστηματικής προστασίας της δημόσιας κτήσης με τα εργαλεία της ισχύουσας συνταγματικής τάξης μπορεί να μην έχει άμεσο νομολογιακό μέλλον. Ήδη, η απόφαση 1415/2013 του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ έκρινε ως συνταγματικά ανεκτή την μεταβίβαση πραγμάτων που λειτουργικά υπήγοντο στην δημόσια κτήση εκκινώντας από το επιχείρημα της περιαγωγής αυτών των πραγμάτων στο Δημόσιο με μέσα του ιδιωτικού δικαίου και όχι κατά τρόπο κυριαρχικό και μονομερή, όπως στην περίπτωση εκτάσεων που ανήκαν στο ελληνικό  Δημόσιο ήδη από την ίδρυσή του και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη της το λειτουργικό κριτήριο της μονιμότερης υπηρέτησης  του δημοσίου σκοπού.

Αν λάβει κανείς υπόψη του την ισχύ αυτής της αξιολογικής στάθμισης και των πολιτικών επιχειρημάτων που την συνοδεύουν, ίσως η έναρξη και πρόοδος μιας αναθεωρητικής διαδικασίας υπό την επικυριαρχία ακόμη αυτών των αντιλήψεων να καταλήξει στην πλήρη ματαίωση των εννοιών της δημόσιας κτήσης και της κοινοχρησίας σε συστοίχηση και με την πλήρη υποχώρηση των αξιών της δημόσιας ωφέλειας και  του κοινωνικού κράτους και στην πλήρη  δικαίωση του ιδιοκτησιακού ατομικισμού. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποκλείσουμε και μια αναθεωρητική πρωτοβουλία με αντίθετο πρόσημο και να πάψουμε να ελπίζουμε σε αυτήν. Στην περίπτωση αυτήν και σε συσχέτιση με την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου θα πρέπει να ενταχθεί  και η έννοια του βασικά αναπαλλοτρίωτου των πραγμάτων που υπάγονται στην δημόσια κτήση και ειδικότερα στην κοινοχρησία[9]. Στα πλαίσια μιας τέτοιου τύπου πρωτοβουλίας, το πιθανότερο πεδίο ένταξης μιας τέτοιου τύπου ρύθμισης δεν θα είναι η γενική προστασία της κυριότητας (άρθρο 17 Σ) αλλά διαζευκτικά ή και σωρευτικά  είτε η διάρθρωση  και εμπλουτισμός του δικαιώματος του άρθρου 5 παρ.1 Σ σε πιο κοινωνική και ανθρωποκεντρική κατεύθυνση είτε η ενίσχυση των διατάξεων του άρθρου 106 Σ περί κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και ιδίως η διάταξη του 106 παρ. 2 Σ για την σχέση έντασης  μεταξύ της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και της προστασίας  της ελεύθερίας και ανθρώπινης  αξιοπρέπειας. Και στις δύο περιπτώσεις, θα πρόκειται για μια ρύθμιση, η οποία θα ενισχύσει όχι τον λεγόμενο «κρατισμό» αλλά τον ανθρωποκεντρικό και κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό του Συντάγματος.

 

[1] Βλ. και σε Αρ.Μάνεση «Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 118 επ.

[2] Βλ. για την διαφορά μεταξύ του Verfassung ως αποτελέσματος της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας και των “verfassungsaendende Gesetze” σε C.Schmitt “Verfassungslehre”, Berlin 1928,1957, σελ.22.   Πρβλ. επίσης για τα ρευστά όρια «αναθεωρήσεων» και μειζόνων παρεμβάσεων στο Σύνταγμα στην Ελλάδα  και Ε.Βενιζέλο « Τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος 1975», Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 20 επ.

[3] Βλ. σε M. Foucault «Η γέννηση της βιοπολιτικής-παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας», Αθήνα 2012, Πλέθρον.

[4] Όπως ιδίως η απόφαση  668/2012 της Ολομελείας του ΣτΕ.

[5] Βλ. και σε Δ.Μπελαντή  «Η κατάσταση εξαίρεσης και οι εφαρμογές της στο πρόγραμμα «στήριξης της ελληνικής οικονομίας», περ. « Δικαιώματα του Ανθρώπου» 48/2010 .σελ..1132 επ.

[6] Βλ. και σε Πρ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», Αθήνα-Κομοτηνή 2004, Εκδόσεις Α. Σάκκουλα, σελ. 778-842.

[7] Πρβλ. και σχετική εισήγηση της συμβούλου κ. Καραμανώφ σε υπόθεση Αλυκών Αναβύσσου του έτους 2003 ( Zαχάρω Παπαδοπούλου κλπ  κατά του Υπουργικού Συμβουλίου). Πρβλ. και Μ. Καραμανώφ «Βιώσιμο κράτος και δημόσια κτήση: Τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων», Αθήνα-Κομοτηνή  2010, εκδόσεις Α.Σάκκουλα, σελ. 75 επ.

[8] Πρβλ.  ως προς την έννοια των «δημοσίων πραγμάτων» και της δημόσιας κτήσης και στην παλαιότερη θεωρία του διοικητικού δικαίου και ειδικότερα σε Μ.Hauriou «Σύστημα Διοικητικού Δικαίου και Δημοσίου Δικαίου», Αθήνα 1938, εκδόσεις Φέξη σελ. 336-459, J. Berthelemy «Διοικητικόν Δίκαιον», Αθήνα 1933, Τμήμα 3ο , Η δημόσια κτήσις, Fr. Fleiner «Διοικητικόν Δίκαιον» , Αθήνα 1932, σελ. . 323 επ., Μ.Στασινόπουλου « Αναγκαστική απαλλοτρίωσις επί κοινοχρήστων και δημοσίων πραγμάτων υπαγομένων εις τα άρθρα 966-971 Α.Κ.» , ΕΔΔΔ 14/1970 σελ. 225 επ. Πρβλ. ως προς την θεώρηση του αστικού δικαίου και σε Α.Γεωργιάδη-Μ.Σταθόπουλου «Αστικός Κώδικας», άρθρα 945 επ., σελ. 93 επ, 1000 επ., σελ. 310 επ. (ανάπτυξη Σ.Παππά). Επίσης, ως προς την ακριβή φύση της κυριότητας στα «δημόσια πράγματα» υφίστανται κατά την παλαιότερη θεωρία του διοικητικού δικαίου τρεις θεωρήσεις α) αυτή της res nullius, ότι δηλαδή αυτά δεν ανήκουν σε κανένα και απλώς το Δημόσιο διαφυλάσσει τον δημόσιο σκοπό τους υπέρ του κοινού β) αυτή της ειδικής κυριαρχικής ή καταπιστευματικής κυριότητας ως sui generis κυριότητας και γ) εκείνη της κυριότητας όπως και στα ιδιωτικά πράγματα με ειδική, όμως, διοίκηση χάριν του δημοσίου σκοπού. Ο Hauriou (οπ.π. σελ. 339 επ., 347 επ.) τάσσεται με την τρίτη προσέγγιση. Σε κάθε περίπτωση, η παλαιότερη θεωρία του διοικητικού δικαίου ορθώς τάσσεται υπέρ του βασικά αναπαλλοτρίωτου και απαράγραπτου των δημοσίων κτημάτων ( Hauriou , οπ.π. σελ. 350 επ.). Όμοια και ο Σ.Παππάς σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο οπ.π

[9] Πρβλ. και την πρόσφατη απόφαση 1906/2014 ΣτΕ (Ολομέλεια), η οποία θέτει ένα όριο στην ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων που παρέχουν ζωτικά δημόσια αγαθά όπως το νερό, απόλυτα απαραίτητα για την δημόσια υγιεινή και αναγκαστικά υπό μονοπωλιακές συνθήκες. Παρά τον ειδικό χαακτήρα αυτής της απόφασης, το σκεπτικό της συντείνει και προς μια ευρύτερη σύλληψη της προστασίας των δημοσίων και κοινωφελών πραγμάτων και της δημόσιας κτήσης, ως προς την ιδιωτικοποίηση των οποίων θα έπρεπε να παρέχεται η σήμερα ισχύουσα- και έτι περαιτέρω μια αυαριανή αναβαθμισμένη- συνταγματική προστασία.

 

Παρουσιάσθηκε στην ημερίδα της «Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων» την 6-2-2014 με θέμα «Αναθεώρηση του Συντάγματος» .
Έχει συμπεριληφθεί στον σχετικό  συλλογικό τόμο που εξεδόθη από τις Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία.

 

 

Η κατάσταση εξαίρεσης και οι εφαρμογές της στο πρόγραμμα «στήριξης της ελληνικής οικονομίας»

Δημήτρης Μπελαντής
Δρ Νομικής – Δικηγόρου
Ημερομηνία: 01.10.2010

 

Η κατάσταση εξαίρεσης και οι εφαρμογές της στο πρόγραμμα «στήριξης της ελληνικής οικονομίας»

Εισαγωγή

Τα πρόσφατα ψηφισθέντα μέτρα (Μάρτιος και Μάιος 2010 ) προς εφαρμογή του περίφημου Μνημονίου Στήριξης της ελληνικής οικονομίας, δια των διατάξεων των νόμων 3832, 3845 και 3847/ 2010 , θέτουν σοβαρά συνταγματικά ζητήματα όσον αφορά α) τα κοινωνικά δικαιώματα β) το συνδικαλιστικό δίκαιο και το δικαίωμα για συλλογική διαπραγμάτευση και σύναψη συλλογικών συμφωνιών γ) την άσκηση των κεκτημένων περιουσιακών δικαιωμάτων  δ) την άσκηση της συνταγματικής εξουσιοδότησης και τη διάκριση των εξουσιών κ.π.α. Η αναδιάρθρωση και μεταβολή  των  υφιστάμενων συνταγματικών ρυθμίσεων φθάνει σε οριακή κατάσταση και μπορεί κανείς αβίαστα να μιλήσει για μια μεγάλης  έκτασης συνταγματική κρίση.

Στον βαθμό που σε συνθήκες έντονης οικονομικής κρίσης (και ενδεχομένως και λανθάνουσας πολιτικής) διαφαίνεται μια σημαντική τάση αναστολής και  αντικατάστασης των υφιστάμενων συνταγματικών κανόνων από ένα «δίκαιο της ανάγκης». Χρησιμοποιώντας τον όρο «κατάσταση εξαίρεσης» εννοούμε ακρινβώς αυτό που δηλώνεται στη θεωρία ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»  (“state of emergency”) με την ευρεία έννοια (μη περιοριζόμενη δηλαδή στην κατάσταση ανάγκης ή πολιορκίας  του άρθρου 48 Σ  ή   αντίστοιχων διατάξεων αλλοδαπών Συνταγμάτων και λαμβνάνουσα ενδεχομένως και άλλες πιο έμμεσες και λανθάνουσες μορφές ).
 

  1. Γενικές όψεις της κατάστασης εξαίρεσης/ έκτακτης ανάγκης

 

Η «κατάσταση εξαίρεσης» (state of exception[1]) αποτελεί μια κανονιστική παρέκβαση από την «ομαλή νομιμότητα». Εγκαθιστά υπό έκτακτες και εξαιρετικές συνθήκες μια νέα νομιμότητα απενεργοποιώντας και αναστέλλοντας την «ομαλή νομιμότητα». Αυτή η εξαιρετική νομιμότητα συνιστά μια νομιμοποίηση της απονομιμοποίησης σε σχέση με την «ομαλή νομιμότητα»[2] (legalisation of the delegalisation). Θέτει το ζήτημα ότι η «δημοκρατική νομιμότητα», όπως την έχουμε γνωρίσει, δεν μπορεί πλέον-τουλάχιστον μεταβατικά- να ισχύσει.

 

H «κατάσταση εξαίρεσης» εμπεριέχει τρια ουσιώδη χαρακτηριστικά: 1) την εξαιρετική ρύθμιση 2) την μετάβαση και 3) τον αποκλεισμό.

 

Η εξαιρετική ρύθμιση οξύνει συνήθως μια σχέση «εχθρότητας»[3], ρυθμίζει μια κρίση και κατάσταση κινδύνου και ορίζει κανονιστικά την πραγματικότητα ενός κοινωνικού σχηματισμού κατά τρόπο όλως διαφορετικό, έκτακτο και αντίθετο από την ομαλή ρύθμιση.

 

Το στοιχείο της κρίσης και κατάστασης κινδύνου είναι όλως καθοριστικό στην διαμόρφωση της «κατάστασης εξαίρεσης». Χωρίς την πολιτική/κοινωνική (ή και την οικονομική) κρίση δεν συντρέχει συγκυρία εξαίρεσης. Ο σκοπός της «εξαίρεσης», αν και ακούγεται αντιφατικό, είναι ακριβώς να αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες (“to restore the normal conditions”). Να δημιουργήσει, δηλαδή, τις προϋποθέσεις για την λειτουργία της ομαλής νομιμότητας και πάλι[4]. Ξεκινά δηλαδή η εφαρμογή της από την υπόθεση ότι στις συνθήκες της κρίσης η ομαλή νομιμότητα είναι απρόσφορη και αδύναμη να ρυθμίσει τις πολιτικές σχέσεις εντός του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού. Υπό αυτήν την έννοια η «εξαίρεση» συνιστά μια μετάβαση, ένα πέρασμα από μια ομαλότητα σε μια άλλη.

 

Το τρίτο σκέλος της «εξαίρεσης» αφορά έναν βασικό αποκλεισμό ή έστω περιορισμό επί ενός τμήματος της πολιτικής κοινωνίας. Η «εξαίρεση» δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά περιορίζοντας ή και αναστέλλοντας κάποια δικαιώματα. Η αναστολή αυτή απευθύνεται πάντοτε προς κάποιο ειδικότερο τμήμα του πληθυσμού (κηρυσσόμενο ουσιαστικά ως δημόσιο εχθρό, ως hostis), παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται ως «καθολικής εφαρμογής». Πρόκειται για εκείνο το τμήμα του πληθυσμού, η άσκηση των δικαιωμάτων του οποίου καθίσταται «δυσλειτουργική» και φαίνεται να εμποδίζει την «αποκατάσταση των ομαλών συνθηκών». Το τμήμα αυτό υφίσταται μια «θυσία» ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων του, προκειμένου να ωφεληθεί η κρατική και κοινωνική ενότητα. Σε οριακές συνθήκες η θυσία αυτή μπορεί να αφορά και διώξεις ή και εξουδετερώσεις κάθε μορφής αυτών των πολιτών και την έκπτωσή τους από το ως τώρα νόμιμο στάτους τους. Στην περίπτωση αυτή θα μιλάμε για τους hominess sacri του κοινωνικού και πολιτικού σώματος, όπως τους έχει προσδιορίσει ο G. Agamben[5]. Ενδεικτικά, αυτοί ήταν οι κομμουνιστές, σοσιαλιστές και Εβραίοι κατά την εθνικοσοσιαλιστική κατάσταση εξαίρεσης, οι ειρηνιστές κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον νόμο DORA στην Μεγάλη Βρετανία κλπ.

 

 

 

 

  1. Τα διαφορετικά μέσα της κατάστασης εξαίρεσης

 

Η συγκυρία της «εξαίρεσης» ή της «κατάστασης ανάγκης», όπως συνηθέστερα αποκαλείται δεν εξυπηρετείται πάντοτε με τα ίδια μέσα. Ανάλογα με το βάθος και την ποιότητα της κρίσης, την μορφή και το είδος του κινδύνου, ανάλογα με τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δύναμης, οι μορφές και οι τρόποι της «κατάστασης εξαίρεσης» διαφοροποιούνται. Σε κάθε περίπτωση, ο «κυρίαρχος» αποφασίζει εντός του πολιτικού συστήματος ποια μέσα και τρόποι θα χρησιμοποιηθούν για την υπέρβαση της κρίσης [6].

 

– H καθαρότερη μορφή «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» είναι η ανεξάρτητη από το Σύνταγμα και την προϋφιστάμενη νομιμότητα δικτατορία. Η μορφή αυτή δεν ελέγχεται πλέον από τους θεσμούς του συνταγματικού πολιτεύματος αλλά εκφεύγει και οδηγεί σε άλλο πολίτευμα, το δικτατορικό. Πρόκειται για την μορφή που ο C.Schmitt έχει ορίσει ως ανεξάρτητη ή κυρίαρχη (“souveraene”) δικτατορία[7], όπου ο δικτάτωρ ανεξαρτητοποιείται από το status quo ante και οικοδομεί το δικό του πολίτευμα. Εδώ, το στοιχείο της μεταβατικότητας ως προς την διαχείριση της κρίσης ξεθωριάζει σε σχέση με τις επόμενες, ελεγχόμενες από το συνταγματικό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, μορφές.

 

 

– Η πιο έμμεση αλλά και εντοπισμένη κατά την συνταγματική ρύθμιση της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας μορφή «κατάστασης εξαίρεσης» είναι η κοινοβουλευτική δικτατορία[8] ή η έμμεση και επιτροπευόμενη «κατάσταση ανάγκης». Ο όρος δεν σημαίνει κάτι ταυτόσημο με την «ανεξάρτητη δικτατορία» αλλά ακριβώς τις μορφές κρίσης και εξαιρετικής διακυβέρνησης, τις οποίες προβλέπουν και υιοθετούν τα φιλελεύθερα δημοκρατικά Συντάγματα για τις έκτακτες περιστάσεις. Πρόκειται λοιπόν για «αυταρχικούς» και «δικτατορικούς» θεσμούς, εγγενείς και εμμενείς στην δομή των δημοκρατικών Συνταγμάτων[9]. Τα ίδια τα Συντάγματα προβλέπουν ιδιαίτερες συνθήκες, κατά τις οποίες η απολύτως ομαλή εφαρμογή των θεσμών τους δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της κρίσης και της μετάβασης σε μια νέα ομαλότητα και τις τροποποιήσεις που οι θεσμοί οφείλουν να ενσωματώσουν ωσότου ξεπεραστεί η κρίση.

 

Η κοινοβουλευτική δικτατορία μπορεί να προσλάβει μια άμεση και ορισμένες έμμεσες μορφές. Η άμεση μορφή είναι η «κατάσταση πολιορκίας», η κλασσική «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», η οποία κηρύσσεται είτε από τον ανώτατο άρχοντα (μοντέλλο της Ausnahmezustand του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης) είτε από το κοινοβούλιο βάσει τυπικού νόμου (μοντέλλο του γαλλικού state of siege της Γ’ γαλλικής Δημοκρατίας, ισχύον και σήμερα στην Ελλάδα).. Η «κατάσταση πολιορκίας» (“state of siege” “martial law”, “Ausnahmezustand”, “Belagerungszustand”) εκκινεί βασικά από την εκτίμηση περί σοβαρού κινδύνου για την «δημόσια ασφάλεια» ή την «δημόσια τάξη»[10]. Ο κίνδυνος αυτός αρχικά θεμελιώθηκε κατά την Γαλλική Επανάσταση (1791) ως εξωτερικός κίνδυνος, κίνδυνος πολέμου (“réel état de siège”). Στην συνέχεια (1797) θεμελιώθηκε πιο διευρυμένα και στον εσωτερικό κίνδυνο (“état de siège fictif ”)[11], υπό την έννοια του κινδύνου ένοπλης εξέγερσης, επανάστασης κατά του καθεστώτος κλπ. Και στις δυο μορφές κινδύνου για την δημόσια ασφάλεια («εσωτερικού» και «εξωτερικού», η «κατάσταση πολιορκίας» συνεπάγεται τόσο στα ηπειρωτικά όσο και στα αγγλοσαξωνικά συστήματα την μετάβαση εξουσιών από τις πολιτικές στις στρατιωτικές αρχές (οι οποίες, όμως, παραμένουν υπάκουες στην πολιτική κεφαλή της εκτελεστικής εξουσίας), την δημιουργία έκτακτων στρατοδικείων αλλά και την αναστολή θεμελιωδών δικαιωμάτων για όσο διάστημα διαρκεί η κατάσταση πολιορκίας. Η κατάσταση πολιορκίας βασικά κηρύσσεται για ορισμένο χρονικό διάστημα και τυχόν ανανεώνεται η διάρκειά της από το αποφασίζον όργανο.

 

 

 

  1. Οι έμμεσες μορφές κοινοβουλευτικής δικτατορίας: προς την αναγκαστική νομοθεσία

 

Οι έμμεσες μορφές κοινοβουλευτικής δικτατορίας παρεκκλίνουν από την κατάσταση πολιορκίας τόσο κατά τον λόγο που θεμελιώνει την «έκτακτη ανάγκη» όσο και κατά τα μέσα που χρησιμοποιούνται, κατά κανόνα ηπιότερα από εκείνα της κατάστασης πολιορκίας. Είτε δεν έχουμε καν κατάσταση επικίνδυνη για την δημόσια ασφάλεια και τάξη είτε ο κίνδυνος είναι κατά πολύ μικρότερος από αυτόν της κατάστασης πολιορκίας.

 

Η κλασσική περίπτωση έμμεσης κοινοβουλευτικής δικτατορίας συνίσταται στην αναγκαστική νομοθεσία της εκτελεστικής εξουσίας υπό έκτακτες συνθήκες, στην “decree government” (d.g.). H αναγκαστική νομοθεσία ή αλλοιώς η άνοδος της νομοθεσίας του διοικητικού κράτους (“ Administrationsstaat”) αποτελεί φαινόμενο κυρίως των κρίσεων της δεκαετίας του ’30: αφ’ ενός μεν της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929-1932 αφ’ ετέρου δε των πολιτικών και θεσμικών κρίσεων των κρατών της Δύσης που συνδέονται με αυτήν. Στα πλαίσια αυτής της οργανικής κρίσης του ’30, αναπτύσσεται μια διευρυμένη έννοια του «κινδύνου» και των «έκτακτων συνθηκών κρίσης», η οποία περιλαμβάνει μεν σε τελική ανάλυση την δημόσια ασφάλεια αλλά δεν περιορίζεται/εξαντλείται σε αυτήν. Εννοιολογικά διακρίνει την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (“state of emergency”) ως ευρύτερη έννοια της state of siege. Επεκτείνεται σε διάφορες μορφές οικονομικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης (“financial state of emergency”), οι οποίες προσβάλλουν την λειτουργία του κράτους, ακόμη και όταν δεν οδηγούν σε διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας. Όπως αναφέρει για την Αμερική του New Deal o Clinton Rossiter:

 

«Το κύριο παράδειγμα αυτής της τεχνικής ήταν η διακήρυξη του Φρ. Ντ. Ρούζβελτ της 6 Μαρτίου 1933, αναφερόμενη στην «εθνική κατάσταση ανάγκης», διατάσσοντας την αργία των τραπεζών, η οποία κατέληγε απαγορεύοντας την εξαγωγή χρυσού και αργύρου και τις συναλλαγές σε ξένο νόμισμα. Αυτή η οικονομική κατάσταση πολιορκίας στηρίχθηκε στην αμφίβολή εξουσιοδότηση της παραγράφου 5b του Νόμου της 6-10-1917 για τις Εμπορικές Συναλλαγές με τον Εχθρό….». (σελ. 257, απόδοση Δ. Μπ.).

 

Παρατηρούμε, λοιπόν, μια μετάβαση λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της οικονομικής κρίσης από την κλασσική νομοθεσία βάσει του τυπικού νόμου από το κοινοβούλιο στην ιδιοποίηση της νομοθετικής λειτουργίας από τον αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας αλλά και γενικότερα από την διοίκηση. Κατ’ αρχήν θα διακρίνουμε αυτήν την μορφή από την τότε επίσης αναδυόμενη κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης, διότι η ratio της τελευταίας δεν είναι βασικά η έκτακτη ανάγκη.

Αναπτύχθηκαν δυο μοντέλλα αναγκαστικής νομοθεσίας για «απρόβλεπτες και εξαιρετικές ανάγκες» και κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης και κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Σύμφωνα με το πρώτο μοντέλλο η ΄”decree government”, βασικά ασκούμενη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προβλέπεται άμεσα από συνταγματική διάταξη και ασκείται άμεσα εκ του Συντάγματος

 

Στην γερμανική συνταγματική πραγματικότητα του Μεσοπολέμου, η νομοθετική αυτή αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας στηριζόταν άμεσα στο άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Σύμφωνα με την διάταξη αυτήν, ο Πρόεδρος «μπορούσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της δημόσιας ασφάλειας και τάξης». Δημιουργείτο έτσι μια θεσμική δυνατότητα πέρα από την ίδια την κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας (η οποία περιγραφόταν διακριτά)για την λήψη διαταγμάτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προς αντιμετώπιση εκτάκτων συνθηκών (που μπορεί να μην έφταναν ως την κατάσταση πολιορκίας).

Έτσι, πέρα από την χρήση του 48 ως ερείσματος της κατάστασης πολιορκίας (η οποία π.χ. χρησιμοποιήθηκε για την καταστολή της εξέγερσης του Ρουρ στα 1920-1921 ) υπήρξε μια ευρεία χρήση του για την λήψη μέτρων για την ανάσχεση της οικονομικής κρίσης. Ενδεικτικά, ο καγκελλάριος Στρέζεμαν προέβη σε χρήση των π.δ. του 48 για την καταπολέμηση του πληθωρισμού και της πιεστικής οικονομικής κατάστασης του 1923[12]. Αλλά και αργότερα, κατά την συγκυρία του 1930-32, ο καγκελλάριος Μπρύνινγκ εν μέσω της οξείας οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του Κοινοβουλίου να παραγάγει συναινέσεις προέβη στην διακυβέρνηση και στην νομοθεσία με π.δ. του άρθρου 48. Τα διατάγματα αυτά μπορούσαν να ανακληθούν από το Ράιχσταγκ αλλά ο Μπρύνινγκ καλούσε τον Πρόεδρο να διαλύει την Βουλή, όποτε ετίθετο τέτοιο ζήτημα. Η περίοδος των κυβερνήσεων Μπρύνινγκ καθορίσθηκε από τους θεωρητικούς της περιόδου σαφώς ως περίοδος προεδρικής ή νομοθετικής δικτατορίας λόγω της αποκλειστικής νομοθέτησης με π.δ. Στα πλαίσια αυτά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας-παρά την συνυπογραφή των αρμοδίων Υπουργών- εθεωρείτο ότι συγκροτεί μια τέταρτη και πιο πλήρη εξουσία συγκεντρώνοντας στην πραγματικότητα όλες τις εξουσίες στα χέρια του, κατά το υπόδειγμα που είχε προτείνει ο C.Schmitt στα έργα του «Η Δικτατορία» και «Ο Φύλακας του Συντάγματος». Η θεωρητική βάση αυτής της αντίληψης ενέκειτο στην αδυναμία πλέον του κοινοβουλίου να λειτουργήσει ενοποιητικά/ομογενοποιητικά και στην ανάγκη μιας άλλης ενοποιούσας αρχής, η οποία θα συγκέντρωνε και την νομοθετική λειτουργία στα χέρια της[13].

 

Όμοια, ο Πρόεδρος των Η.ΠΑ. Φρ. Ντ. Ρούζβελτ αξιοποίησε εκτεταμένα την νομοθέτηση με διατάγματα κατά την περίοδο του New Deal για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης αλλά και την ίδια την μετάβαση στην φορντιστική/κεϋνσιανή ρύθμιση.

 

Το δεύτερο μοντέλλο: μια πιο κοντινή προς την παρούσα μορφή αναγκαστικής νομοθεσίας ήταν αυτή με εξουσιοδοτικό νόμο (“Ermaechtigungsgesetz”). Με τυπικό νόμο παρεχόταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η εξουσιοδότηση να ασκεί νομοθετική λειτουργία με διατάγματα. Ήδη, η κυβέρνηση Μαρξ, η οποία διαδέχθηκε την κυβέρνηση Στρέζεμαν στην Γερμανία της Βαϊμάρης έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την οικονομική σταθεροποίηση στην βάση τυπικού εξουσιοδοτικού νόμου, κατά το πλαίσιο του οποίου εκδόθηκαν περίπου 70 διατάγματα.

 

Διαφορετική από την περίπτωση της αναγκαστικής νομοθεσίας, η οποία τείνει να κυριαρχήσει κατά την δεκαετία του 1930 στην Ευρώπη, ακόμη και στα δημοκρατικά κράτη της, είναι η ανάδυση της κανονιστικής αρμοδιότητας της διοίκησης (αντίστοιχα με το άρθρο 43 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος). Παρ’ όλα αυτά, στην αρχή τα δυο αυτά φαινόμενα με δεδομένη την προϊστορία της κυριαρχίας του τυπικού νόμου δεν είναι απολύτως ευκρινή και η εξουσιοδότηση της διοίκησης φαντάζει εξ ίσου πρωτότυπη και ίσως και σκοτεινή με την αναγκαστική νομοθεσία.

Η βαθεία διείσδυση της κριτικής ρύθμισης σε όλο και πιο διαφορετικά και εκτεταμένα αντικείμενα της κοινωνικής ζωής και η αδυναμία του τυπικού νομοθέτη να τα ελέγξει αποτελεί ουσιαστικά την βάση και των δυο φαινομένων[14].

Όπως με ενάργεια περιγράφει ο E. Fraenkel[15], η ίδια η μετάβαση στον οργανωμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό επιτάσσει μια κανονιστικότητα, η οποία εκφεύγει από την τυπική και αφηρημένη ορθολογικότητα του τυπικού νόμου. Πλέον, είναι η ανάγκη ρύθμισης είτε συγκεκριμένων καταστάσεων μέσω μέτρων (“Massnahmen”) είτε και σύνθετων/έκτακτων φαινομένων, η οποία προέχει. Έτσι, η παραγωγή κανόνων από την διοίκηση, παρά τον γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα της κατατείνει στην ρύθμιση απρόβλεπτων από τον νομοθέτη καταστάσεων και αντικειμένων, τα οποία αδυνατεί να συλλάβει στην εξειδίκευσή τους ο τυπικός νομοθέτης. Αν το στοιχείο που προέχει είναι η έκτακτη και απρόβλεπτη ανάγκη τότε θα έχουμε μορφές αναγκαστικής νομοθεσίας. Αν πάλι προέχει το στοιχείο της συνθετότητας του αντικειμένου και της τεχνικής του διάστασης, θα έχουμε κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης.

 

  1. Η αναγκαστική νομοθεσία στην Ελλάδα (από τους αναγκαστικούς νόμους στις Π.Ν.Π. του 1975)

 

Θα έλθουμε τώρα σε δυο ειδικότερες μορφές αναγκαστικής νομοθεσίας, οι οποίες συνδέονται με την ελληνική πραγματικότητα. Αυτήν της αναγκαστικής νομοθεσίας στην Ελλάδα του μετεμφυλιακού κράτους και εκείνη της ισχύουσας αναγκαστικής νομοθεσίας.

 

Υπό το Σύνταγμα του 1952, αναπτύσσεται μια μορφή αναγκαστικής νομοθεσίας, η οποία διακρίνεται σαφώς τόσο από την τακτική νομοθεσία όσο και από την «έκτακτη», εκείνη δηλαδή που τίθεται από ένα ειδικό σύνθετο νομοθετικό όργανο (ο βασιλέας και επιτροπή από βουλευτές) κατά το άρθρο 35 παρ. 2-5 Σ, όταν το κανονικό νομοθετικό όργανο δεν τελεί σε σύνοδο και προκειμένου να αντιμετωπισθεί επείγουσα περίπτωση. Η μορφή των αναγκαστικών νόμων παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: α) τις κατά το δίκαιο της ανάγκης εξαιρετικές αρμοδιότητες ασκεί ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας β) η έννοια της «έκτακτης ανάγκης» προσιδιάζει και εδώ σε σοβαρό κίνδυνο της πολιτείας και όχι απλώς σε μια εξαιρετική περίσταση, όπως συμβαίνει με την έκτακτη νομοθεσία και γ) οι αναγκαστικοί νόμοι έχουν πλήρη ισχύ τυπικού νόμου αλλά προσωρινή, διότι πρέπει να υποβληθούν στην Βουλή για επικύρωση, αλλοιώς καθίστανται άκυροι.

 

Η αναγκαστική νομοθεσία του Συντάγματος 1952 (αλλά ουσιαστικά και η έκτακτη) απορρέει από δυο διαφορετικά αλλά και συγκλίνοντα φαινόμενα.

Το πρώτο, όπως εκτέθηκε, είναι αυτό της εκτεταμένης πλέον και καθολικής κρατικής ρύθμισης της κοινωνικής ζωής με όρους διαρκούς αναγκαίας ρύθμισης αλλά και μεγάλης αρχικής απροσδιοριστίας και αναγκαίας ειδικής τεχνικής ρύθμισης των αντικειμένων. Το δεύτερο –πιο πολύ προσιδιάζον προς την ποιότητα των αναγκαστικών νόμων- είναι αυτό της οξείας πολιτικής κρίσης, η οποία διαπερνά το μετεμφυλιακό κράτος, το οποίο είναι προσανατολισμένο στο αποκλεισμό και ποικιλόμορφη δίωξη του κομμουνιστικού εσωτερικού εχθρού. Οι αναγκαστικοί νόμοι – μεταξύ αυτών σε περίοπτη θέση ο α.ν. 509 /1947, ο οποίος διατηρεί το ΚΚ στην παρανομία ως το 1974 – λειτουργούν ως θεσμικά εργαλεία για την παράταση ενός ανωμάλου εσωτερικού καθεστώτος[16], το οποίο είναι μια «χωλή δημοκρατία» και στην ουσία ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης με κοινοβουλευτική πρόσοψη και για την αποφυγή τομών προς την κατεύθυνση εκδημοκρατισμού του καθεστώτος.

Σε κάθε περίπτωση, η αναγκαστική νομοθεσία της μετεμφυλιακής περιόδου δεδομένου ότι ενσωματώνει έντονα το στοιχείο του «σοβαρού κινδύνου κατά της πολιτείας», αντιστοιχεί με μεγάλη σαφήνεια στην έμμεση μορφή κοινοβουλευτικής δικτατορίας, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Είναι δηλαδή μια μορφή έκτακτης ανάγκης, η οποία υποκαθιστά σε χαμηλότερη ένταση την αναγκαιότητα για την ισχύ του νόμου περί κατάστασης πολιορκίας.

 

Πολύ ασαφέστερα είναι τα δεδομένα όσον αφορά την διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 ισχύοντος Συντάγματος για τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, κατά την οποία:

«Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 1 μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής».

 

Οι Π.Ν.Π. αποτελούν μια αυτόνομη κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση[17] και κατά τούτο συνιστούν μια προσπάθεια του συντακτικού νομοθέτη του 1975 να τυποποιήσει αυτήν την αρμοδιότητα ώστε να μην εκτρέπεται εκτός συνταγματικών πλαισίων.

 

Κατ’ αρχήν, οι Π.Ν.Π., παρά το ότι συχνά χαρακτηρίζονται ως «δίκαιο της ανάγκης» (και Μανιτάκης 1987 οπ.π.), εκκινούν από μια προβληματική συγγενέστερη προς την «έκτακτη νομοθεσία» του Συντάγματος του 1952 παρά από εκείνη των αναγκαστικών νόμων ως γνήσιας μορφής νομοθεσίας της εκτελεστικής εξουσίας προς αποτροπή σοβαρού κινδύνου κατά της πολιτείας. Εδώ το κριτήριο εντοπίζεται στην «εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη», μια έννοια πολύ ευρύτερη του «κινδύνου κατά της πολιτείας». Το περιεχόμενο της Π.Ν.Π. μπορεί να είναι όποιο και το περιεχόμενο του τυπικού νόμου, τον οποίο και υποκαθιστά, αρκεί να μην έχει περιληφθεί στην πρόγνωση του κοινού νομοθέτη κατά την τακτική νομοθετική διαδικασία[18]. Η συνδρομή των προϋποθέσεων της έκδοσης Π.Ν.Π. εναπόκειται στην εκτελεστική εξουσία (τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που την εκδίδει και το Υπουργικό Συμβούλιο που την εισηγείται) και είναι, κατά την σχετική νομολογία του ΣτΕ, ανέλεγκτη δικαστικά.

 

Παρ’ όλα αυτά, η βασικότερη μέχρι σήμερα περίπτωση εφαρμογής του θεσμού της Π.Ν.Π., τα οικονομικά μέτρα του 1985 (βλ. σε Κεφάλαιο 1 ), προσανατολίζει στο γεγονός ότι, αν και η Π.Ν.Π. δεν συνιστά πλήρως αναγκαστική νομοθεσία της εκτελεστικής εξουσίας αλλά και διαδικαστικά με την κύρωσή της μετατρέπεται σε τυπικό νόμο, υπάρχει υπό προϋποθέσεις μια συνάφεια της «επείγουσας και εξαιρετικής περίπτωσης» με την περίπτωση «κινδύνου κατά της κρατικής υπόστασης». Η συνάφεια σχετίζεται ιδίως –αφού το πεδίο του κινδύνου έχει καταλειφθεί στην διάταξη του άρθρου 48 Σ – με την ανάδυση ενός εξαιρετικά ισχυρού οικονομικού κινδύνου, μιας κατάστασης οικονομικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης και οικονομικής εξαίρεσης.. Ο κίνδυνος θα αφορά την λειτουργία του συστήματος οικονομικής κυριαρχίας και τις συγκυρίες όξυνσης της κρίσης του και άμβλυνσης της δημοσιονομικής σταθερότητας του κράτους.

 

Ήδη, βρισκόμαστε σε ένα πεδίο κοντινό προς αυτό των μέτρων του «μηχανισμού στήριξης της εθνικής οικονομίας» και του ν. 3845/ 2010.

 

 

5.. Ο ορισμός του «κινδύνου» και της «εξαιρετικής περίπτωσης» κατά τον ν. 3845/2010

 

Κατά την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3845/2010, τα μεγάλα μεγέθη του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους συνιστούν μια κατάσταση καταστροφική για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας και για την ελληνική οικονομία γενικότερα. Ειδικότερα, έχουν προκαλέσει σαφή «κίνδυνο κατάρρευσης της οικονομίας λόγω αδυναμίας δανεισμού». Η οικονομική κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία είναι «κρίση ιστορική. Είναι, ταυτόχρονα, κρίση κοινωνική, πολιτική, ηθική».

 

Η συσχέτιση μέτρων και κινδύνου συνεπάγεται ότι ναι μεν «τα μέτρα που προτείνονται είναι επώδυνα. Είναι όμως απαραίτητα για να προστατευθεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που υπό τις παρούσες πρωτόγνωρες, ιστορικά δυσμενείς συνθήκες της οικονομίας είναι και εθνικό συμφέρον». Τα μέτρα είναι απολύτως αναγκαία για να προστατευθεί η ίδια η συνταγματική υποχρέωση του κράτους «να παρέχει ασφάλεια, υγεία, παιδεία και να ασκεί κοινωνική πολιτική» (Αιτιολογική Έκθεση σελ. 1 ).

 

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο προσδιορισμός του κινδύνου ως μιας άκρως εξαιρετικής έως και καταστροφικής για την χώρα περίστασης αντιστοιχεί στην κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται για μια συγκυρία εξαίρεσης και «οικονομικής κατάστασης ανάγκης», η οποία δεν συγκρίνεται ποιοτικά με τις προαναφερθείσες προγενέστερες (του ν. 1320/1983 ή της Π.Ν.Π. του Οκτωβρίου 1985). Εδώ, η ένταση του κινδύνου, ο οποίος προσδιορίζεται όχι μόνον ως οικονομικός αλλά και ως κίνδυνος για την συνολική κρατική υπόσταση, δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται μέτρα πολύ πιο επώδυνα και επαχθή για τον πληθυσμό από ό,τι τα παλαιότερα εξαιρετικά οικονομικά μέτρα .

 

Ακραίος κίνδυνος, λοιπόν, και ακραία μέτρα. Η προβληματική της έντασης του κινδύνου φαίνεται να προσανατολίζει προς περιπτώσεις που θα μπορούσαν να καλύπτονται από το πραγματικό του άρθρου 44 παρ. 1 Σ ή ενδεχομένως και του άρθρου 48 Σ (με δεδομένη την συνάφεια του ακραίου οικονομικού κινδύνου με τον κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια και του ζητήματος της αναστολής δικαιωμάτων, παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του άρθρου 48 Σ).

 

 

  1. Ορισμένες «εξαιρετικές» όψεις του ν. 3845/ 2010

 

Ο ν. 3845/2010 παρέχει σειρά νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων στην εκτελεστική εξουσία και ιδίως στον Υπουργό των Οικονομικών για πλείστα όσα ζητήματα. Με αυτήν την έννοια ο νόμος αυτός, νόμος που εφαρμόζει το περίφημο «Μνημόνιο Στήριξης», αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα έναν νόμο πλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 4 Σ.

 

2.6.1. Με την παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου (εννοεί το Μνημόνιο). Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου εισάγονται στη Βουλή για κύρωση.

 

Το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο εδώ είναι η απεριόριστη σχεδόν ευρύτητα της παρεχόμενης εξουσιοδότησης ως ο Υπουργός Οικονομικών να καθίσταται ένας Γενικός Οικονομικός Επίτροπος της Ελλάδας στην σχέση του με αλλοδαπά κράτη και αρχές.

Το δεύτερο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η ήδη τροποποίηση του α1 παρ. 4 με διάταξη του ν. 3847/2010, κατά την οποία τα μνημόνια, οι συμφωνίες κλπ έρχονται στη Βουλή για «ενημέρωση» μόνο και όχι πλέον για κύρωση.

 

2.6.2. Με την παρ. 1 στ. α) του νόμου παρέχεται η εξουσιοδότηση έκδοσης π.δ. μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού για τη λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής, με τη συμπλήρωση, την κατάργηση ή την τροποποίηση των κείμενων διατάξεων, για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου.

Προξενεί και εδώ εντύπωση η ευρύτητα και ασάφεια της εξουσιοδότησης όπως και το γεγονός ότι μέτρα που ελήφθησαν με τη μορφή του τυπικού νόμου θα μπορούν πλέον να καταργηθούν απλώς με την έκδοση σχετικού π.δ.

 

2.6.3. Παρομοίως, με την παρ. 2 του άρθρου 2 του νόμου προβλέπεται η έκδοση π.δ. μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με τα οποία λαμβάνονται έκτακτα μέτρα για την προστασία των ασθενέστερων οικονομικών στρωμάτων και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων με στόχο την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων κατά την περίοδο εφαρμογής του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου. Πρόκειται για την πρόβλεψη μέτρων κατά της «φτώχειας» και του «κοινωνικού αποκλεισμού».

 

Και εδώ μέσω μιας ευρύτατης εξουσιοδότησης προβλέπεται η λήψη μέτρων πιθανότατα εξισορροπητικών (ποιών όμως; ) για τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα με την έννοια του περίφημου «δικτύου ασφαλείας».

 

2.6.4. Με την παρ. 3 του άρθρου 2 προβλέπεται η έκδοση π.δ. μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού για την με έκτακτα μέτρα στήριξη της πραγματικής οικονομίας, την ενίσχυση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, την προστασία των καταναλωτών και την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων για την ως άνω περίοδο.

 

2.6.5. Με την παρ. 6 του άρθρου 2 προβλέπεται η δυνατότητα για άνεργους εγγεγραμμένους στον ΟΑΕΔ ηλικίας μέχρι 24 ετών να εργαστούν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες συνάπτοντας σύμβαση εργασιακής εμπειρίας διαρκείας μέχρι 12 μηνών. Κατά την διάρκεια αυτής της σύμβασης οι ακαθάριστες αποδοχές τους αντιστοιχούν στο 80 % του κατώτατου βασικού μισθού ή ημερομισθίου, όπως ορίζεται κάθε φορά από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

 

2.6.6. Με την παρ. 7 του άρθρου 2 προβλέπεται η δυνατότητα να μην ισχύουν ως δεσμευτικά για το επόμενο είδος σ.σ.ε. τα κατώτατα όρια της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και των κλαδικών σ.σ.ε. Στο ζήτημα αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί εκτενώς.

 

2.6.7. Με την παρ. 9 του άρθρου 2 προβλέπεται η έκδοση π.δ. μεταξύ άλλων (3) και για το καθορισμό των όρων απασχόλησης και το κατώτατο ημερομίσθιο των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών που εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας.

 

 

2.6.8. Με τις διατάξεις του τρίτου άρθρου του νόμου προβλέπονται οι γνωστές μειώσεις για τους δημοσίους υπαλλήλους των Δώρων και επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και Διακοπών και οι μειώσεις συντάξεων για τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

 

 

7.Ζητήματα εύρους και περιορισμού των εξουσιοδοτήσεων και μετάβαση στην αυτόνομη κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης

 

Η συνταγματική ρύθμιση για τις γενικές εξουσιοδοτήσεις βάσει νόμων-πλαισίων κατά το άρθρο 43 παρ. 4 παρέχει, όπως γίνεται δεκτό, τις ευρύτερες δυνατές εξουσιοδοτήσεις σε αντίθεση με τις ειδικές που παρέχουν οι κοινοί νόμοι[19].

 

  • Παρ’ όλα αυτά, η νομοθετική διάταξη πρέπει να καθορίζει ένα γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η κατ’ εξουσιοδότηση δράση της διοίκησης και ειδικότερα το εκδιδόμενο π.δ.

 

Ήδη το εδάφιο β’ της παρ. 4 ορίζει ρητώς ότι με τους νόμους αυτούς καθορίζονται οι γενικές αρχές και κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί καθώς και τα χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης.

 

Οι γενικές αρχές και κατευθύνσεις και όχι μόνον το προς ρύθμιση αντικείμενο πρέπει, λοιπόν, να καθορίζονται στην εξουσιοδοτική διάταξη.

Παρ’ όλα αυτά, στην περίπτωση του άρθρου 2 παρ.1 α) δεν έχουμε την ελάχιστη συγκεκριμενοποίηση αυτών των κατευθύνσεων και αρχών. Ούτε βεβαίως αυτή μπορεί να συνίσταται στην εν γένει λήψη μέτρων για την σύμφωνη με το Μνημόνιο διάσωση της ελληνικής οικονομίας. Δεν προσδιορίζεται ούτε τι είδους μέτρα θα είναι αυτά (δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά κ.α. ) ούτε ποια γενική κατεύθυνση θα έχουν. Θεωρούμε λοιπόν ότι η τόσο μεγάλη ευρύτητα της εξουσιοδότησης αυτής («όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα») πάσχει συνταγματικά από την άποψη του μη ορισμού των γενικών αρχών και κατευθύνσεων της ρύθμισης εντός της εξουσιοδοτικής διάταξης του νόμου πλαισίου.

Όμοια προβλήματα, αν και ίσως σε μικρότερο βαθμό, έχουμε στις περιπτώσεις του 2 παρ. 2, 2παρ. 3, 2 παρ. 7 και 2 παρ. 9 του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αοριστία του γενικού πλαισίου της εξουσιοδότησης φθάνει σε μέγιστο βαθμό στην παρ. 1 α) του άρθρου 2.                                                                                2.7.2. Ζητήματα τίθενται σαφώς και στον χρονικό περιορισμό που δίδεται για την ισχύ της εξουσιοδότησης, ο οποίος πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος[20].

Κατ’ αρχήν, οι ίδιες οι παραπάνω διατάξεις δεν περιέχουν κανένα χρονικό περιορισμό για τη χρήση της εξουσιοδότησης. Από αυτό θα μπορούσε να συναχθεί και εξ αυτού του λόγου η αντισυνταγματικότητα της εξουσιοδότησης.

 

Θα μπορούσε, ίσως, να υποστηριχθεί ότι η περίοδος χρήσης είναι η περίοδος εφαρμογής του σχεδίου προγράμματος, βασικά δηλαδή τα έτη μέχρι το 2013. Ιδίως η παρ. 2 του άρθρου 2 αναφέρεται στην «περίοδο εφαρμογής του σχεδίου προγράμματος». Όμως, αφ’ ενός μεν η περίοδος αυτή δεν είναι εγγεγραμμένη σαφώς στο κείμενο του ν. 3845/ 2010 ούτε και είναι σαφές το καθεστώς του Μνημονίου ως Παραρτήματος του νόμου. Ενσωματώνεται στον νόμο (οπότε, όμως, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία κύρωσης Διεθνούς Σύμβασης του 28 παρ. 2 Σ ) ή αποτελεί προσηρτημένο μη δίκαιο, οπότε γιατί θα έπρεπε η περίοδος του Μνημονίου να είναι δεσμευτική ως «περίοδος εφαρμογής του σχεδίου προγράμματος»;

2.7.3. Ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι τουλάχιστον οι εξουσιοδοτήσεις του 2 παρ. 7 («υπουργικές αποφάσεις καθορίζουν τις λεπτομέρειες» ως ειδική εξουσιοδότηση νόμου) αλλά και του 2 παρ. 9 (π.δ. για τον καθορισμό των όρων απασχόλησης και αποδοχών των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας ) άπτονται της ρύθμισης ατομικών δικαιωμάτων (όπως ενδεικτικά το μελετώμενο στο κεφάλαιο 1 ζήτημα περιορισμών της συλλογικής αυτονομίας και της συνδικαλιστικής ελευθερίας ).

Όπως γίνεται δεκτό στην θεωρία, διατάξεις που μπορούν να ψηφισθούν μόνο από την Ολομέλεια της Βουλής κατά το άρθρο 43 παρ. 5 και 72 παρ.1 Σ δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τέτοιες διατάξεις είναι σε κάθε περίπτωση και όσες ρυθμίζουν ή περιορίζουν ατομικά δικαιώματα.

 

Στην «εξαίρεση» αυτήν μπορεί να αντιταχθεί, πάντως, η «εξαίρεση της εξαίρεσης» του άρθρου 78 παρ. 5 Σ κατά την οποία «κατ’ εξαίρεση μπορούν να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων…. καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της χώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της χώρας». Τίθεται ερμηνευτικά το ζήτημα αν το ΔΝΤ ή οι μηχανισμοί της Ε.Ε. αντιστοιχούν στην έννοια που προσδίδει το Σύνταγμα στον «οικονομικό οργανισμό».

 

 

 

  • Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ως άνω διατάξεις του ν. 3845/ 2010 και ιδίως η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 α) παραβιάζουν εκ της αοριστίας του πλαισίου και της έλλειψης χρονικού περιορισμού τα όρια και τους περιορισμούς των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων και ιδίως εκείνων του 43 παρ. 4 Σ..

 

Συνεπώς, έχουμε στις περιπτώσεις αυτές αντισυνταγματική νομοθετική εξουσιοδότηση και παράνομη κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης κατά την τεχνική-νομική προβληματική. Από την άποψη μιας πολιτειολογικής ή κοινωνιολογικής προβληματικής δεν έχουμε μόνον κάτι το αρνητικό αλλά μια καινούρια υλική πραγματικότητα: αυτήν της ανάδυσης μιας αυτόνομης και χωρίς εξουσιοδότηση νομοθετικής αρμοδιότητας της διοίκησης υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης, μιας μορφής αναγκαστικής νομοθεσίας ή decree government. Το ζήτημα, ακριβώς, είναι ότι αυτή η «νομοθεσία» αναπτύσσεται χωρίς συνταγματική πρόβλεψη και ως εκ τούτου συνιστά ένα πολύ πιο λανθάνον και αδιαφανές μόρφωμα από εκείνο του άρθρου 48 WRV ή του ελληνικού Συντάγματος του 1952. Πολύ περισσότερο που η σχετικά λειτουργική ως τώρα Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία μετά το 1974 δεν μας έχει προετοιμάσει ψυχολογικά και πολιτιστικά για τέτοιου είδους εξελίξεις. Οι εξελίξεις αυτές πιθανόν σηματοδοτούν και το τέλος της.

 

 

  1. «Αναστολή» δικαιωμάτων εκ του νόμου και «καθεστώς οικονομικής ανάγκης»: η νέα εξαιρετική ρύθμιση

 

Όπως έχει καταδειχθεί μέσα από το παράδειγμα της συλλογικής αυτονομίας και της συνδικαλιστικής ελευθερίας (22 παρ. 2 και 23 παρ.1 Σ), οι διατάξεις του ν. 3845/2010 προβαίνουν σε σοβαρές και συστηματικές παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων (δεν υπεισερχόμεθα στα πλαίσια αυτής της μελέτης σε ζητήματα κοινωνικών παροχών και προσβολών της αρχής του κοινωνικού κράτους όπου τίθενται άλλης τάξης σοβαρά ζητήματα)..

Ιδίως η μεταχείριση της συλλογικής αυτονομίας από το άρθρο 2 παρ. 7 του νόμου κατατείνει όχι απλώς στην παραβίαση αλλά στην για αόριστο χρονικό διάστημα έμμεση αναστολή του σχετικού δικαιώματος.

Η επιβολή αντισυνταγματικής αναστολής ενός σημαντικού όχι μόνο για τα άτομα/εργαζόμενους αλλά και για την ίδια την δημοκρατία ατομικού δικαιώματος θέτει το πρόβλημα του νομικοπολιτικού πλαισίου όπου πραγματοποιείται αυτή η έμμεση ή οιονεί αναστολή του δικαιώματος.

Η συνταγματική έννομη τάξη δεν γνωρίζει άλλη αναστολή ισχύος συνταγματικών δικαιωμάτων πέρα από εκείνη που προβλέπει το άρθρο 48 Σ.

Θα πρέπει, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι η παρούσα έμμεση αναστολή δικαιωμάτων μέσω τυπικού νόμου υποδηλώνει μια ακήρυκτη και έμμεση μορφή εξαίρεσης ή έκτακτης ανάγκης, εξοπλισμένη με μέσα αναγκαστικής νομοθεσίας της διοίκησης, η οποία:

 

  • Δεν εκκινεί από την κατάσταση σοβαρού κινδύνου για την δημόσια ασφάλεια (λόγω ενόπλου κινήματος ή πολέμου) αλλά από μια βαθειά κρίση της κρατικής υπόστασης λόγω της δεινής κατάστασης όπου έχει εισέλθει το σύστημα οικονομικής κυριαρχίας.
  • Υποστασιοποιεί λοιπόν μια κατάσταση οικονομικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης (financial state of emergency).
  • Η «επίλυση» αυτής της κατάστασης συνεπάγεται σοβαρές παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων έως το σημείο της λανθάνουσας και απεριόριστης χρονικά αναστολής τους.
  • Η λειτουργία αυτής της «κατάστασης ανάγκης» επαφίεται στη διοίκηση και ιδίως στον κυβερνητικό μηχανισμό.
  • Οι συνέπειες αυτής της «κατάστασης ανάγκης» επιβαρύνουν και αλλοιώνουν το δημοκρατικό πολίτευμα προσμειγνύοντας σε αυτό ακήρυκτους μηχανισμούς «κοινοβουλευτικής δικτατορίας» (κατά την έννοια του Cl. Rossiter).
  • Η ίδια η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» διαφοροποιείται, διευρύνεται και απαλλοτριώνεται από την Βουλή ως κατ’ εξοχήν όργανο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
  • Η κηρυττόμενη «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» αξίζει να συσχετισθεί και με την ρήτρα περί «δημοσίου κινδύνου απεικούντος την ζωή του Έθνους» του άρθρου 15 της ΕΣ.Δ.Α.
  • Τέλος, οι συνέπειες της συστηματικής παραβίασης ή και αναστολής συλλογικών δικαιωμάτων τείνουν να απειλήσουν και την ίδια την ουσία της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

 

9.Η επέλαση του χαγιεκιανού κρατισμού: αντίστροφη μετάβαση από το 1932

 

Εννέα χρόνια μετά τη ρητή κατοχύρωση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου στο ελληνικό Σύνταγμα, το σύστημα ατομικών, συλλογικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος υφίσταται μια πρωτοφανή επίθεση. Ουσιαστικά, οι έννοιες του κοινωνικού κράτους αλλά και της συμμετοχικής δημοκρατίας (όπως μέσα από τους θεσμούς των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων) τίθενται υπό πολιτικό και ιδεολογικό διωγμό.

 

Η επέλαση αυτή συνιστά μια μετάβαση, μια πλήρη «αντιστροφή». Αν στη δεκαετία του 1930 αναπτύχθηκε ένας ορισμένος κρατισμός ως μοχλός εισαγωγής του κεϋνσιανού/προνοιακού καθεστώτος συσσώρευσης, αν αυτός ο κρατισμός (όπως έχει δείξει και το έργο του Ν. Πουλαντζά) παρακολούθησε την ίδια τη λειτουργία όψεων του Κράτους Προνοίας, σήμερα ζούμε την ανάδυση ενός κρατισμού αντίστροφης κατεύθυνσης: του νεοφιλελεύθερου αυταρχικού κρατισμού. Ενός κρατισμού, ο οποίος αλλοιώνει και παραμορφώνει το παραδοσιακό υπόδειγμα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η οποία, παρά τις κρατιστικές σοσιαλδημοκρατικές παραμορφώσεις της, έφθασε στα χρόνια του κεϋνσιανού υποδείγματος στην ανώτερη ως σήμερα συμμετοχική της μορφή και όριο.

 

Αυτό που εξελίσσεται σήμερα είναι ένα σχέδιο μετάβασης χαγιεκιανής έμπνευσης. Η έκτακτη ανάγκη εκ του οικονομικού κινδύνου επιχειρείται να ξεπεραστεί με ένα πρόγραμμα που κατατείνει α) στην πλήρη απελευθέρωση των αγορών από την κρατική και κοινωνική ρύθμιση β) στην πλήρη αυθαιρεσία των εθνικών και διεθνών μηχανισμών του κεφαλαίου και ιδίως της χρηματοπιστωτικής του πτέρυγας.

 

Αυτή η απελευθέρωση του κεφαλαίου συνιστά την πλήρη αντίστροφη δικαίωση έναντι του New Deal του 1932. Ο οικονομικός και επιχειρηματικός γίγαντας ανακτά την πλήρη ελευθερία του απέναντι στις ως τώρα κοινωνικές. εργασιακές, συνδικαλιστικές και ασφαλιστικές δεσμεύσεις που του είχαν επιβληθεί. Αν κάθε κατάσταση ανάγκης στοχεύει στην αποκατάσταση των ομαλών συνθηκών, οι «ομαλές» συνθήκες που θα προκύψουν τώρα θα είναι ένα τοπίο απόλυτης ελευθερίας της οικονομικής κυριαρχίας και ερήμωσης της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η έξοδος από την κρίση θα ισοδυναμεί με το ιδεώδες της παντοδύναμης ελεύθερης αγοράς. Αυτή, όμως, η απόλυτη ελευθερία του επιχειρείν θα είναι και μια απόλυτη κυριαρχία επί των εργαζομένων.

Αναφερθήκαμε στην χαγιεκιανή αντίληψη για την έξοδο από την κρίση και επιμένουμε σε αυτό. Η χαγιεκιανή προβληματική θεωρεί ως υπαρκτή μια έντονη αντίθεση πλειοψηφικής δημοκρατίας και ατομικής ελευθερίας[21]. Η ατομική ελευθερία με έμφαση στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα οφείλει να αντισταθεί στην κρατική οικονομική ρύθμιση, την οποία επιβουλεύονται συχνά διάφορες συγκυριακές ή και ετερόκλιτα σχηματισμένες πλειοψηφίες. Ουσιαστικά, η οικονομική ελευθερία είναι ένα πεδίο όπου δεν χωρεί να εισέλθει η πλειοψηφική κρατική ρύθμιση.

 

Αυτή η αντίθεση πλειοψηφικής δημοκρατίας και οικονομικής ατομικής ελευθερίας σχετίζεται άμεσα και με την διατύπωση του Χάγιεκ ότι είναι προτιμότερο ένα οικονομικά φιλελεύθερο και πολιτικά αυταρχικό καθεστώς από ένα οικονομικά περιοριστικό και πολιτικά δημοκρατικό. Με αυτήν την έννοια το μοντέλλο του Χάγιεκ είναι ευχερώς επιδεκτικό καταστάσεων εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης αντιδιαμετρικών προς το New Deal, οι οποίες θα εξυπηρετούν το ιδεώδες της ελεύθερης οικονομικής κυριαρχίας.

 

 

10 Ο αποκλεισμός ως επιστροφή των «επικινδύνων τάξεων»

 

 

Η ανάλυση για την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» περιλαμβάνει εκτός από την εξαιρετική ρύθμιση και την μετάβαση και το στοιχείο του αποκλεισμού.

 

Οι αποκλεισμένοι και θυσιαζόμενοι στην εν λόγω κρίση δεν είναι άλλοι από τους μισθωτούς εργαζόμενους τόσο κατά το ασφαλές και κατοχυρωμένο κοινωνικά όσο και κατά το «ανασφαλές» και φτωχό τμήμα τους. Οι μισθωτοί υποδεικνύονται από όλες τις κατευθύνσεις ως οι κύριοι αίτιοι της κρίσης. Στα πλαίσια μιας αντίληψης

χαγιεκιανού κοινωνικού δαρβινισμού, οι μισθωτοί παρουσιάζονται ως αυτοί που με τις συνδικαλιστικές και προνομιακές τους πιέσεις ροκανίζουν επί δεκαετίες το δένδρο της οικονομίας. Ως να μην υπήρχαν οι φοροαπαλλαγές και ελαφρύνσεις των ανωνύμων εταιρειών, οι φοροαπαλλαγές υπέρ των εφοπλιστών, οι εισφοροδιαφυγές των εργοδοτών, οι πολεμικές δαπάνες, οι χαριστικές ρυθμίσεις για την Εκκλησία.

 

Αυτοί που προσδιορίζονται ως «αιτία της κρίσης» αυτοί καλούνται να πληρώσουν το σύνολο των βαρών για την έξοδο από αυτήν. Περιττό να πούμε ότι αυτή η λογική είναι αναποτελεσματική όσο και κοινωνικά απολύτως άδικη.

 

Όμως, στο σημείο αυτό, οι ικεσίες δεν ωφελούν. Οι νομικοί μπορούν να συνδράμουν στην κατανόηση των θεσμικών όψεων της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» αλλά είναι o κοινωνικοπολιτικός  συσχετισμός δυνάμεων και η δυναμική των κοινωνικών κινημάτων αυτά που μπορούν κατά την έννοια του Βάλτερ Μπένγιαμιν να μετατρέψουν την «εικονική» (“fictif”) κατάσταση ανάγκης σε πραγματική (“réel”)22.

 

 

 

 

 

[1] Bλ. σε G.Agamben “State of Exception”, 2006, Εισαγωγή και Πρώτο Κεφάλαιο.

[2] Οπ.π.

[3] Βλ. σε C.Schmitt «Η έννοια του πολιττικού», Αθήνα 1988, Κριτική.

[4] Bλ. Ιδίως σε Cl. Rossiter “Constitutional Dictatorship-Crisis government in modern democracies”, N.Y. 1948, 2010, ιδίως την Εισαγωγή, σελ. 3-15:

[5] Bλ. Σε G.Agamben « Homo sacer- Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», Αθήνα 2003, εκδ. Scripta, σελ. 117 επ.

[6] Πρβλ. τον περίφημο εναρκτήριο ισχυρισμό του C.Schmitt από το έργο του «Πολιτική Θεολογία» (1922) , κατά τον οποίο «κυρίαρχος» είναι αυτός που αποφασίζει για την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (Ausnahmezustand).

[7] Πρβλ. για την διάκριση ανάμεσα σε κυρίαρχη /ανεξάρτητη και επιτροπευόμενη δικτατορία σε C. Schmitt “Die Diktatur”, Duncker und Humblot, (1921) , 2006, επίσης σε Gopal Balakrishnan “ The enemy- Carl Schmitt:an ideological portrait” , N.Y.      , μέρος δεύτερο.

[8] Χρησιμοποιούμε, εδώ, τον όρο του Cl. Rossiter με το ακριβές περιεχόμενο που αυτός δίδει και χωρίς καμία αξιολογική φόρτιση.

[9] Πρβλ. για την προβληματική του «νόμου περί κατάστασης πολιορκίας» εντός του δημοκρατικού Συντάγματος και Ν.Ρώτη «Στρατιωτικός Νόμος και Δημοκρατία» σε Το Σ 1976 σελ. 1 επ. Επίσης, ο Αγκαμπέν (Homo sacer) θεωρεί ότι η εξαίρεση ως αποκλεισμός είναι εγγενής στον συνταγματισμό της νεοτερικότητας, σελ. 256 επ.

[10] Πρβλ. και τις σχετικές επισημάνσεις για το 48 Σ του Αρ.Μάνεση «Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986», Αθήνα 1989.

[11] Cl. Rossiter οπ.π. σελ. 79- 80.

[12] Οπ.π. σελ.. 45-65.

[13] Στην αντίληψη αυτήν άσκησε οξεία κριτική ο Fr. Neumann στο κλασσικό έργο του “Behemoth –Struktur und Praxis des Nationalsozialismus 1933-1945”, όπου θεωρεί ότι η αντίληψη του Schmitt προετοίμασε την εθνικοσοσιαλιστική κατάκτηση της εξουσίας.

[14] Βλ. σε Αρ. Μάνεση «Η έκτακτος νομοθετική διαδικασία-Συμβολή εις την ερμηνείαν του άρθρου 35 παρ. 2-5 του Συντάγματος» σε «Συνταγματική Θεωρία και Πράξη», Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 182 επ., ιδίως σελ. 182-184.

[15] “Der Doppelstaat-Justiz und Recht im dritten Reich”, (1941), 1984, σελ. 75 επ.

[16] Ν.Αλιβιζάτου «Οι θεσμοί σε κρίση 1922-1974-όψεις της ελληνικής εμπειρίας», Αθήνα 1986, Θεμέλιο, Δ.Μπελαντή «Αναζητώντας τον Εσωτερικό Εχθρό-Διαστάσεις της Αντιτρομοκρατικής Πολιτικής», Αθήνα 2004 , εκδ. Προσκήνιο, Πρώτο Κεφάλαιο.

[17] Βλ. σε Ευ. Βενιζέλου «Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου», Αθήνα-Κομοτηνή 2008, εκδ. Α.Σάκκουλα , σελ. 176 επ. , Π.Παραρά « Η εφαρμογή του άρθρου 44 παρ. 1 Συντ.» , Το Σ 2(!976) σελ. 195 επ. , του ιδίου Corpus , άρθρα 1-50 , Αθήνα 1982 , σελ. 524 επ, του ιδίου «Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας.Ερμηνεία του άρθρου 44 παρ. 1 Συντ.» , Αθήνα 1981. .

[18]  Σε Ε.Βενιζέλο οπ. σελ. 177.

[19]  Σε Βενιζέλο οπ.π. σελ. 166.

[20] Οπ.π. σελ. 167.

[21] Βλ. σε Φ. Χάγιεκ «Το Σύνταγμα της Ελευθερίας», Αθήνα 2009, εκδ. Καστανιώτη και Ιδρύματος Κωνσταντίνου Καραμανλή.

22.Βλ. σε  Β.Μπένγιαμιν «Για μια κριτική της βίας», Αθήνα 2002, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα.

 

Γράφτηκε το 2010, μετά το πρώτο μνημόνιο.  Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Δικαιώματα του Ανθρώπου»     / 2010, σελ.